Μπορεί σήμερα το πείραμα σχεδόν να απουσιάζει απ’ την ελληνική εκπαίδευση, το 1812 ο Κούμας διαπίστωνε ότι «Βουκουρέστιον, Κωνσταντινούπολις, Σμύρνη, Χίος, Κυδωνίαι, Ιωάννινα έχωσιν τα αναγκαιότερα όργανα της πειραματικής φυσικής, το ίδιον και το Ιάσιον, οι Μηλεές, τα Αμπελάκια και η Χίος».

Επίσης στην Άρτα, στην Κοζάνη έχουμε ελληνικά σχολεία, στην Καστοριά, στην Κων/πολη, στη Σίφνο, στην Πάτμο, στη Χίο, σπουδαία σχολεία της Χίου, μα πολύ σπουδαία σχολεία στη Χίο στην περίοδο της τουρκοκρατίας. Εξάλλου γνωρίζουμε τι προσπάθεια έκανε ο Κοραής για να δημιουργηθεί η καταπληκτική Σχολή και βιβλιοθήκη της Χίου, να ενισχυθεί η Σχολή της Χίου με βιβλία τα οποία έστελνε από το Παρίσι. Η Σχολή της Χίου ήταν επιπέδου πανεπιστημίου.

Στην Αθήνα τρία σχολεία στο κέντρο της πόλεως, στη Δημητσάνα της Πελοποννήσου ένα θαυμάσιο σχολείο, που μέχρι σήμερα είναι δυνατόν να το επισκεφτεί κανείς. Στις Μηλιές του Πηλίου: Άνθιμος Γαζής, 18ος αιώνας, υπέροχο σχολείο στην πλατεία των Μηλεών, με βιβλιοθήκη, με αίθουσες πειραμάτων Φυσικής και Χημείας.

Στον Τύρναβο της Θεσσαλίας -ο Δούγκας καταγόταν από τον Τύρναβο – είπαμε παραπάνω. Στα Αμπελάκια, τα Αμπελάκια είναι στον Κίσσαβο. Οι κάτοικοι των Αμπελακίων ήταν πάμπλουτοι από το εμπόριο που περιγράψαμε στην προηγούμενή μας ενότητα, μεταφέροντας βαμβακερές κλωστές βαμμένες με ένα κόκκινο χρώμα από ένα φυτό της περιοχής που λεγόταν ριζάρι. Αυτές οι βαμμένες κλωστές, βαμβακοκλωστές των Αμπελακίων, ήταν περιζήτητες στην Αυστρία, σ’ όλη την Αυστριακή Αυτοκρατορία, και οι Αμπελακιώτες είχαν γίνει πεντάπλουτοι. Ακόμη μπορεί κανείς να επισκεφθεί τα Αμπελάκια και να δει υπολείμματα των υπέροχων αρχοντικών που είχαν χτίσει στην πόλη τους, και δεν είναι τυχαίο ότι γνώριζαν, στα Αμπελάκια ακουγόταν σαν δεύτερη γλώσσα στον 18ο αιώνα τα γερμανικά, γιατί οι Αμπελακιώτες πήγαιναν και έρχονταν στην Αυστριακή Αυτοκρατορία. Και το σχολείο των Αμπελακίων ήταν ξακουστό, διότι το χρηματοδοτούσαν αυτοί οι πλούσιοι έμποροι.

Δεν είναι καθόλου παράξενο ότι το πρώτο γερμανικό θεατρικό έργο που παρουσιάστηκε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία σε μετάφραση, παρουσιάστηκε στο σχολείο των Αμπελακίων στο τέλος του 18ου αιώνα. Μιλάμε για ένα θαύμα από αυτή την πλευρά.
Επίσης πολύ σπουδαίες Σχολές δημιουργήθηκαν στη Σμύρνη: Το Φιλολογικό Γυμνάσιο της Σμύρνης, η Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης, θαυμάσια σχολεία που είχαν και αίθουσες παρατηρήσεως του αστρονομικού κόσμου, και η Ακαδημία στις Κυδωνίες, στα παράλια της Μ. Ασίας και σπουδαίες Σχολές στην Τραπεζούντα.[7]

Αυτά είναι τα περίφημα σχολεία, περίπου 30 μεγάλες Σχολές, περίφημες περίπου 30 μεγάλες Σχολές του Ελληνισμού στην περίοδο της τουρκοκρατίας. Άλλα είναι τα σχολεία των κοινών γραμμάτων και των ελληνικών γραμμάτων, υπήρχαν και αυτά παραλλήλως.
Και φυσικά, οι περισσότεροι άνθρωποι δεν μάθαιναν γράμματα στα χωριά. Οι περισσότεροι άνθρωποι κατοικούσαν στα χωριά, δεν μαθαίνανε γράμματα, ήταν ολιγογράμματοι ή αγράμματοι. Μαθαίνανε όσα γράμματα μαθαίνανε με τη βοήθεια των ιερωμένων στο χωριό, που τι βιβλίο είχε ο ιερωμένος για να διδάξει τα παιδιά πέντε πράγματα; Το Ευαγγέλιο, το Μηναίο, δηλ. τα βιβλία που υπήρχαν στην εκκλησία του χωριού. Η εικόνα δηλαδή του ιερωμένου να είναι μαζεμένα τα παιδάκια ολόγυρά του και εκείνος να κρατά το Ευαγγέλιο και να τους δείχνει στην ουσία πώς να διαβάζουν, είναι ακριβής, αλλά δεν ήταν κρυφή.

