Μια από τις τελευταίες δυνατότητες για αντίσταση στον έλεγχο της σκέψης από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και κοινωνικής δικτύωσης είναι ασφαλώς η λογοτεχνία,καθώς λειτουργεί με τον αντίθετο ακριβώς τρόπο από αυτά τα μέσα. Συνθέτει δηλαδή το υλικό της, τις λέξεις, με τρόπους που κινητοποιούν τη σκέψη του αναγνώστη, ώστε να παίρνει καινούργιες στροφές και το μυαλό του να γεννά πια σκέψεις προσωπικές, μακριά από την εκμαυλιστική επίδραση της ανόητης ομοιομορφίας που μοιράζουν αφειδώς (αλλά όχι αφιλοκερδώς) οι εν λόγω οθόνες. Η επαφή με τη λογοτεχνία οδηγεί τον άνθρωπο πέρα από τους γνώριμους δρόμους της καθημερινής ζωής γνωρίζοντάς του κομμάτια της πραγματικότητας που δεν τα είχε διακρίνει και γι’ αυτό αδυνατούσε να τα συμπεριλάβει στις (λιγοστές, αναγκαστικά) εικόνες που είχε μόνος του χτίσει.Λογοτεχνία λοιπόν, η τέχνη του λόγου, όπου η λέξη λόγος σημαίνει την ικανότητα να δηλώσω ένα νόημα, να παρουσιάσω μιαν αλήθεια με τρόπο μελετημένο, που να ελέγχεται από τη λογική. Κι αυτό υλοποιείται, όπως όλοι ξέρουμε, σε δύο πεδία, στην ποίηση και στον πεζό λόγο.Αν σταθούμε λιγάκι στο πρώτο – και αρχαιότερο από τα δύο πεδία, θα είχε, νομίζω, ενδιαφέρον, ανατρέχοντας σε παραδείγματα ποιητικής παραγωγής, να αναρωτηθούμε με συντομία για κάποια βασικά χαρακτηριστικά της φύσης και της λειτουργίας της ποίησης.
Η ποιητική θεώρηση, αν το καλοσκεφτούμε, συνίσταται σε μια μικρή μετατόπιση του νου λίγο πιο πέρα από την απόλυτη κυριαρχία του λογικού αποβλέποντας να αντικρίσει τη συνολική εικόνα της πραγματικότητας, όχι μόνο απομονωμένα τμήματά της. Διότι έχουμε τηλεσκόπια για τη μελέτη αστεριών σε αδιανόητες αποστάσεις, αξονικές και μαγνητικές και αναλύσεις για την εξέταση εσωτερικών μας οργάνων, αξιοθαύμαστες ανακαλύψεις επιστημονικών μέσων, οι ποιητές όμως μας χαρίζουν ό,τι ξεφεύγει από όλα αυτά. Ας θυμηθούμε τον μεγάλο ερευνητή της ανθρώπινης ψυχής, τον Σίγκμουντ Φρόυντ, που είχε ομολογήσει: «Όπου κι αν με πήγαν οι θεωρίες μου, ένας ποιητής είχε ήδη πάει εκεί».
Γράφει η Χλόη Κουτσουμπέλη:
Ποιοι άνθρωποι άραγε ποτέ τους συναντιούνται;
Άλλωστε κάπως πρέπει να δικαιολογεί την ύπαρξή της
Και η ποίηση.
