«Με τα πολλά και με τα λίγα, έφτασα να χρωστάω εκατό δραχμές και βάλε. Το πόσα έχω αρπάξει από τη φουκαριάρα τη μάνα μου δεν το λογαριάζω. … Δε βαριέσαι, όμως, ποιός θα μπορούσε σήμερις να με ψέξει; Ποιό νοικοκυριό δεν είναι χρεωμένο μέχρι τα μπούνια στον μανάβη ή στον μπακάλη; Στις λαϊκές αγορές, που άρχισαν να στήνονται εφέτο, για να παρακαμφθεί η κερδοσκοπία των μεσαζόντων, πιότερους να ζητιανεύουν έβλεπες, παρά να γυρνάνε με το καλάθι στο χέρι πρόθυμοι να ψωνίσουν. Χώρος μαζικής επαιτείας εγίνηκαν οι λαϊκές. Κι όταν επήγε ο Βενιζέλος στην αγορά τής πλατείας “Θησείου”, για να κάμει τα ψώνια του και να στηρίξει έτσι τον νέο θεσμό, κατέληξε να μοιράζει στους απόρους, που εμαζεύονταν γύρω του σαν αλαφιασμένο μελίσσι» (Από το διήγημα «Στο καπηλειό», σ. 33-34).
Όταν ο Μπρεχτ έγραφε τις «Ερωτήσεις ενός εργάτη που διαβάζει» (Ιστορία) τη δεκαετία του ’30 με στίχους όπως «Ποιος έχτισε τη Θήβα την εφτάπυλη; / Οι βασιλιάδες κουβαλήσαν τ’ αγκωνάρια;» ή «Ο Φίλιππος της Ισπανίας έκλαψε όταν η Αρμάδα του /βυθίστηκε. Τάχα δεν έκλαψε άλλος κανένας;», έθετε ένα σπουδαίο ζήτημα: τον ρόλο των απλών ανθρώπων στην κίνηση της Ιστορίας, στη συμμετοχή τους στα γεγονότα, αλλά και τον ρόλο των γεγονότων και της ροής της Ιστορίας πάνω τους.
Κι όταν αργότερα ο Αναγνωστάκης στο «Όταν αποχαιρέτησα …» ανέφερε τον Ηλία, την Κλαίρη, τον Ραούλ, την οδό Αιγύπτου, το τραμ 8, το σπίτι του Γιώργου, το αναρρωτήριο και υπογράμμιζε ότι μέσα από τις περιπέτειες τις ιδιωτικές «Το άψογο πρόσωπο της Ιστορίας θολώνει»,κατέδειχνε την ανάγκη να χωρέσουν στην Ιστορία οι καθημερινοί άνθρωποι.
Η μικροϊστορία, ανταποκρινόμενη σε αυτή την ανάγκη, εμφανίστηκε το 1976 στο βιβλίο «Το τυρί και τα σκουλήκια. Ο κόσμος ενός μυλωνά του 16ου αιώνα» του Κάρλο Γκίνζμπουργκ,ο οποίος ανασυνθέτει τον κόσμο ενός μυλωνά, υπαρκτού προσώπου, από το Φριούλι της Βενετίας, που οδηγήθηκε στην πυρά από την Ιερά Εξέταση ως οπαδός αίρεσης στα τέλη του 16ου αιώνα. Δεν πρόκειται για λογοτεχνικό, αλλά για ιστορικό βιβλίο, που φέρνει μπροστά στα μάτια μας έναν άνθρωπο μιας άλλης εποχής και μιας λαϊκής τάξης με βάση τα ιστορικά αρχεία της Ιεράς Εξέτασης, μεταφέροντας τα διαβάσματά του, τις συζητήσεις και τις αγωνίες του. Έτσι αίρεται η ανισότητα των φωνών ανάμεσα στις κυρίαρχες και τις υπάλληλες τάξεις, που δεν αντιμετωπίζονται ως ανώνυμο πλήθος αλλά ως δρώντα υποκείμενα.