Η ελληνική πλευρά στην περίοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αναλόγως των πραγματικοτήτων, έκανε θαύματα δηλαδή στον τομέα της παιδείας δημιουργώντας έναν αριθμό αυτών που αναφέραμε: σπουδαίων σχολείων, υψηλού επιπέδου σχολείων, τα οποία είχαν αίθουσες πειραμάτων, πράγματα πολύ προχωρημένα και συνομιλούσαν με τη «σοφία», ας πούμε, της Ευρώπης της εποχής, και επίσης έναν άλλον αριθμό δευτερευόντων σχολείων σε πόλεις και κωμοπόλεις, και στα μικρά χωριά το κλίμα το οποίο είπαμε, δηλαδή στοιχειώδη εκπαίδευση που μπορούσε να δώσει ο ιερέας, όσα γράμματα είχε και όσο επέτρεπαν και οι γεωργικές δουλειές να γίνουν.
Οι Οθωμανοί δεν ασχολήθηκαν με την εκπαίδευση κανενός στην αυτοκρατορία τους, ούτε να οργανώσουν εκπαίδευση ούτε για να αναστείλουν εκπαίδευση. Θεωρούσαν ότι η εκπαίδευση συνδέεται με τη θρησκεία. Της δικιάς τους θρησκείας τα σχολεία είναι οι μεντρεσέδες, μέσα, στην ουσία, στα τζαμιά. Επομένως, οι χριστιανοί έχουν και αυτοί, αφού η θρησκεία τους λειτουργεί μέσα στην Αυτοκρατορία, μπορούν να έχουν τα σχολεία τους, ας κάνουν ό,τι θέλουν με αυτά. Κι οι Εβραίοι να έχουν τα σχολεία τους, ας κάνουν ό,τι θέλουν με αυτά. Και οι Αρμένιοι να έχουν τα σχολεία τους, ας κάνουν ό,τι θέλουν με αυτά. Και μάλιστα στον 19ο αιώνα, ακόμη και μετά την Ελληνική Επανάσταση, ο ελληνισμός κυριολεκτικά εκτόξευσε την παιδεία του, δημιουργώντας τεράστια πλέον ιδρύματα, θαυμάσια σχολεία. Αρκεί να δει κανείς το κτίριο της Ακαδημίας της Τραπεζούντος,[8] είναι μεγάλο σαν την ελληνική Βουλή στο Σύνταγμα σήμερα. Τόσο μεγάλα κτίρια, καταπληκτικά. Ή στη Φιλιππούπολη ή στη σημερινή νότια Αλβανία, στο Αργυρόκαστρο κλπ., καταπληκτικά κτίρια. Γιατί οι Έλληνες και στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα ακόμη περισσότερο δώσανε έμφαση στην παιδεία τους,[9], [10] κι ας ήτανε σε οθωμανικά εδάφη η δράση αυτή, μια και περίμεναν όλοι ότι θα ενωθούν γρήγορα με την Ελλάδα που μόλις είχε διαμορφωθεί. Απλώς να υπογραμμισθεί στο σημείο αυτό ότι προς το τέλος του 19ου αιώνα, αρχές του 20ού αιώνα, θα υπάρξουν βιαιότητες όσον αφορά τα σχολεία σε διάφορα μέρη. Και τούτο διότι θα εκτοξευθούν οι εθνικισμοί στο τέλος του 19ου, αρχές του 20ού αιώνα, μεταξύ των Βουλγάρων, μεταξύ των Ελλήνων, μεταξύ των Σέρβων, μεταξύ των Τούρκων. Και σε εποχές βιαιοτήτων, θα έχουμε θέματα με σχολεία στο ένα σημείο ή στο άλλο. Αλλά μέχρι και το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, πουθενά δεν έχουμε την καταγραφή ότι δηλαδή, οι Οθωμανοί πήραν απόφαση να μην επιτρέπεται η δημιουργία σχολείων. Μέχρι στιγμής δεν έχουμε βρει κάποιο έγγραφο, -κάποιο έγγραφο πριν την Ελληνική Επανάσταση-, οθωμανικό, το οποίο να δίνει μια τέτοια διαταγή για σχολεία. Αντίθετα, εκείνο που ξέρουμε είναι τα σχολεία στα Γιάννενα, στις Κυδωνίες, στη Χίο, στη Σμύρνη, στο Ιάσιο, στο Βουκουρέστι, στην Αθήνα, λειτούργησαν χώροι απρόσκοπτα χωρίς κάποιο ζήτημα επί αιώνες. Τώρα ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή όμως διότι έχουμε πολλά να πούμε. Τι μπορούμε να πούμε για την ελληνική παιδεία. Στον 15ο αιώνα που είναι ο αιώνας της Άλωσης, το 1453 αλώνεται η Κωνσταντινούπολη, βέβαια οι Οθωμανοί έχουν καταλάβει πολλά εδάφη της, όλης της περιοχής και ενωρίτερα, δεν γνωρίζουμε να λειτουργούν σχολεία. Δεν μας έχουν μείνει μαρτυρίες; Δεν υπήρχαν σχολεία; Πιθανόν. Εξάλλου και στο Βυζάντιο τα σχολεία δεν ήταν πολλά, ούτε στις λατινοκρατούμενες περιοχές, συνήθως η εκπαίδευση γινόταν κατ’ οίκον, ή κατά ομάδες βρίσκονταν σε κάποια σημεία, μαθητές που διδάσκονταν από ένα δάσκαλο. Όμως τον 15ο αιώνα στην οθωμανική αυτοκρατορία, έχουμε ενδείξεις ότι εξακολουθεί να λειτουργεί η Πατριαρχική σχολή, η Πατριαρχική Ακαδημία, δηλαδή το σχολείο που υπήρχε πάντα μέσα στο Πατριαρχείο και το οποίο εκπαίδευε, δίδασκε, ήταν επαγγελματικό, ήταν Ιερατική Σχολή, δίδασκε άνδρες προκειμένου να λάβουν ιερατικές θέσεις στην ιεραρχία της Εκκλησίας.

Φαίνεται ότι αυτή η σχολή λειτουργούσε, δε λειτουργούσε, ξέρουμε ότι είχε σαφή βελτίωση στο 16ο και ιδίως το 17ο αιώνα, αλλά αν υπάρχει κάτι που λειτουργεί μοιάζει να ‘ναι αυτή, ίσως με διακοπές και επανεκκινήσεις. Έχουμε διάφορες πληροφορίες για δάσκαλο που διδάσκει εδώ, για δάσκαλο που διδάσκει εκεί, αλλά όπως είπαμε σε κατ’ οίκον δράσεις ή σε μικρές ομάδες.
Στο 16ο αιώνα αρχίζουμε και έχουμε ενδείξεις, τουλάχιστον τα στοιχεία που μας διασώζονται, μπορεί κάποτε να βρεθούν κι άλλα στοιχεία που θα μας φωτίσουν περισσότερο. Αυτή τη στιγμή κινούμαστε με αυτά που μας έχουν διασωθεί. Παρουσιάζονται στοιχεία που δείχνουν ότι λειτουργούν περισσότερο οργανωμένα καταστάσεις σχολείων μέσα σε μοναστήρια. Είμαστε βέβαιοι ότι σε μοναστήρια της Μυτιλήνης, οργανώνονται δράσεις εκπαιδευτικές για τους μοναχούς, αλλά είναι ανοικτές και στους εκτός μοναστηρίων. Μάλιστα εκεί στα 1540-1550, αναφέρεται και η Μονή Μυρτιδιωτίσσης στη Μυτιλήνη, ως χώρος στον οποίο υπάρχει κύκλος διδασκαλίας, προφανώς θεολογικών βιβλίων και τέτοιων θεολογικών θεμάτων, όμως είναι μια παιδεία και αυτή πολύ σημαντική εκείνη την εποχή, και επειδή είναι μοναστήρι θηλέων, το σχολείο αυτό εικάζεται ότι μπορεί να ήταν το πρώτο σχολείο θηλέων στην αυτοκρατορία.