Η μόνη γη που οι ψυχές συμπίπτουν.[1]
Και στο ποίημά της «Η Λήδα και ο κύκνος»:
Όταν μ΄ένα φουρφούρισμα
Ο Θεός μεταμορφώθηκε σε κύκνο
Πούπουλα
Χυμένο μελάνι
Τσαλακωμένα σεντόνια
Η πράξη της γραφής
Πολλή φασαρία για το τίποτε
Μόνο μετά την ωοτοκία κατάλαβα
Το ποίημα είναι το θεϊκό Αυγό.[2]
Με μια αιρετική, θα έλεγα, χρήση των λέξεων, ο ποιητής μας πηγαίνει μακριά από τη μικρή, ανεκδοτολογική φάση της ζωής μας, μακριά από την ασημαντότητα του ατομικού βιώματος, να αγγίξουμε το βάθος της ύπαρξης στη διαλεκτική σχέση της με τον κόσμο. Να πώς το εκφράζει μ’ ένα μόνο στίχο του ο Σολωμός:
Και τ’ άστρα μ’ όλο τους το φως κοιτούν μ’ ερωτευμένα [3]
Αυτό το πλάτεμα του νου, που με κόπο πολύ ψάχνει και βρίσκει τα μέσα να το εκφράσει, γεννά στον ποιητή τη μεγάλη χαρά τού να μπορεί να το κάνει φανερό με το ένδυμα των λέξεων:
Και το αίμα μου μέλαν, όθεν βάπτω και γράφω λέει ένας μεγάλος Βυζαντινός ποιητής, ο Ρωμανός ο Μελωδός[4], που λέει αλλού: κυματούνται μου τα σπλάχνα, ου χωρεί μου την χαράν η ψυχή.
Γιατί, γράφει ο Ελύτης: «Αλήθεια το λέω, κι ας μη θεωρηθεί ασέβεια, αν ήταν άλλος ένας να κλάψει για τον μάταιο τούτο κόσμο, δεν θα ΄πιανα ποτέ την πένα…Γι’ αυτό γράφω…Γιατί με γοητεύει να υπακούω σ’ αυτόν που δεν γνωρίζω, που είναι ο εαυτός μου ολάκερος, όχι ο μισός που ανεβοκατεβαίνει τους δρόμους και φέρεται εγγεγραμμένος στα Μητρώα αρρένων του Δήμου»[5].
Το ρήμα ‘γοητεύει’ δεν είναι τυχαίο. Ο ποιητής κάνει συνδυασμούς λέξεων όχι για να εντυπωσιάσει με την πρωτοτυπία αλλά για να δώσει με τρόπο υποβλητικό φωνή σ’ αυτό που είναι βαθιά κρυμμένο και το οποίο κατορθώνει να αποκρυπτογραφήσει και να το ονομάσει. Παράδειγμα δυο λεξούλες σ’ ένα ποίημα της Δημουλά:
«ένα παραθυρόφυλλο σπαρτάρησε» [6]
Εμείς δεν θα λέγαμε ποτέ το ρήμα ‘σπαρταρώ’ για ένα άψυχο παντζούρι, θα λέγαμε εκείνη άνοιξε ανυπόμονη το παντζούρι να δει ποιος έρχεται ή το άνοιξε ταραγμένη από τον θόρυβο στον δρόμο κλπ ενώ η ποιήτρια μ’ αυτόν τον καινοφανή αναπάντεχο συνδυασμό δύο λέξεων μας υποβάλλει την ιδέα ενός προσώπου ‘κλεισμένου’ που εκδηλώνει ξαφνικά μιαν έντονη εσωτερική του ταραχή.
Κι όταν λέμε υποβάλλει την ιδέα αντί να περιγράφει αναλυτικά, ας δούμε πώς το πετυχαίνει ένας πάρα πολύ μεγάλος ποιητής, ο Αισχύλος. Σε ένα χορικό από το έργο του «Αγαμέμνων» θέλει να τραγουδήσει την ωραιότερη γυναίκα του κόσμου, την Ελένη, αιτία θανάτου πλήθους ανθρώπων, αιτία καταστροφής ολόκληρης πόλης. Άλλος στη θέση του θα αναλυόταν σε περιγραφές των χαρακτηριστικών της, ανάστημα, μαλλιά, μάτια, επιδερμίδα, χρώματα (όπως θα φανταζόταν την ιδανική γυναικεία μορφή), καθώς και σε απαρίθμηση των συνεπειών της πράξης της. Ο Αισχύλος όμως αρχίζοντας το χορικό με μια ερώτηση, σαν να είναι ο χορός αντιμέτωπος με ένα μυστήριο που δεν συλλαμβάνει, αναρωτιέται