Και παρότι πράγματι τα τελευταία χρόνια η ιστοριογραφία έχει στραφεί στο ατομικό βίωμα και καταγράφει μαρτυρίες με την τοπική και την προφορική ιστορία συνήθως, είναι εντούτοις η λογοτεχνία που έχει κατά κύριο λόγο τη δύναμη της διεισδυτικότητας και της απόδοσης του συναισθήματος.
Είναι ακριβώς σ’ αυτό το πλαίσιο αυτής που εντάσσεται και η συλλογή διηγημάτων του Κωνσταντίνου Λίχνου«Οι αχθοφόροι» (με τη φροντίδα των εκδόσεων Υψικάμινος και τον θαυμάσιο πρόλογο της Ευσταθίας Δήμου). Φυσικά, ο Λίχνος γράφει λογοτεχνία και μάλιστα καλή λογοτεχνία, αλλά με τη λογική της μικροϊστορίας, φέρνοντας δηλαδή μπροστά στα μάτια μας απλούς ανθρώπους διαφόρων εποχών, προσδιορίζοντας μάλιστα σε κάθε διήγημα από τα 14 του βιβλίου και τη χρονιά στην οποία αναφέρεται. Σημειώνω πάντως ότι υπομνηματίζει τις ιστορίες του με ιστορική τεκμηρίωση, καταγράφοντας γεγονότα ή άλλα στοιχεία τα οποία βρίσκονται στο φόντο ή στο προσκήνιο των αφηγήσεων. Ο Λίχνος προσφέρει μικρές ιστορίες, όχι μόνο από την άποψη έκτασης αλλά και από την άποψη της εμβέλειας, εστιάζοντας σε συγκεκριμένα,αφανή άτομα. Είναι αυτές οι μικρές ιστορίες που βιώνουν οι καθημερινοί άνθρωποι και μέσα από τις οποίες αντιλαμβάνονται και εμπεδώνουν τη μία και μοναδική ζωή τους, αυτή που περνά χωρίς να καταγραφεί πουθενά. Αυτές οι μικρές ιστορίες που ωστόσο κάποτε καταβροχθίζουν τη μεγάλη ιστορία,αυτές που φωτίζουν ό,τι καθιστά τη ζωή των ανθρώπων κάτι παραπάνω από τη σκόνη της (μεγάλης) ιστορίας που χάνεται μαζί με το πέρασμά της.
Όταν, λοιπόν, η μεγάλη Ιστορία γίνεται «μικρή», τα γεγονότα αποκτούν πρόσωπο και φωνή, έρχονται στα μέτρα μας. Δεκατέσσερις ιστορικοί σταθμοί στο εύρος ενός αιώνα (1924-2021)γίνονται ισάριθμα διηγήματα που διαυγάζουν το ανθρώπινο πρόσωπο της Ιστορίας, η οποία δεν είναι πια συνθήκες και αριθμοί, στρατοί και πολιτικοί, είναι πονεμένοι άνθρωποι, καφενεία και καπηλειά.
Μόχθος και βάρη κυριαρχούν στο βιβλίο, όπως δηλώνει και ο τίτλος του. Οι άνθρωποι στους οποίους αναφέρεται κουβαλούν τα φορτία της ζωής αλλά και το βίωμα της Ιστορίας που τους σφραγίζει. Η μοίρα τους είναι δεμένη με τη μοίρα του τόπου, των χρόνων, της Ιστορίας, μα εξαρτάται επίσης και από τη δική τους στάση. Άλλοτε υποτάσσονται, άλλοτε είναι φορείς αξιοπρέπειας, άλλοτε μάχονται -υπάρχουν πολλών ειδών ανθρώπινοι τύποι, αφού ο Λίχνος δεν εξιδανικεύει – αντίθετα, επιδιώκει τη ρεαλιστική καταγραφή.