Τον ίδιο αιώνα αρχίζουμε και έχουμε ενδείξεις για λειτουργία σχολείων πάλι μέσα σε μοναστήρια, για τους μοναχούς που γίνονται ευρύτερης, τελικά, παροχής παιδείας. Στην περίφημη μονή της Πάτμου, και έχουμε τις ενδείξεις πρώτων σχολείων στο δεύτερο μισό του 16ου αιώνα και στην Αθήνα, την πόλη των Αθηνών, η οποία πόλη των Αθηνών ως φαίνεται μέσα στην τουρκοκρατία, είχε κατά καιρούς σημαντικά σχολεία. Άλλοτε ένα, άλλοτε δύο, άλλοτε τρία, κάποιες φορές έχουμε και ενδείξεις για περισσότερα σχολεία. Πάντως αυτές οι ενδείξεις παρουσιάζονται στο δεύτερο μισό του 16ου αιώνα. Κάποιες ενδείξεις για λειτουργία σχολείων υπάρχουν και για τη Σίφνο, στη Χίο βεβαίως, είναι βέβαιο διότι η Χίος το 16ο αιώνα, μέχρι το 1566 ήταν γενοβέζικη κτίση, είχε μεγάλη, μεγάλη οικονομική ανάπτυξη και τα σχολεία της Χίου παρέμειναν σημαντικότατα συνεχώς. Ίσως τα σχολεία, τα ελληνικά σχολεία της Χίου είναι τα σημαντικότερα σχολεία του Αιγαίου και χάρις, αργότερα το 18ο αιώνα και 19ο, στο μεγάλο της λόγιο τον Αδαμάντιο Κοραή φτάνει να διαθέτει σχολεία υψηλοτάτου επιπέδου στο 18ο και 19ο αιώνα. Πάντως η Χίος έχει συνεχή πορεία υψηλού επιπέδου εκπαιδεύσεως.
Εκεί στο 16ο αιώνα μοιάζει, το δεύτερο μισό του 16ου αιώνα, να είναι κομβική περίοδος. Αρχίζουμε να έχουμε στοιχεία ότι λειτουργούν σχολεία. Πόσα πολλά; δεν μπορούμε να ξέρουμε. Τον ίδιο αιώνα όμως, ο 16ος, είναι αιώνας στον οποίο συμβαίνει και το εξής ενδιαφέρον, από άλλη πλευρά, και που φέρνει αλλαγές και εξελίξεις. Ο 16ος αιώνας για τη δυτική Ευρώπη είναι πολύ βαρύς αιώνας, διότι υπάρχει το Σχίσμα, το δεύτερο μεγάλο Σχίσμα της Χριστιανικής εκκλησίας, μεταξύ Καθολικών και Προτεσταντών. Το 1517 γίνεται αυτό το Σχίσμα. Οι Προτεστάντες κατηγορούν τους Καθολικούς ότι θέλουν να κρατούν τους πιστούς στη δεισιδαιμονία και στην αμάθεια. Ότι είναι ελεεινοί, και το μόνο που σκέφτονται είναι το χρήμα κ.λ.π., και η Καθολική εκκλησία ανταπαντά στη μεταρρύθμιση του Λουθήρου και του Καλβίνου με τη δικιά της αντιμεταρρύθμιση, η οποία παίρνει σάρκα και οστά μετά τα μέσα του 16ου αιώνα. Η Καθολική αντιμεταρρύθμιση θέλει
να χτυπήσει τους Προτεστάντες εκεί που την κατηγορούν, όταν της λεν ότι δεν ενδιαφέρεται για τη μόρφωση και την καλλιέργεια και τη σκέψη των ανθρώπων, αλλά τους θέλει κουτούς, αμαθείς, για να τους καθοδηγεί κ.λ.π. Και αποφασίζει ότι θα δημιουργήσει Καθολικά σχολεία, αν μπορεί σε όλα τα σχολεία του κόσμου. Για να το πετύχει αυτό, οργανώνει ή αναδιοργανώνει ιεραποστολικά τάγματα. Το πιο σημαντικό από αυτά είναι οι Ιησουίτες, οι Καπουκίνοι, οι Ουρσουλίνες, που είναι γυναικείο τάγμα, οι Φραγκισκανοί, οι Βενεδικτίνοι, είναι τάγματα τα οποία τώρα μπαίνουν στην υπηρεσία της αντιμεταρρύθμισης, Καθολικά τάγματα. Οι ιερωμένοι τους στέλνονται σε διάφορα σημεία του κόσμου για να δημιουργήσουν σχολεία. Ο κάθε Ιεραπόστολος που πηγαίνει σε κάποιο σημείο του κόσμου, διδάσκεται
πρώτα τη γλώσσα της χώρας, της περιοχής που θα πάει, ούτως ώστε να μπορεί να μιλάει αυτή τη γλώσσα και να έχει διεισδυτικότητα στη ντόπια κοινωνία. Και επίσης μαθαίνει και στοιχεία ιατρικής για να είναι χρήσιμος στους κατοίκους, άρα να έχει μεγαλύτερο κύρος, άρα μεγαλύτερο σεβασμό, άρα να κερδίζει η Καθολική εκκλησία τις εντυπώσεις και να κερδίζει με το μέρος της πληθυσμούς, και επίσης είναι ντυμένοι με απλούστατο τρόπο με μανδύες, με σανδάλια, ζουν απλά και ταπεινά, και εξ αυτού, δημιουργούν ένα κλίμα σεβασμού για τους ίδιους.
Τέτοια ιεραποστολικά τάγματα στέλνονται και στην Οθωμανική αυτοκρατορία. Στην περιοχή του Αιγαίου πολλά. Και στα παράλια, σε περιοχές της Πελοποννήσου, στην Κωνσταντινούπολη, στα παράλια της Μικράς Ασίας, στην Αθήνα, επίσης στο Ναύπλιο. Γιατί; Γιατί σε αυτές τις περιοχές υπήρχε το παλιό, το παλιό άρωμα του Καθολικισμού και της μακράς λατινοκρατίας, των Βενετών, των Γενοβέζων, των διαφόρων Καθολικών και έτσι πίστευε η Καθολική εκκλησία θα έχει διεισδυτικότητα μέσα στους Χριστιανούς Ορθοδόξους της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Αυτοί οι Ιεραπόστολοι έρχονται και εγκαθίστανται σε διάφορα νησιά. Στη Σύρο, στην Τήνο, στη Νάξο, στη Σέριφο, στην Σαντορίνη, στην Πάρο και
στη Χίο, το νησί στο οποίο και σε όλα αυτά τα νησιά, δημιουργούν σχολεία στο τέλος του 16ου αιώνα. Τα σχολεία τους είναι δουλεμένα σχολεία. Δεν είναι, ένας δάσκαλος ήρθε εδώ και διδάσκει κάτι που νομίζει. Έχουν άποψη, έχουν πρόγραμμα, έχουν βιβλία. Οι ίδιοι διδάσκουν και ξένες γλώσσες. Γαλλικά, ιταλικά, στα παιδιά που έρχονται στα σχολεία αυτά. Δεν κάνουν προπαγάνδα, δεν κάνουν άμεση προπαγάνδα, ούτως ώστε να μεταστρέψουν με ωμό τρόπο προς τον Καθολικισμό τους μαθητές που έρχονται στα σχολεία που έχουν δημιουργήσει, στις ελληνικές αυτές περιοχές, αλλά εμμέσως στην ουσία ασκούν προπαγάνδα, διότι το παράδειγμά τους, η υψηλή ποιότητα της παιδείας που παρέχουν, οι γλώσσες που μαθαίνουν στα παιδιά κ.λ.π., τους κάνουν να έχουν κύρος και έτσι στα νησιά του Αιγαίου, αρχίζει προς στο τέλος του 16ου αιώνα και αρχές του 17ου, να αυξάνεται ο αριθμός των Καθολικών κατοίκων. Η ναυαρχίδα αυτής της εξέλιξης είναι η Σύρος, η οποία ήδη είχε δυνατή βάση Καθολικισμού, και τώρα μετατρέπεται σε Καθολικό νησί.