ποιος να ήταν εκείνος που της έδωσε τόσο ταιριαστό όνομα[7] και πλάθει τρεις λέξεις παίζοντας με την ίδια ρίζα [ελ] του β΄αορίστου του ρήματος αιρώ(που σημαίνει κυριεύω, καταστρέφω): «ελένας» (καταστροφή των πλοίων), «έλανδρος» (καταστροφή των ανδρών), «ελέπτολις» (καταστροφή των πόλεων)[8]. Δεν κάνει την ελάχιστη αναφορά σε χαρακτηριστικά της μορφής της, αλλά υποβάλλει την εικόνα μιας κίνησης ανάερης, της Ελένης που βγήκε παραμερίζοντας τα αραχνοΰφαντα παραπετάσματα σαν αύρα κι ήρθε στην Τροία σαν πνοή απάνεμης γαλήνης δίνοντας στο σημείο αυτό τρεις στίχους, των οποίων η μελωδία φτιάχνεται με επιλογή τριών ονοματικών συνόλων αποτελούμενων από τρεις λέξεις το καθένα, στις οποίες δεσπόζουν το λάμδα, το μι και το θήτα:
Ακασκαίον άγαλμα πλούτου (γλυκό στολίδι πλούτου)
Μαλθακόν ομμάτων βέλος (απαλό βέλος των ματιών)
Δηξίθυμον έρωτος άνθος (άνθος του έρωτα που δαγκώνει την ψυχή)[9]
Κι όταν στο τέλος του χορικού θέλει να αναδείξει τις συνέπειες της απιστίας της Ελένης, λέει ,ότι αποδείχτηκε
Δύσεδρος και δυσόμιλος(κακή συγκάτοικος και κακή σύντροφος)[10]
Νυμφόκλαυτος Ερινύς(νύφη Ερινύα που φέρνει κλάματα)[11]
Θα μπορούσε κανείς να δώσει άπειρα παραδείγματα από την ελληνική και την παγκόσμια ποιητική παραγωγή για το πώς λειτουργεί η ποίηση. Οι ποιητές δεν ανακοινώνουν, δεν δίνουν μηνύματα σαν ασυρματιστές, αλλά ανοίγουν το καπάκι των μεγάλων μυστικών του κόσμου και μας καλούν να κοιτάξουμε μέσα μαζί τους. Αρκεί ένα τελευταίο παράδειγμα να θυμηθούμε, τη συγκλονιστική σκηνή στο τέλος της ραψωδίας Ω της Ιλιάδας, με τον βασιλιά Πρίαμο να γονατίζει και να παρακαλεί τον Αχιλλέα να του αποδώσει το νεκρό σώμα του γιου του για να το θάψει. Κι ο Όμηρος εκεί ακριβώς δείχνει τη μεταστροφή του Αχιλλέα, που μέχρι εκείνη τη στιγμή σκορπούσε τον όλεθρο στους Τρώες και είχε συμπεριφερθεί με μένος και τυφλή οργή εναντίον του Έκτορα. Τον δείχνει να κατακλύζεται από συμπόνια και να συνειδητοποιεί ποιος είναι ο ίδιος, τι είναι ο ηρωικός του κόσμος, ποια είναι τα όριά του και η ματαιότητά του. Και με τον τρόπο αυτό ο Αχιλλέας, ο σημαντικότερος ήρωας του πολέμου, αποσπάται από τον κόσμο της βίας, της οποίας η παρουσία ήταν διάχυτη σε όλο το έπος, κι εξαγνίζεται. Κι εμείς μαζί του. Γιατί εκείνο που νικά στο τέλος είναι η αξία της ανθρωπιάς.
Αυτή την αλήθεια αποκρυπτογραφεί ο Όμηρος με τον κόσμο που πλάθει η ποιητική του φαντασία. Και έτσι, μέσω των ποιητών, μπορεί ένας πολιτισμός να κατανοηθεί ως αντικείμενο μελέτης, αλλά μπορεί κι ο ίδιος να κατανοήσει τον εαυτό του και να τον αμφισβητήσει διερευνώντας τα όρια και τις αντιφάσεις του.Και μπορεί στην πορεία να διερωτηθεί για τα όρια που μια κοινωνία πρέπει τελικά να χαράξει προκειμένου να συσταθεί ως τέτοια.
Ζωή Μπόζεμπεργκ
Φιλόλογος, Διδάκτωρ Φιλοσοφίας, Συγγραφέας