Ο συγγραφέας νοιάζεται τους βασανισμένους ανθρώπους στους οποίους αποφασίζει να εστιάσει τον λογοτεχνικό φακό του, τους αντιμετωπίζει με συμπάθεια και ενσυναίσθηση. Φωτίζει τη στενεμένη ζωή τους, τις συγκρούσεις κάθε είδους που υφίστανται (εξωτερικές και εσωτερικές), τις αντιθέσεις και τα διλήμματα που ενδεχομένως τους ταλαιπωρούν, την ανάγκη για αποφάσεις και επιλογές -κάποτε επώδυνες- που υποχρεώνονται να κάνουν, τα εσωτερικά ρήγματα και τις μετατοπίσεις τους. Αναδεικνύει τους μηχανισμούς, κοινωνικούς και ατομικούς, τις συνθήκες που καθορίζουν τη συμπεριφορά τους, χτίζοντας ταυτόχρονα ενδιαφέροντες χαρακτήρες.
Και παρότι προσεγγίζει με ερμηνευτική κατανόηση τις ποικίλες στάσεις τους, φαντάζομαι ότι κάποιες φορές θα ήθελε να τους σκουντήσει να ξυπνήσουν, όταν δεν αντιδρούν στην καταπίεση και τους ασφυκτικούς περιορισμούς της ζωής τους. Θα ήθελε να τους εμποτίσει με ταξική συνείδηση, να πάψουν να είναι άβουλοι και μοιραίοι. Θα ήθελε να τους εμφυσήσει την αγωνιστική διάθεση. Ωστόσο, αντιλαμβάνεται, νιώθει τους περιορισμούς και τα εμπόδια, τα βάρη, αλλά και την απελπισία που τους καθορίζουν. Συμπάσχει μαζί τους.
Αλλά, έτσι κι αλλιώς, ανεξάρτητα από το τι κάνουν ή επιλέγουν οι ήρωες, να σκύψουν το κεφάλι ή να αντισταθούν,οι αναγνώστες αντιλαμβάνονται ακόμα και εκ του αντιθέτου την αναγκαιότητα της συνειδητοποίησης και του αγώνα.
Είναι ενδιαφέρον πάντως ότι ο συγγραφέας,καθώς εστιάζει στο ατομικό, το μικρό, αλλά υπό τη σκέπη των ευρύτερων γεγονότων, στρέφει φυσικά τον φακό του και στο μεγάλο, στα ιστορικά περιστατικά, και μάλιστα όχι μόνο στα εμβληματικά, αλλά και στα περιφερειακά, σε στιγμές ιστορικές μεν αλλά περιθωριοποιημένες, που αναδύονται από τη σκιά της Ιστορίας.Πρόκειται, λοιπόν, για αμφίδρομη διαδρομή: από τη μια παρατηρούμε την απήχηση και τον αντίκτυπο των μεγάλων γεγονότων στους καθημερινούς ανθρώπους και από την άλλη μέσα από τα βιώματά τους αντιλαμβανόμαστε την Ιστορία.Στιγμές ιστορικές, στιγμές προσωπικές, ρωγμές του συλλογικού και του ατομικού χρόνου σχηματίζουν μιαν ολότητα.
Θα σταθώ ενδεικτικά σε ορισμένα διηγήματα, καθότι προσφέρονται για κάποιες ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις.
Στο 1924 και σε έναν καφενέ της Δραπετσώνας τοποθετείται το πρώτο αφήγημα («Στον καφενέ»), όπου μαζί με τον αμέτοχο Γιώργη, τον κεντρικό ήρωα,που αποτελεί και την υποκειμενική εστίαση του συγγραφέα (που τον έχουμε ήδη γνωρίσει στη φτωχική του κάμαρα και τον ακολουθούμε από το πρωινό του ξύπνημα μέχρι την αποχώρησή του από το καφενείο, τον Γιώργη που δεν έχει δεκάρα στην τσέπη, που προσδοκά σε ένα κέρασμα καφέ ή σε μια τράκα τσιγάρου, που σπουδάζει με χίλιες δυσκολίες κι αισθάνεται στο πετσί του την κοινωνική ανισότητα), παρακολουθούμε τους διαξιφισμούς των δύο μόλις θαμώνων και του καταστηματάρχη, του κυρ Ανέστη, για τα τρέχοντα πολιτικά ζητήματα. Έτσι, έρχονται στο προσκήνιο, εκτός από τα ήδη συντελεσμένα γεγονότα της προσφυγιάς και της έλευσης των προσφύγων στις περιοχές του Πειραιά και τον αντίκτυπό τους, τα έντονα οικονομικά προβλήματα του λαού, η διχοτόμηση του νομίσματος, η διαμάχη βασιλικών – αντιβασιλικών κλπ.