Η Τήνος μετατρέπεται κατά το ήμισυ σε Καθολικό νησί. Χιλιάδες κάτοικοι της Νάξου, της Πάρου, της Σαντορίνης, όχι η πλειοψηφία βέβαια, γίνονται επίσης Καθολικοί. Τα σχολεία που ιδρύονται, ιδρύονται, και οι Ουρσουλίνες ιδρύουν σχολείο θηλέων στη Νάξο, που είναι το πρώτο στην πραγματικότητα συστηματικό σχολείο θηλέων. Και το δεύτερο μακροβιότερο ελληνικό σχολείο, διότι δίδασκαν ελληνικά αυτοί οι Ιεραπόστολοι τα μαθήματα, ήξεραν ελληνικά, και δίδασκαν στην ελληνική γλώσσα, παραλλήλως δίδασκαν και γαλλικά και ιταλικά, ως ξένη γλώσσα. Το δεύτερο μακροβιότερο ελληνικό σχολείο του νέου ελληνισμού μετά τη μεγάλη του Γένους Σχολή, που την λογαριάζουμε σαν συνέχεια της Πατριαρχικής Σχολής και Ακαδημίας, γι’ αυτό και τη θεωρούμε πολύ μακρόβια, είναι η σχολή των Ιησουϊτών της Νάξου, η οποία λειτούργησε από το 1627 έως το 1927, δηλαδή για τριακόσια χρόνια. Αυτή τώρα η πραγματικότητα αλλάζει τα δεδομένα, και δημιουργεί έντονη ανησυχία μεταξύ των ιθυνόντων της Ορθοδοξίας, δηλαδή το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και όλο το Ιερατείο.
Έτσι το 1592-1593 για πρώτη φορά στα πρακτικά του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως της Ιεράς Συνόδου αναγράφεται ως θέμα η αγωνία για την έλλειψη σχολείων, ελληνικών, Χριστιανικών, ορθοδόξων σχολείων επαρκών, έτσι ώστε να υπάρξει ώθηση σε αυτό το ζήτημα, και επομένως αυτό δείχνει ότι το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως στο τέλος του 16ου αιώνα, αρχίζει να κινητοποιείται προς την πλευρά συστηματικής οργάνωσης σχολείων.[11] Πάλι τα στοιχεία μας δεν είναι επαρκή ώστε να δείχνουν εάν δημιουργήθηκαν σχολεία μετά από αυτή την απόφαση της Συνόδου. Δεν έχουμε τα στοιχεία, αλλά γνωρίζουμε ότι στο 17ο αιώνα που μπαίνει αυξάνονται οι ενδείξεις και οι αποδείξεις λειτουργίας σχολείων, πάλι σε νησιωτικές περιοχές.

Σε περιοχές στα Γιάννενα στην Κωνσταντινούπολη, σε διάφορα σημεία, στην Αδριανούπολη, στη Θεσσαλονίκη, και γνωρίζουμε επίσης ότι μέσα στο 17ο αιώνα ο-ένας σπουδαίος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ο Κύριλλος Λούκαρης [12] ο οποίος πατριάρχεψε στις δεκαετίες του 1620-1630,

έχει βαθιά πεποίθηση ότι χρειάζεται οπωσδήποτε να γίνει προσπάθεια διάδοσης της ελληνικής παιδείας και της δημιουργίας ελληνικών σχολείων, ο ίδιος αναβαθμίζει την Πατριαρχική Σχολή, και την κάνει πραγματικά υψηλού επιπέδου. Κάνει το παν για να αποκτήσει το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως τυπογραφείο ελληνικό με ελληνικά στοιχεία. Είναι το πρώτο ελληνικό τυπογραφείο μέσα στην Οθωμανική αυτοκρατορία, έχει ενδιαφέρον. Τα τυπογραφεία στην Οθωμανική Αυτοκρατορία έχουν διαφορά εκατό, εκατό χρόνια. Τα πρώτα τυπογραφεία στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν Εβραϊκά, εκεί γύρω στο 1520. Το επόμενο τυπογραφείο που δημιουργείται είναι ελληνικό, εκεί γύρω στο 1620, και το επόμενο τυπογραφείο που δημιουργείται στην Οθωμανική Αυτοκρατορία είναι τουρκικό, γράφει με αραβικά στοιχεία, αλλά έχει ενδιαφέρον ότι το πρώτο τουρκικό βιβλίο που τυπώνεται στην Κωνσταντινούπολη το 1718, είναι καραμανλήδικο βιβλίο, δηλαδή είναι γραμμένο στην τουρκική γλώσσα αλλά με ελληνικά στοιχεία, διότι στην περιοχή της Καραμανίας, της Μικράς Ασίας και στην περιοχή της Καππαδοκίας σε κάποιες περιοχές της Μικράς Ασίας, κατοικούσαν χιλιάδες Χριστιανών ορθοδόξων, που όμως είχαν χάσει την ελληνοφωνία τους, είχαν γίνει τουρκόφωνοι, κρατώντας τη Χριστιανική Ορθόδοξη πίστη τους, και τύπωναν βιβλία και έγραφαν τουρκικά, αλλά με ελληνικό αλφάβητο. Ήταν Χριστιανοί Ορθόδοξοι, στις εκκλησίες τους έψελναν τις Χριστιανικές Ορθόδοξες λειτουργίες.

Αυτά είναι τα περίφημα καραμανλήδικα βιβλία και τα οποία αριθμούν αρκετές εκατοντάδες, ξεπερνούν τη χιλιάδα, στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας και στο 19ο αιώνα. Ο Κύριλλος Λούκαρης που λέγαμε πριν στο 17ο αιώνα, δημιούργησε μέσα στο Πατριαρχείο ελληνικό τυπογραφείο. Είναι ένα μεγάλο βήμα.

