«Οι άνθρωποι είναι ο θησαυρός μας»
Οι συγγραφείς, αλλά και οι αναγνώστες, συνήθως έλκονται από άλλες συγγενικές ψυχές, θεματολογικά και ψυχικά, πόσο μάλλον αν φθάσουν σε σημείο να γράψουν ολόκληρο βιβλίο για αυτούς και εν είδη ανοιχτής επιστολής, στο άμεσα αυτοαναφορικό –ή τουλάχιστον φαινομενικά αυτοαναφορικό- πρώτο πρόσωπο. Ας αναζητήσουμε αυτές τις συγγένειες, πρωτίστως στο βιβλίο αυτό, που του δίνουν έμμεσα διττό ενδιαφέρον.
Αγάπη, θρησκεία, λογοτεχνία, έρωτας, πάθος, παραφορά και πολλά άλλα ανακατεύονται
ως κοινός τόπος σε αυτή την ανοιχτή επιστολή. Το μυαλό του Κοροβίνη περιστρέφεται
στην Θεσσαλονίκη και την Κωνσταντινούπολη, τις δυο αγάπες του, και μέσα στις εικόνες
που καταγράφει αισθάνεται και παρεμβάλλει τον αγαπητό του Γιώργο Ιωάννου. Του μιλά
σαν να τον έχει μπροστά του, αλλά είναι αδύνατον να κάνει διάλογο, όμως τις απαντήσεις
τις έχει ήδη μέσα του και ο «διάλογος» ουσιαστικά συντελείται από τα λεγόμενα. Συνδιαλέγεται με τον άνθρωπο Ιωάννου και με την τέχνη του, μέσα από τα κοινά τους βιώματα και τις ανάλογες εμπειρίες.
Η αγάπη προς το λαϊκό τραγούδι και τους ερμηνευτές του, μα και, γενικότερα, προς τους λαϊκούς ανθρώπους, τον λαϊκό πολιτισμό και αυτούς του περιθωρίου, είναι διάχυτα στο βιβλίο και γίνονται όχι από το θεωρείο του μορφωμένου μικροαστού αλλά του μετέχοντα και
του κοινωνού της «αλήθειας» τους. Έτσι ο συγγραφέας είναι στιχουργός, τραγουδιστής, θαμώνας λαϊκών στεκιών, όπου συναναστρέφεται και αφουγκράζεται τους ανθρώπους
και, κατ’ ακολουθία, εκφραστής αυτών στα έργα του, καθώς ο καθένας ό,τι έχει μέσα του μοιράζει. Νομίζω ότι τα βιβλίο «ξεπερνά» το ενδιαφέρον του Γιώργου Ιωάννου
και επεκτείνεται σε συνολικότερες οπτικές της κουλτούρας και του πολιτισμού.
Πολύ ευρεία είναι η ανθρωπογεωγραφία, καθώς εκτός από τον Ιωάννου παρεμβάλλονται, ως κοινές τους αγάπες, μια σειρά από λογοτέχνες, μουσικοί, τραγουδιστές και γενικότερα καλλιτέχνες, εντοπισμένοι χρονικά και τοπικά στον κοινό χώρο δράσης του με τον Κοροβίνη. Είναι «φόρος τιμής» και «φόρος μνήμης» στον πνευματικό κόσμο και στους ανθρώπους
που διαμόρφωσαν τον συγγραφέα αλλά και σε μεγάλο βαθμό τη νεοελληνική πραγματικότητα. «Μου λείπουν, μου λείπουν όλοι» (σ.22), θα αναφωνήσει ο συγγραφέας
σε μια κρίση νοσταλγίας και αγάπης, καθώς κατ’ ουσία αυτό είναι και ολόκληρο το ανά χείρας βιβλίο.
Οι άνθρωποι είναι ο θησαυρός μας.
Ο Κοροβίνης είναι ο λογοτέχνης του γλωσσικού πλούτου, που αναμιγνύει αργκό με λόγιες και αρχαιοπρεπείς λέξεις και πολλές με τουρκική ρίζα, οι οποίες είτε πηγάζουν από τη φιλολογική του παιδεία είτε από τις (εικαζόμενες) εμπειρίες και τα βιώματά του και κάποτε κάνει και λεξιπλασίες. Θα πρέπει να λάβουμε υπ’ όψη μας ότι έζησε για χρόνια
στην Κωνσταντινούπολη και είναι λάτρης του «παντρέματος» της ελληνικής
και της τουρκικής κουλτούρας, μελετητής τους, και σε πολλά βιβλία του ασχολείται με αυτά. Με γλώσσα κοφτή, συμπυκνωμένη, λιτή και απέριττη, με θραύσματα φράσεων του Ιωάννου και άλλων, φτιάχνει ένα κείμενο νευρώδες και πρωτότυπο, που συχνά μοιάζει με διαμαρτυρία για τα κακώς κείμενα της κοινωνίας ή μερίδας συμπολιτών μας και συχνά σκιαγραφεί ανθρώπους του περιθωρίου, με τα πάθη και τα βάσανά τους, «βουτώντας» σε φυλακές
και παραστρατημένα μονοπάτια. Και πάνω από όλα στέκει ο παράφορος πόθος, ο «νόμιμος», ο «άνομος», ο φανερός και ο κρυφός, ο οποίος μας ορίζει και πολλές φορές ντρεπόμαστε
να τον εκφράσουμε, και μαζί με αυτόν οι άνθρωποι του περιθωρίου, μπανιστιρτζήδες, κολομπαράδες, προστάτες, τράνς και άλλοι, που όλοι αποτελούν το ιδιαίτερο μωσαϊκό
στο οποίο κινήθηκε, ως ένα βαθμό, το έργο του Κοροβίνη. Ο συγγραφέας ξέρει μέσα σε λίγες γραμμές να μας προβάλει μια ολόκληρη κοινωνία, περιθωριακές ομάδες ανθρώπων αλλά και των συνηθισμένων του καθημερινού μόχθου, που ζητούν να διαφύγουν στις θελήσεις τους.
Ατελείωτος είναι και ο βομβαρδισμός με γλαφυρές και παιγνιώδεις φράσεις και εικόνες. Φτιάχνεται έτσι ένα φωτογραφικό άλμπουμ με τα ενσταντανέ της εποχής που περιγράφεται, που θα χρειαζόταν χιλιάδες σελίδες για να περιγραφεί πλήρως, χωρίς την αφαιρετικότητα
του συγγραφέα. Είναι μεγάλη η πύκνωση του βιβλίου, μοιάζει ποιητική.
Κλείνοντας, θέλω να ομολογήσω ότι με το βιβλίο αυτό του Κοροβίνη «έπαθα» ό,τι «παθαίνω» με την ποίηση. Δεν μπορούσα να διαβάσω πολλές σελίδες μαζί, γιατί το νόημά του είναι συμπυκνωμένο. Ούτε μια στιγμή δεν βυθίστηκα στον καναπέ μου, αλλά ήμουν ηλεκτρισμένος σε εγρήγορση.
Γρηγόρης Τεχλεμετζής