Και παρότι δεν υπάρχει ακριβώς κάποια ιστορία, παρά μάλλον μια σκηνή, εντούτοις το ζωντάνεμα των ανθρώπων, η παραστατικότητα της απόδοσης, η χαρακτηριστική χρήση της γλώσσας, η πειστική μεταφορά της ατμόσφαιρας, σαν πετυχημένη σκηνογραφία, ο κινηματογραφικός τρόπος της περιγραφής και της παρουσίασης, με την αναφορά και των παραμικρών κινήσεων, βλεμμάτων, στάσεων, το φουρτουνιασμένο εξωτερικό σκηνικό, με τη βροχή και την καταχνιά, που προσδίδει δραματικότητα και συμβάλλει στην όλη ατμόσφαιρα, μας οδηγεί στο να νιώθουμε ότι είμαστε μέρος αυτής της σκηνής, σαν να βρισκόμαστε σε μια γωνιά του καφενέ και έρχεται η Ιστορία μπροστά στα μάτια μας. (Είναι χαρακτηριστική σε πολλά διηγήματα η φωτογραφική ή κινηματογραφική απεικόνιση μιας «ευρείας» στιγμής κι αυτό εγγράφεται στα πολύ θετικά στοιχεία της γραφής του Λίχνου).
Η οπτική του συγγραφέα είναι από τη μεριά των κατατρεγμένων, που γίνεται ουσιαστικά και η ματιά του αναγνώστη, αφού ωθεί τη σκέψη μας στους κάθε φορά πονεμένους και αδικημένους της Ιστορίας.
Έτσι, στο 1929 βρισκόμαστε με το δεύτερο διήγημα «Στο καπηλειό» και πάλι στις φτωχογειτονιές του Πειραιά, όπου παρακολουθούμε σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση τον Κωνσταντή, ένα νέο άνεργο, πρώην χαμάλη στο λιμάνι του Πειραιά, που ζει με τη μητέρα του και την κουτσή αδελφή του σε ένα ταπεινό σπίτι, και το έχει ρίξει με πάθος στο ποτό, για να ξεχάσει τα βάσανά του, όπως λέει. Κλέβει τα λιγοστά χρήματα που φέρνει η μάνα του που ξενοπλένει και ξενοσφουγγαρίζει, κάνει τράκες σε φτηνό ξινισμένο κρασί στο καπηλειό του Κοσμά, αναζητά δανεικά από τον πιο καλοβαλμένο, απόστρατο αξιωματικό, θείο του, που όμως του αρνείται και γενικά σκοτώνει τον καιρό του χωρίς νόημα. Από αυτή την αδιέξοδη ζωή τον βγάζει η τυχαία συνάντηση στο καπηλειό (γιατί και το τυχαίο παίζει τον ρόλο του) με έναν πολιτικοποιημένο νέο, τον Ηλία, τον οποίον πλησίασε για να κεραστεί κρασί, που τον καλεί σε μια διαδήλωση – συμπαράσταση στους απεργούς των εργοστασίων της Ελευσίνας και στην οποία -απροσδόκητα;- πηγαίνει. Η επαφή με τους ξεσηκωμένους εργάτες, με την αστυνομική βία, που οδηγεί και σε έναν νεκρό (πρόκειται για πραγματικό περιστατικό), με την έξαψη της διεκδίκησης και του δίκιου τον μεταστρέφει και του δίνει νόημα. Μέσα από την όλη εξιστόρηση, την αναλυτική συζήτηση στο καπηλειό με τον συμπότη κομμουνιστή, αλλά και τον διάλογο με τον θείο που είναι συντηρητικός, έρχεται στο προσκήνιο όλη η πολιτική, οικονομική, κοινωνική κατάσταση της εποχής, τα μεγάλα οικονομικά προβλήματα και τα χρέη της χώρας, η ακρίβεια, η φορολογία, η εξάπλωση της φτώχειας, η ανεργία, η απεργία των μεταλλωρύχων του Λαυρίου επίσης με έναν νεκρό, η ψήφιση του ιδιώνυμου από τον Βενιζέλο, οι προκηρύξεις του ΚΚΕ, αλλά και η καθημερινότητα, η έναρξη λειτουργίας των λαϊκών αγορών, αλλά και των περιπτέρων για τους ανάπηρους πολέμου. Είναι και αυτό ένα πολιτικό διήγημα που ζωντανεύει την Ιστορία μπροστά στα μάτια μας και μεγεθύνει μια στιγμή.