Στο 17ο αιώνα αυξάνουν τα στοιχεία μας ότι δημιουργούνται σχολεία. Σχολεία όχι υψηλού επιπέδου. Δύο τύπων σχολεία δημιουργούνται σε αυτή την εποχή και αρχίζουν να διαχέονται. Τα σχολεία των κοινών γραμμάτων και τα σχολεία των ελληνικών γραμμάτων. Είναι συνήθως έτσι το όνομά τους. Πρόκειται για μικροσχολεία που δημιουργούνται στις κοινότητες, σε χωριά αλλά κυρίως πόλεις και κωμοπόλεις. Για τα σχολεία αυτά μεγάλη προσπάθεια δίνουν και χρηματοδότηση οι κοινότητες, οι συντεχνίες, πληρώνουν οι γονείς το δάσκαλο και στα μεν σχολεία των κοινών γραμμάτων μαθαίνει κανείς τα βασικά. Να διαβάζει από Χριστιανικά, από βιβλία θεολογικά ως επί το πολύ, ενώ στα σχολεία των ελληνικών γραμμάτων η εκπαίδευση είναι υψηλότερη και διδάσκονται και βιβλία τα οποία οδηγούν τους μαθητές να μάθουν αρχαία ελληνικά και να μπουν στο συντακτικό, στη γραμματική. Αυτά είναι, αρχίζουν να παρουσιάζονται αρκετά διαδεδομένα στο 17ο αιώνα, παραλλήλως συνεχίζουν και όσα είπαμε στο 16ο αιώνα. Εν πάση περιπτώσει, αυτά τα σχολεία έκαναν μεγάλη διαφορά, διότι δημιούργησαν μια ζώνη λογίων και μορφωμένων, που ενίσχυσε το κύρος του ελληνισμού. Όπως είπαμε, σε ελληνικά σχολεία πήγαιναν και μη Έλληνες μαθητές αρκεί να ήταν χριστιανοί ορθόδοξοι, γιατί τότε πήγαινε ο καθένας σε σχολεία που σχετίζονταν με το θρήσκευμά του και το δόγμα του. Και εξ αυτού, κανένας δεν είχε να παρουσιάσει στα Βαλκάνια έναν τέτοιο αριθμό λογίων και μορφωμένων ανθρώπων, όπως οι Έλληνες. Οι περισσότεροι Έλληνες ήταν ή ολιγογράμματοι ή αγράμματοι, επαναλαμβάνω, αλλά υπήρχε ένας μεγάλος αριθμός εγγραμάτων αναλογικά. Θυμίζω δε ότι η ίδια η διαδικασία της λειτουργίας της θρησκείας καλλιεργούσε την ελληνική γλώσσα και εκπαίδευση, διότι και τα τέσσερα Πατριαρχεία, θυμίζω, είναι ελληνόφωνα και επομένως ποιμαίνονται όλοι οι χριστιανοί ορθόδοξοι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από Πατριαρχεία ελληνόφωνα. Το ειδικό δηλαδή βάρος της ελληνικής γλώσσας και του ελληνισμού παραμένει υψηλότατο στην περίοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Είμαστε πλέον στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα. Ο ευρωπαϊκός Διαφωτισμός αυτή την εποχή είναι οργανωμένος και δυναμικότατος. Έχει προηγηθεί η Αμερικανική Επανάσταση το 1775, με καταπληκτικές πολιτικές αποφάσεις και τη συγγραφή ενός συντάγματος, του περίφημου Αμερικανικού Συντάγματος, το οποίο θεωρείται μέχρι σήμερα κορυφαίο σύνταγμα στην ανθρώπινη ιστορία. Ο ευρωπαϊκός Διαφωτισμός παρήγαγε και την επόμενη επανάσταση, τη Γαλλική Επανάσταση το 1789, με σπουδαίους στοχαστές. Και στη Γερμανία και στις γερμανικές χώρες ο Διαφωτισμός παρήγαγε σπουδαίους στοχαστές στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα κατεξοχήν, οι οποίοι συζητούν για τα δικαιώματα του ανθρώπου, τις υποχρεώσεις του πολίτη, συζητούν για το πώς θα πρέπει να λειτουργεί μια κοινωνία, με ανοχή, με… είναι πολλές οι πλευρές τις οποίες θίγει, πολιτικά, στην ουσία με την πολιτική ασχολείται ο ευρωπαϊκός Διαφωτισμός.
Οι Έλληνες έχουν τη δυνατότητα να έχουν επαφή με αυτόν τον Διαφωτισμό για τους λόγους που είπαμε. Με τα πλοία τους φτάνουν στα παράλια της Γαλλίας, κάνουν εμπόριο με τη Γαλλία. Με τα καραβάνια τους φθάνουν μέχρι και την Ολλανδία και τη Γερμανία και την Αυστρία και τη βόρεια Ιταλία, έτσι κι αλλιώς. Και έχει ενδιαφέρον στο σημείο αυτό να πούμε ότι η δράση των λογίων στις παροικίες του ελληνισμού είναι σημαντικότατη, διότι αυτοί συνομιλούν με λογίους των περιοχών όπου βρίσκεται η παροικία. Η Τεργέστη τότε ανήκε στην Αυστριακή Αυτοκρατορία και είχε πολύ σπουδαίο ελληνισμό και παροικία και πλούτο κλπ. Βρίσκεται στη βόρεια Ιταλία στην πραγματικότητα, η Τεργέστη επικοινωνεί με την υπόλοιπη δυτική Ευρώπη. Τι σημαίνει αυτό: Ο ελληνισμός ήταν σε θέση να συνομιλεί με τους λογίους που έχουν άμεση επαφή με τους προβληματισμούς του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού. Εξάλλου, να πούμε κάτι σημαντικό στο σημείο αυτό, για να καταλάβουμε τι σπουδαία είναι η ελληνική υπεροχή στους προβληματισμούς μόρφωσης και παιδείας στον 18ο αιώνα, ας πούμε, που είναι κορυφαίος αιώνας. Ο 18ος είναι 1700-1800.
Ο πιο σπουδαίος επαναστάτης του ελληνισμού ζει στον 18ο αιώνα. Οι Έλληνες -στο σημείο αυτό πρέπει να υπογραμμισθεί- έχουν να δείξουν τον μεγαλύτερο αριθμό δράσεων και εξεγέρσεων εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, με απόσταση από κάθε άλλο λαό της Βαλκανικής. Αν καταγράψει κανείς τις δράσεις τους, θα εντυπωσιαστεί μέσα στον χρόνο. Γιατί τόσο μεγάλος αριθμός; Γιατί υπήρχαν σε διάφορες περιοχές έτοιμοι επαναστάτες, άτομα έτοιμα να πάρουν όπλα, και δεύτερον, γιατί υπήρχαν και τοπικοί λόγοι αλλά και γιατί ερχόταν -λόγω της θέσεως της ελληνικής χερσονήσου, το σημείο της γεωγραφικής θέσεως- η Δύση, η οποία συνεχώς σκεφτόταν ποια εκστρατεία θα κάνει εναντίον τον Οθωμανών, ποια σταυροφορία θα κάνει εναντίον των Οθωμανών, στον 16ο, 17ο, 18ο αιώνα, αλλά και η Ρωσία πώς θα μπορέσει να κινητοποιήσει εξεγέρσεις για να βοηθηθεί όταν κάνει πόλεμο με τους Οθωμανούς. Έρχονταν πράκτορες αυτών των χωρών και προξενούσαν εξεγέρσεις των Ελλήνων εναντίον των Οθωμανών, για να βοηθηθούν και στα σχέδια τα δικά τους εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Έτσι ο ελληνισμός έχει να επιδείξει έναν εντυπωσιακό αριθμό μικρότερων ή μεγαλύτερων δράσεων και εξεγέρσεων εναντίον των Οθωμανών μέσα τους αιώνες.[13]
Ο πιο σπουδαίος τους επαναστάτης λέγεται Ρήγας Βελεστινλής. Αυτός καταγόταν από τη Θεσσαλία, από την περιοχή, θα έλεγε κανείς, του Πηλίου. Στο Πήλιο υπήρχαν οι περίφημες σχολές της Ζαγοράς, των Μηλεών κλπ. Ο Ρήγας Βελεστινλής είναι αυτός ακριβώς ο άνθρωπος ο οποίος μαθαίνει «καλά» γράμματα στην περιοχή του, γίνεται μετά γραμματέας, πηγαίνει στις παραδουνάβιες ηγεμονίες, στη Βλαχία και στη Μολδαβία, δίπλα σε Φαναριώτες Έλληνες ηγεμόνες, εμπνέεται την επανάστασή του, τη σχεδιάζει στο μυαλό του.