Μια στιγμή, μια νύχτα αποτυπώνεται και στο διήγημα «Ψίχουλα στο τραπέζι» που αναφέρεται στο 1941 και τον χειμώνα της μεγάλης πείνας και του ασυνήθιστα αφόρητου κρύου. Μέσα από τις περσίδες του παραθύρου μιας διώροφης μονοκατοικίας στην Κυψέλη, μέσα από τα μάτια -και τη φωνή- του Αντρέα (πρωτοπρόσωπη αφήγηση), πρώην προνομιούχου οικογενειάρχη, βλέπουμε τη χειράμαξα που κουβαλά πτώματα, μέσα από τους διαλόγους του με τη γυναίκα και τη μικρή του κόρη, που προσπαθούν να ζεσταθούν δίπλα στο τζάκι, μαθαίνουμε για την έλλειψη τροφίμων, για τον αγώνα και την αγωνία της εύρεσης ακόμα και ψίχουλων, για τη σταδιακή εξαφάνιση των μικρών ζώων από τους δρόμους της πόλης που γίνονταν τροφή (στοιχείο στο οποίο επικεντρώνεται και η ιστορία), για το συνηθισμένο πια θέαμα των σκελετωμένων νεκρών κατάχαμα και την απεγνωσμένη προσπάθειά του να βρει τροφή για την οικογένεια. Η συνθήκη και η ατμόσφαιρα μεταφέρονται με αυθεντικότητα, ακρίβεια, πειστικότητα.
Από την άλλη, το διήγημα «Απαγορεύεται το ουρείν», παρότι προσδιορίζεται ως αναφερόμενο στο 1956, είναι πιο μακροσκοπικό, απλώνεται σε πολύ μεγαλύτερο εύρος χρόνου, καθότι εκκινεί από το 1934 και παρουσιάζει τη ζωή μιας οικογένειας βιοπαλαιστών σε εποχές δύσκολες, με τον άντρα να αναγκάζεται να ξεφορτώνει ψάρια στο λιμάνι του Πειραιά καταστρέφοντας σταδιακά τη μέση του, αλλά αγνοώντας τις κινητοποιήσεις και διεκδικήσεις, και φτάνει στην επίμαχη χρονολογία επικεντρώνοντας στην οικογένεια του γιου τους, που πλέον ζει παντρεμένος στο Αιγάλεω, όπου φιλοξενεί και τον κατάκοιτο πλέον πατέρα του. Οι δύο ιστορίες, πατέρα και γιου, δένονται αριστοτεχνικά γύρω από τη φράση που δίνει τον τίτλο στο διήγημα «απαγορεύεται το ουρείν», στο οποίο για λόγους έκτασης δεν θα σταθώ, επισημαίνοντας εδώ μόνο μια επανερχόμενη πολύ δυνατή ακουστική εικόνα, το χτύπημα της γροθιάς του πατέρα στο ξύλινο μπαούλο, που ήταν η κλήση για τουαλέτα. Μαζί με τις ιστορίες των εργοστασίων «Ρετσίνα» και «Γιούλα» (δηλαδή άγνωστες και εξειδικευμένες πτυχές της Ιστορίας),στο διήγημα κεντρική θέση έχουν και οι αναφορές στην ψήφο των γυναικών.
Διασύνδεση των γενεών συμβαίνει και σε μια άλλη οικογένεια, η ιστορία της οποίας αναπτύσσεται μάλιστα σε δύο διηγήματα. Στο διήγημα του 1966, λοιπόν, παρακολουθούμε μια ακόμα φτωχή και στερημένη οικογένεια, αυτή τη φορά σε χωριό της Θεσσαλονίκης. Ο συγγραφέας εστιάζει στον μικρό γιο, τον Βλάση, που είναι ασθενικός στο σώμα, αλλά δυνατός στο πνεύμα, και αφοσιώνεται το διάβασμα και στο σχολείο, όπου πραγματικά ξεχωρίζει, αν και μάλλον με τρόπο αιρετικό, αφού με τον προβληματισμό του και τις -κατά βάση μάλιστα πραγματικές- εκθέσεις του, που καταχωρούνται ολόκληρες στο διήγημα (όπου για παράδειγμα ειρωνεύεται τους βασιλιάδες με το πρόσχημα ενός παραμυθιού), προκαλεί τον δάσκαλο και τις συντηρητικές παραδοχές της εκπαίδευσης.
Το ενδιαφέρον είναι ότι τον Βλάση τον συναντούμε ως απόφοιτο της Νομικής στην Αθήνα 20 χρόνια αργότερα στο διήγημα του 1986 και στην εποχή του ΠΑΣΟΚ.
Μέσα από τη διασύνδεση ιστοριών και γενεών εμφαίνεται και η σύζευξη των ιστορικών γεγονότων που λειτουργούν αιτιακά στην πορεία της ιστορικής εξέλιξης.
Ενδιαφέρον,ιδίως ως προς το πολιτικό περιεχόμενο,έχει και το διήγημα «Καλή δύναμη σ’ εμάς», που τοποθετείται στο 1967, αλλά προδικτατορικά, και στις φτωχογειτονιές του Αιγάλεω -στο περιορισμένο σπίτι του αφηγητή, του Γιώργη.Η δράση περιορίζεται σε μια πολιτική συζήτηση μεταξύ του αφηγητή και της καθοδηγήτριάς του (μέλη – στελέχη της ΕΔΑ που αρχικά ανήκαν στο παράνομο ΚΚΕ, μέχρι που το Κόμμα αποφάσισε τη διάλυση του παράνομου μηχανισμού και την ένταξη των μελών του στη νόμιμη ΕΔΑ), που αποκαλύπτει την αγωνία αλλά και τον εφησυχασμό της Αριστεράς λίγους μήνες πριν το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου και προδιαγράφει τη διάσπαση του ΚΚΕ, που θα συμβεί το 1968. Είναι και αυτό βασισμένο σε πραγματικό διάλογο.
Ένα ίσως ξεχασμένο θύμα της χούντας τιμά το διήγημα «Το φάσκελο», που αποτελεί επεξεργασία ενός διηγήματος του Αντώνη Χαριστού και αναφέρεται στη δολοφονία της νεαρής Μαρίας Καλαβρού στην οδό Πατησίων από τον στρατιωτικό που κρατούσε το οπλοπολυβόλο σε ένα τανκς, γιατί τόλμησε να εκδηλώσει την αποστροφή της με μία μούντζα την ημέρα του πραξικοπήματος.Η ιστορία ξετυλίγεται μέσα από την πρωτοπρόσωπη αφήγηση ενός νεαρού λαχειοπώλη, που πολύ πρόσφατα έχει έρθει από το χωριό του στην Αθήνα για καλύτερη τύχη, και γίνεται αυτόπτης μάρτυρας του τραγικού συμβάντος, αλλά και του αυταρχισμού του αφεντικού του,ο οποίος αποκλείει από τα λαχεία κάποιους «σεσημασμένους», και ενώ αρχικά είναι ανίδεος γίνεται τελικά φοβισμένος.