Και πού θα πάει να τη στήσει γραπτά και να τυπώσει τα όσα έχει σκεφθεί; Στη Βιέννη. Στη Βιέννη όπου βρίσκεται η μεγάλη ελληνική παροικία, αυτών των ανθρώπων που λέγαμε σε προηγούμενες ενότητες. Όποιος έχει πάει στη Βιέννη, θα γνωρίζει ότι στο κέντρο της Βιέννης είναι ο Σαν Στέφανο, η μεγάλη εκκλησία του Σαν Στέφανο. Για να πας στην εκκλησία του Σαν Στέφανο περνάς από έναν δρόμο κεντρικότατο της Βιέννης που λέγεται Griechische Strasse. Griechische Strasse, δηλαδή η «Ελληνική Οδός». Και σε αυτόν τον δρόμο είναι η Griechische Kirche, η Ελληνική Εκκλησία. Και λίγο παραπέρα, όποιος ξέρει, άμα ξεναγηθεί, ήταν τα τυπογραφεία των Ελλήνων. Γιατί η Βιέννη στον 18ο αιώνα είχε γίνει το πιο σπουδαίο πνευματικό κέντρο των Ελλήνων εκτός Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ξεπερνώντας και τη Βενετία η οποία είχε κρατήσει επίσης πολύ υψηλή επίδοση στην ελληνική παιδεία στον 16ο,17ο,18ο αιώνα. Στον 18ο αιώνα η Βιέννη πλέον γίνεται η πιο σημαντική πόλη για την ελληνική παιδεία.[14] Εδώ είναι οι σπουδαίοι Έλληνες λόγιοι, εδώ συνομιλούν με τους λογίους της Ευρώπης, εδώ τυπώνεται η πρώτη ελληνική εφημερίδα, στη δεκαετία του 1790 -λέγεται «Εφημερίς»-

εδώ τυπώνονται τα πρώτα ελληνικά περιοδικά: «Ειδήσεις δια τα Ανατολικά Μέρη», «Ο Λόγιος Ερμής» και ένα σωρό άλλα, δηλαδή ο ελληνικός τύπος, που συνομιλεί με τον τύπο της Ευρώπης.

Και αυτοί οι άνθρωποι επομένως είναι έτοιμοι να στήσουν κάποια μορφή λειτουργίας της κοινωνίας που να σχετίζεται με τις κατακτήσεις αυτής της προηγμένης Ευρώπης, της Δυτικής Ευρώπης, η οποία περνάει σε μια διαδικασία τόσων μεγάλων ιδεολογικών διαδρομών στον 18ο αιώνα.
Ο πιο, λοιπόν, σπουδαίος μας επαναστάτης, ο Ρήγας Βελεστινλής,[15] τυπώνει τα περίφημά του έργα στη Βιέννη, στα τυπογραφεία της Βιέννης, της Αυστρίας.

Και εκεί είναι που συλλαμβάνεται, στην Τεργέστη και δίδεται στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, η οποία τον εκτελεί σε σερβικό οθωμανικό έδαφος. Ο Ρήγας Βελεστινλής -έχει ενδιαφέρον αυτό που θα πούμε- το πρώτο του έργο αφορά τη γνώση της φύσεως. Μπαίνει στη διαδικασία να μεταφράσει ξένα, ευρωπαϊκά πονήματα, που σχετίζονται με το πώς λειτουργεί η φύσις. Δηλαδή θεωρεί επαναστατικό το να μάθουν οι Έλληνες θέματα που αφορούν τη Γεωγραφία, τη Φυσική, τις ισορροπίες των πραγμάτων, ακριβώς όπως πολλοί λόγιοι θεωρούν ότι είναι σπουδαίο να μάθει κανείς τα Μαθηματικά, τη Χημεία, τη Φυσική κλπ. Πολύ προχωρημένα πράγματα για τον 18ο αιώνα. Ακριβώς επειδή οι Έλληνες έχουν αυτούς τους προχωρημένους ανθρώπους, αυτές τις… προχωρημένες πραγματικότητες παιδείας, θα ξεκινήσουν την πιο επιτυχημένη επανάσταση των Βαλκανίων. Θα επισημάνω στο σημείο αυτό κάτι: Η οικογένεια Τρικούπη ήταν η σπουδαιότερη, μια από τις πολύ σπουδαίες αρχοντικές οικογένειες του Μεσολογγίου. Τα παιδιά της τα σπούδαζε, από αιώνες, σε σπουδαία σχολεία της Ιταλίας, στην Πάδοβα Ιατρική, Νομική κλπ. στο Παρίσι. Γιατί το λέμε αυτό; Διότι ο Σπυρίδων Τρικούπης,[16] ο πατέρας του Χαριλάου Τρικούπη που επρόκειτο να γίνει σπουδαιότατος πρωθυπουργός των Ελλήνων στο τέλος του 19ου αιώνα, ο Σπυρίδων Τρικούπης είναι ακριβώς ένας τέτοιος γόνος της οικογένειας Τρικούπη της μεσολογγίτικης. Όταν ξεκινάει η Επανάσταση του ’21 βρίσκεται στην Ευρώπη, σπουδάζει. Μαθαίνει τα της Επαναστάσεως, τα εγκαταλείπει όλα, έρχεται στην περιοχή του, στη Ρούμελη, γιατί το Μεσολόγγι είναι στη Ρούμελη. Εκεί η Επανάσταση τρέχει, συντάσσεται με την Επανάσταση και η Επανάσταση τον χρησιμοποιεί σε υψηλές διοικητικές θέσεις, ακριβώς γιατί έχει τέτοια μόρφωση που έχει. Όταν τελειώνει η Επανάσταση και δημιουργείται το ελληνικό κράτος, τοποθετείται πρεσβευτής της Ελλάδος στο Λονδίνο. Υψηλότατη θέση, δεδομένου ότι ο ελληνισμός στη διάρκεια της Επανάστασης συνδέθηκε με όλες τις πλευρές με την Αγγλία. Η Αγγλία έγινε η πιο σπουδαία χώρα για τον ελληνισμό στη διάρκεια της Επανάστασης και μετά το τέλος της Επανάστασης. Γιατί το λέμε αυτό; Διότι ο Σπυρίδων Τρικούπης, όντας πρεσβευτής στο Λονδίνο, συντάσσει το περίφημό του πόνημα «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως». Είναι ένα πολύτιμο σύγγραμμα, το οποίο πρέπει να διαβαστεί από όλους. Γιατί; Γιατί συνεγράφη από ένα άτομο το οποίο το ίδιο έζησε την Επανάσταση του ’21.