Αντίθετα, τη σταδιακή αφύπνιση του ήρωα δείχνει το διήγημα «Η συνέντευξη» που τοποθετείται στο 2019, με αφορμή ένα πραγματικό εργατικό ατύχημα, τον θάνατο μιας εργάτριας που καταπλακώθηκε από κλαρκ σε εργοστάσιο, ο οποίος σε μια γραπτή δοκιμασία στο πλαίσιο συνέντευξης – διαδικασίας πρόσληψης σε μια εταιρεία, καταγράφει, αντί για την προσωπικότητά του, όπως του έχει ζητηθεί, τη βαθμιαία συνειδητοποίησή του και το πέρασμα από τον φόβο απέναντι στα αφεντικά προς τη θαρρετή στάση, από την αντιπάθεια απέναντι στον συνδικαλισμό και το σωματείο προς την επίγνωση της ανάγκης του αγώνα και της οργάνωσης.
Το τελευταίο διήγημα της συλλογής με τίτλο «Τίποτα» διαδραματίζεται το 2021 επί πανδημίας. Η πραγματικότητα που περιβάλλει την ηρωίδα την κατανικά με όλα της τα προβλήματα, ατομικά και συλλογικά, τοπικά και παγκόσμια, από το κλείσιμο των νοσοκομείων και την ακρίβεια μέχρι την απαρχή του πολέμου στην Ουκρανία και την εκδίωξη Παλαιστινίων από την Ιερουσαλήμ.
Υπάρχουν και μερικά διηγήματα που έχουν πιο χαλαρή σχέση με τα ευρύτερα τεκταινόμενα, όπως αυτά που τοποθετούνται σε μικρούς τόπους της Αιτωλοακαρνανίας, νομού καταγωγής του συγγραφέα, και όχι μόνο, που έχουν πάντως άλλες αρετές, με το πολύ καλογραμμένο και στοχαστικό διήγημα «Η Ανάσταση» να ξεχωρίζει.
Σε κάθε περίπτωση, τα διηγήματα, παρά την αυτονομία τους, υπάγονται σε ένα ενιαίο σχέδιο, που τοιχογραφεί έναν αιώνα και διαμορφώνει ένα συλλογικό υποκείμενο, αναδεικνύοντας και αναλογίες με το ιστορικό παρόν.
Η γραφή του Κωνσταντίνου Λίχνου και ιδιαίτερα η γλώσσα του είναι αξιοπρόσεκτη, γλαφυρή και ρέουσα. Του ταιριάζει η λαϊκή μορφή της, που την χειρίζεται με χαρακτηριστική άνεση. Ενδεικτικά παραθέτω ελάχιστα παραδείγματα από το πρώτο διήγημα: χινόπωρο, ανθρωπομάνι, ψυχολαλιά, άθαρρα, αμόλευτους, δριμόνι, δρολάπι, χωρατέψει, αχνοφωτοβολούσαν, βαμβακώνει ο ουρανός.
Παρά το γεγονός ότι κάποιες φορές αναμειγνύει δημοτικούς και λογιότερους τύπους,εντούτοις η ανάμειξη δεν ενοχλεί κατ’ ανάγκην είτε διότι στα διηγήματα που τοποθετούνται σε παλαιότερες εποχές υπονοείται επηρεασμός από την επίσημη γλώσσα είτε διότι στα διηγήματα των νεότερων χρόνων η γλώσσα εκσυγχρονίζεται -ο συγγραφέας παρακολουθεί τη γλωσσική εξέλιξη, πράγμα απαιτητικό.
Τέλος, ως εκπαιδευτικός δεν μπορώ παρά να σκεφτώ και την εκπαιδευτική / διδακτική αξία αυτού του εγχειρήματος, που προσφέρεται απόλυτα για αξιοποίηση στην τάξη, την οποία και προτείνω, διότι πιστεύω ότι θα συμβάλει στην ελάφρυνση των βαρών των(επίσης αχθοφόρων) μαθητών και μαθητριών.