Στο προοίμιο του βιβλίου του, η πρώτη παράγραφος δηλαδή -συγγραμμένη- του βιβλίου του, ο Σπυρίδων Τρικούπης γράφει την περίφημη φράση, εξηγώντας γιατί οι Έλληνες έκαναν την επανάστασή τους στην πραγματικότητα, «Η πολιτική θέση δύο εθνών, που κατοικούν στον ίδιο τόπο, είναι αδύνατο να διατηρηθεί αμετάβλητη, όταν το κυρίαρχο μένει στάσιμο ενώ το κατακτημένο προοδεύει. Αυτή η πολιτική μεταβολή είναι αναπόφευκτη, αν τα δύο έθνη έχουν διαφορετική καταγωγή, πιστεύουν σε διαφορετική θρησκεία, μιλούν διαφορετική γλώσσα, αποφεύγουν τη μεταξύ τους επιμειξία, αλληλοθεωρούνται βέβηλα και μισούνται.»[17] «Αδύνατον να συνυπάρχωσιν επί μακρόν δύο λαοί όταν το μεν δεσποζόμενον προοδεύει, το δε δεσπόζον παραμένει στάσιμο». Δηλαδή ο Τρικούπης εξηγεί στην πραγματικότητα ότι η Ελληνική Επανάσταση έγινε από εμάς τους Έλληνες που είχαμε πετύχει. Είχαμε πετύχει στην παιδεία, είχαμε πετύχει στο επιχειρείν, είχαμε πετύχει στη θάλασσα, είχαμε πετύχει στη στεριά, είχαμε πετύχει και εκπαιδευτικά. Άρα η αυτοπεποίθησή μας μάς βοήθησε να πάρουμε την απόφαση για αυτή την Επανάσταση. Και δεν είναι τυχαίο, να υπενθυμίσουμε, ότι η Ελληνική Επανάσταση οργανώθηκε από μία εταιρεία, είχαν υπάρξει κι άλλες μικρότερες στο παρελθόν αλλά αυτή που έκανε η διαφορά είναι η Φιλική Εταιρεία, η οποία διαμορφώθηκε στο 1814 στην Οδησσό. Πού; Στον Εύξεινο Πόντο δηλαδή σε ρωσικό έδαφος, από Έλληνες εμπόρους της θάλασσας και της ξηράς. Πάνω από το 53% των μελών της Φιλικής Εταιρείας, ολόκληρης της Φιλικής Εταιρείας, ήταν έμποροι, δηλαδή ακριβώς αυτοί οι άνθρωποι που είχαν αυτοπεποίθηση. Και φυσικά, όταν ήρθε η ώρα της Επαναστάσεως, και έμποροι και λόγιοι Έλληνες, μαζί με ενόπλους και απλούς ανθρώπους του βουνού και της υπαίθρου, μπήκαν στο παιχνίδι της Επανάστασης, η οποία κατέληξε να δημιουργήσει το πρώτο ανεξάρτητο εθνικό κράτος ολόκληρης της ανατολικής Μεσογείου, το πρώτο ανεξάρτητο εθνικό κράτος που προέκυψε από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, από την απόσπαση εδαφών από την Οθωμανική Αυτοκρατορία και τη δημιουργία ανεξάρτητου εθνικού κράτους, το πρώτο ανεξάρτητο εθνικό κράτος της Βαλκανικής. Το οποίο και δημιουργήθηκε επισήμως με διεθνή υπογραφή στις 3 Φεβρουαρίου του 1830. Ξεκίνησε στις 22 Φεβρουαρίου του 1821 στη Βλαχία και στη Μολδαβία, και η Επανάσταση αυτή ολοκληρώθηκε στις 3 Φεβρουαρίου του 1830. Εννέα χρόνια πολέμου και διπλωματικών προσπαθειών.
Προς το τέλος του 17ου αιώνα μετά το 1680, στην περιοχή της Βλαχίας και της Μολδαβίας, οι οποίες είναι περιοχές που ανήκουν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία το 16ο αιώνα, αλλά είναι αυτόνομες περιοχές, δηλαδή οι Οθωμανοί παίρνουν από αυτές τις περιοχές φόρους, διαθέτουν φρουρές σε διάφορα σημεία, αλλά η εσωτερική διοίκηση αυτών των περιοχών γίνεται από ντόπιους ηγεμόνες και είναι μια περιοχή στην οποία γρήγορα είχαν μετακινηθεί μετά την πτώση της Κωνσταντινουπόλεως, σπουδαίες ελληνικές οικογένειες. Κατακουζηνοί κ.λ.π., και εγκαταστάθηκαν και με το κύλισμα των αιώνων κι άλλοι Έλληνες και επειδή αυτή η περιοχή ακουμπά στη Μαύρη Θάλασσα και είναι στο ρου του Δουνάβεως. Σταδιακά η Βλαχία και η Μολδαβία απέκτησε πάρα πολλούς Έλληνες κατοίκους. Υπενθυμίζουμε ότι η ελληνική επανάσταση το 1821 ξεκίνησε στη Βλαχία και στη Μολδαβία. Ακριβώς λόγω των πάρα πολλών Ελλήνων που κατοικούσαν εκεί σε διάφορα σημεία, ενδιαφέροντος εμπορικού, λιμάνια κ.λ.π., και γιατί μετά- από τις αρχές του 18ου αιώνα, μετά το 1709, οι διοικητές της Βλαχίας και της Μολδαβίας είναι Φαναριώτες. Ο Δραγομάνος του στόλου προέρχονταν από τους Φαναριώτες της Κωνσταντινουπόλεως. Οι ηγεμόνες της Βλαχίας και της Μολδαβίας από τις αρχές του 18ου αιώνα είναι Φαναριώτες και επομένως η παρουσία εδώ είναι σημαντική. Στο τέλος του 17ου αιώνα δημιουργούνται στο Βουκουρέστι και στο Ιάσιο σπουδαιότατα σχολεία ελληνικά, επιπέδου σχολεία ελληνικά, με πρωτοβουλία απογόνων των Βυζαντινών οικογενειών που υπάρχουν εκεί και έτσι σταδιακά δημιουργούνται οι περίφημες ακαδημίες του Βουκουρεστίου και του Ιασίου, που ήταν για μεγάλο διάστημα τα σπουδαιότερα σχολεία, ελληνικά σχολεία στην Οθωμανική αυτοκρατορία.

Με την είσοδο στο 18ο αιώνα, το διαβάσαμε πριν, τα στοιχεία που είπαμε στην αρχή, η αύξηση των ελληνικών σχολείων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία του αριθμού, είναι θεαματική. Όπως και η αύξηση του αριθμού των σχολείων υψηλού επιπέδου. Διότι στο 18ο αιώνα παραμένει ως φαίνεται γεγονός, το γεγονός, ότι στα χωριά τα σχολεία, στα πάρα πολλά χωριά που υπάρχουν σε όλη τη Βαλκανική, τα σχολεία παραμένουν στοιχειώδη. Ο δάσκαλος συνήθως είναι ο ιερέας του χωριού, ή κάποιος στο χωριό που τυχαίνει να ξέρει γράμματα και γίνεται, με το μόνο βιβλίο που συνήθως υπάρχει στο χωριό, το Ευαγγέλιο, τον Οκτώηχο, κ.λ.π., και εκεί τα παιδιά μαθαίνουν να διαβάζουν να γίνονται αλφάβητα και ό,τι άλλο μπορεί να τους προσφέρει ο άνθρωπος που τους διδάσκει, που όπως είπαμε κατά κανόνα είναι ιερέας. Πολλοί άνθρωποι ήταν απλοί και οι ιερείς δεν ξέραν πολλά γράμματα. Αυτά είναι τα περισσότερα σχολεία αυτού του επιπέδου. Αυτό δεν υπάρχει αμφιβολία. Όμως υπάρχουν πια στο 18ο αιώνα και ιδιαίτερα στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα, πολύ σημαντικά σχολεία που πια δε διδάσκουν απλώς μία αλφαβητοσύνη και μία πρώτη εισαγωγή στη γλώσσα κ.λ.π., αλλά στο 18ο αιώνα και τα βιβλία τα οποία διδάσκονται και οι δάσκαλοι οι οποίοι διδάσκουν είναι ανωτέρου επιπέδου και το curriculum των σχολείων εξελίσσεται προς το τέλος του 18ου αιώνα στα πολύ καλά ελληνικά σχολεία, τα οποία βρίσκονται όπως είπαμε σε διάφορα σημεία, Ιάσιο, Βουκουρέστι, Κωνσταντινούπολη, Χίος, Αϊβαλί, το Αϊβαλί, Κυδωνίες, στη Σμύρνη βρίσκονται οι Κυδωνίες, στη Δημητσάνα της Πελοποννήσου, στην Αθήνα, θαυμάσια σχολεία, στην Πάτμο, στη Σίφνο, στις Μηλιές του Πηλίου, στη Ζαγορά του Πηλίου, στον Τύρναβο της Θεσσαλίας, την Αγιά της Θεσσαλίας, στα Αμπελάκια της Θεσσαλίας. Στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα, στα Αμπελάκια διδάσκεται Όμηρος και ο κωμικός της αρχαιότητος, Αριστοφάνης, και διδάσκουν στα σχολεία των Αμπελακίων πάρα πολύ σπουδαίοι λόγιοι. Στη Σιάτιστα, στην Κοζάνη, στην Καστοριά, στη Μοσχόπολη, στην Άρτα, στα Γιάννενα, έχουμε εξαιρετικά ελληνικά σχολεία.

Και επίσης το 18ο αιώνα λειτουργεί και η Αθωνιάδα σχολή, στον Άθω., η οποία είχε για μια
περίοδο σημαντική άνοδο. Απ’ όλες αυτές τις περιοχές πρέπει να τονίσουμε ξανά τη σημασία των σχολείων των Ιωαννίνων. Τα σχολεία των Ιωαννίνων δημιουργούνται από δωρεές πλουσίων ξενιτεμένων ανδρών της περιοχής, τον Μπαρούτση, Ζώη Καπλάνη[21] κ.λ.π.,

τα οποία θεωρούνται από τα πρώτα σχολεία, ελληνικά σχολεία της Οθωμανικής, τα σημαντικότερα σχολεία της και έπαιξαν ρόλο τα σχολεία των Ιωαννίνων, διότι στα Γιάννενα έρχονται να σπουδάσουν, στην Κοζάνη, στο Μέτσοβο, στη Σιάτιστα, τα σχολεία τα ελληνικά, βλαχόφωνοι πληθυσμοί, αλβανόφωνοι πληθυσμοί, βουλγαρόφωνοι πληθυσμοί και συμβαίνει το φαινόμενο για τα οποίο μετά ο Παΐσιος εκδηλώνει την τεράστια ανησυχία του. Να εξελληνίζονται Βούλγαροι λόγω της ελληνικής τους παιδείας, να εξελληνίζονται Αλβανοί λόγω της ελληνικής τους παιδείας, να εξελληνίζονται νοτιοσλάβοι λόγω της ελληνικής τους παιδείας. Σε αυτά λοιπόν τα σχολεία έχουμε υψηλού επιπέδου διδασκαλία, σε κάποια από αυτά διδάσκεται και χημεία, διδάσκεται και φυσική, γίνονται και πειράματα. Αυτά βέβαια στο τέλος του 18ου αρχές του 19ου, τα πειράματα και αυτές οι πρωτοτυπίες, όπως είδαμε. Αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι στα περισσότερα σημεία η εκπαίδευση είναι απλή. Είτε σχολεία των κοινών γραμμάτων, είτε σχολεία των ελληνικών γραμμάτων, στις κωμοπόλεις και σε πόλεις, που είναι υψηλότερου επιπέδου βεβαίως από των κοινών γραμμάτων αλλά δεν είναι πραγματικά δυναμικά, πρωτοπόρα σχολεία, όπως έχουμε στις περιοχές στις οποίες αναφερθήκαμε.
Λένη Ζάχαρη
[7] https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%95%CE%BA%CF%80%CE%B1%CE%AF%CE%B4%CE%B5%CF%85%CF%83%CE%B7_%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%95%CE%BB%CE%BB%CE%AE%CE%BD%CF%89%CE%BD_%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%9F%CE%B8%CF%89%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CE%91%CF%85%CF%84%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1
Εκπαίδευση των Ελλήνων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία
[8] http://6dim-diap-elefth.thess.sch.gr/Greek/Diapolitismiki_Ekpaidefsi/EishghseisDiapolEkpsh Φροντιστήριον Τραπεζούντος
[9]] http://constantinople.ehw.gr/forms/fLemmaBodyExtended.aspx?lemmaId=3440
Η Ελληνική Παιδεία στο Αϊβαλί
[10] https://opencourses.uoa.gr/modules/document/file.php/PPP7/%CE%A0%CF%81%CF%8C%CF%83%CE%B8%CE%B5%CF%84%CE%BF%20%CE%A5%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CF%8C/%CE%9B%CE%AC%CF%80%CF%80%CE%B1%CF%82%20-%20%CE%97%20%CE%B5%CE%BA%CF%80%CE%B1%CE%AF%CE%B4%CE%B5%CF%85%CF%83%CE%B7.pdf Η Εκπαίδευση στα χρόνια της Τουρκοκρατίας
[11]Ο Πατριάρχης Ιερεμίας Β΄ Τρανός συγκαλεί σύνοδο τον Φεβρουάριο του 1593 και μεταξύ άλλων αποφασίζεται οι ορθόδοξοι μητροπολίτες που ήταν στην δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου να ιδρύσουν σχολεία. Από την εποχή αυτή γενικεύεται η ίδρυση σχολείων και διαχέεται η παιδεία έξω από τα όρια της αρχιεπισκοπής Κωνσταντινούπολης. Στην σύνοδο ήταν παρόντες ο Μελέτιος Πηγάς Πατριάρχης Αντιοχείας που εξέφραζε και τη γνώμη των Ιωακείμ Αντιοχείας και Σωφρονίου Ιεροσολύμων.[43] Η απόφαση αυτή, η οποία όριζε συγκεκριμένα, «έκαστον επίσκοπον εν τη αυτού παροικία φροντίδα και δαπάνην την δυναμένην ποιείν, ώστε τα Θεία και Ιερά γράμματα δύνανται διδάσκεσθαι βοηθείν δεν κατά δύναμιν τοις εθέλουσι διδάσκειν και τοις μαθείν προαιρουμένοις εάν των επιτηδείων χρείαν έχωσι»,[44] δεν είχε άμεσα και θεαματικά αποτελέσματα ωστόσο η σημασία της έγκειται στο ότι η ηγεσία της Εκκλησίας αναλάμβανε επίσημα την εποπτεία της εκπαίδευσης των υπόδουλων Ελλήνων και από τότε άρχιζε η συστηματική προσπάθεια για την ανάπτυξη της παιδείας.[45] Βέβαια ο κανόνας αναφερόταν στα ιερά γράμμματα αορίστως και όχι στην ίδρυση σχολείων.[44] Όπως επισημαίνει η ιστορικός Αφροδίτη Αθανασοπούλου, η απόφαση αυτή εντάσσεται στο πλαίσιο όπου «οι εκκλησιαστικοί φορείς που εκπροσωπούν το κίνημα του Θρησκευτικού Ουμανισμού στην καθ’ημάς Ανατολή αποσκοπούν βασικά στην εκλαΐκευση της θεολογικής γνώσης, ώστε ο λόγος του Θεού να γίνει καταληπτός από το λαό».[46]
