You are currently viewing Δημήτρης Κ. Μπαλτάς: Μαίρη Κλαμπούρα, Δαφοινόν δέρμα, εκδόσεις Μετρονόμος, 2026, σελ. 66, ISBN: 978-618-5963-26-2.

Δημήτρης Κ. Μπαλτάς: Μαίρη Κλαμπούρα, Δαφοινόν δέρμα, εκδόσεις Μετρονόμος, 2026, σελ. 66, ISBN: 978-618-5963-26-2.

Φτιάχνοντας φτερά από σάρκα και αίμα

 

Δαφοινόν δέρμα (Μετρονόμος, 2026) επιγράφεται η ποιητική συλλογή της καινοφανούς ποιήτριας Μαίρης Κλαμπούρα και ήδη από τον τίτλο μπορούμε να αντιληφθούμε τις δύο κύριες πρώτες ύλες της ποίησής της. Αφενός το αρχαιοπρεπές επίθετο δαφοινός σημαίνει το βαθύ κόκκινο χρώμα και μεταφορικά τον αιμοβόρο, τον άτεγκτο, τον κτηνώδη. Αφετέρου το δέρμα μάς προϊδεάζει για το δίπολο σάρκα-ψυχή, όπου στη σάρκα γίνονται ορατές οι επιπτώσεις μιας ψυχής που πάσχει. Το ανά χείρας βιβλίο φέρει, επίσης, την ατμόσφαιρα της λογοτεχνικής γενιάς του ʼ20, η οποία χαρακτηρίζεται από τον συμβολισμό, τη μελαγχολία, την απαισιοδοξία, τη θλίψη, τη μοναξιά δίνοντας έμφαση στον εσωτερικό κόσμο, στον ψυχισμό του ποιητικού υποκειμένου, το οποίο χαμηλόφωνα και υποβλητικά προσπαθεί να ισορροπήσει σε μια συναισθηματική ρευστότητα. Έτσι και στην ποίηση της Κλαμπούρα συναντούμε τα χαρακτηριστικά αυτά μέσω συμβόλων που χρησιμοποιεί και συγκεκριμένων εκφραστικών επιλογών. Για παράδειγμα, καίριο ρόλο διαδραματίζει το υγρό στοιχείο (τα δάκρυα, η λάσπη, η θάλασσα, το σπέρμα, το αίμα) ως σκηνοθέτης που καθοδηγεί την ποιητική φωνή στο ξετύλιγμα του προσωπικού της νήματος.

Επιπλέον, ιδιαίτερα σημαντικά είναι τα δίπολα στα οποία η Κλαμπούρα χτίζει τον ποιητικό της κόσμο. Εκτός από το σώμα και το πνεύμα, συναντούμε το πρόσωπο και το προσωπείο. Είναι συχνή η αναφορά στη μάσκα την οποία πολλοί άνθρωποι επιλέγουν συνειδητά. Το ποιητικό υποκείμενο με λόγο καταγγελτικό και συναισθηματικά φορτισμένο επικρίνει τους ανθρώπους που φορούν μάσκες, επιδιδόμενοι συγχρόνως σε έναν ανώφελο και ατελείωτο ανταγωνισμό με όχημα την υποκρισία και την προσποίηση. Ένα ακόμα μείζον δίπολο: φως-σκοτάδι. Ανατρεπτικά η ποιήτρια αποφαίνεται φίλα προσκείμενη στο σκοτάδι, γιατί είναι αυτό που δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την προσέγγιση της αλήθειας μακριά από συμβατικούς κανόνες και καθωσπρεπισμούς. Το σκοτάδι επιτρέπει στο ποιητικό υποκείμενο να είναι ο εαυτός του, απελευθερωμένος και ανεξάρτητος.

Διακριτή είναι, επίσης, η αμφιταλάντευση ανάμεσα στο ποιητικό υποκείμενο και τον εαυτό του. Η ποιήτρια μετέρχεται συμβόλων προκειμένου να συνομιλήσει με τον εαυτό της, να τον πλησιάσει και ίσως να συμφιλιωθεί μαζί του. Η σάρκα την κρατά δεμένη με τις γονεϊκές φιγούρες, η σκιά στο όνειρό της είναι ο εαυτός της, οι ψυχές των νεκρών συγκάτοικοί της, μια ζητιάνα που επαιτεί για λίγα ψίχουλα αγάπης καταλαβαίνει ότι είναι η ίδια κοιτάζοντας τη μορφή της στον καθρέφτη. Στοιχεία της φύσης, ο άνεμος, το δέντρο, η λάσπη, το χώμα, λειτουργούν ως όχημα που όσοι βρέθηκαν κοντά στην ποιητική φωνή το εκμεταλλεύτηκαν, προκειμένου να γνωρίσουν καλύτερα τον δικό τους εαυτό. Με άλλα λόγια, η ποιήτρια εκφράζει με πικρία αλλά και ψυχραιμία το παράπονό της. Η ίδια έγινε γέφυρα, ώστε πρόσωπα που βρέθηκαν κοντά της να οδηγηθούν σε μια κατάσταση αυτογνωσίας που τους επέτρεψε να συνεχίσουν, ενώ εκείνη, ευρισκόμενη μονίμως στο παρασκήνιο, δεν κατάφερε να δρέψει το χειροκρότημα από τον ίδιο της τον εαυτό. Έσωσε ψυχές αλλά η πράξη της δεν εκτιμήθηκε, έτσι που οι διαβρώσεις στο δέρμα της κατάντησαν κενοτάφιο που φύτρωσαν δηλητηριώδη φυτά, απόρροια του πόνου και της απογοήτευσης που γεύτηκε.

Ένα κοράκι

στέκεται δίπλα μου.

Με βλέπει και με λυπάται.

«Πόσες φορές ευχήθηκα

να με ανατινάξουν»,

του ψιθυρίζω.

«Γιατί να είμαι πάντα

αυτό που ενώνει

και ποτέ αυτό που ενώνεται;»

Με βλέπει

και δακρύζει.

(«Η γέφυρα», σ. 21)

 

Κι όταν κανείς κουράζεται να αποτελεί τη συγκολλητική ουσία, ψάχνει να βρει τη ρίζα του κακού, η οποία τις περισσότερες φορές αντανακλά στους γονείς. Σχέση ιδιαίτερα, πολύπλοκη, πολυδιάστατη. Ίσως τότε να μπήχτηκε στη σάρκα το πρώτο καρφί και να έσταξε το πρώτο αίμα. Άλλωστε, η Κλαμπούρα γνωρίζει ότι την ομορφιά τη γεννά ο πόνος και την ευτυχία η μελαγχολία. Έτσι, ο θάνατος, όχι μόνο ο βιολογικός, αλλά οι καθημερινοί μικροί θάνατοι για απλά και τετριμμένα της ζωής τρυπούν το σώμα και μεγεθύνουν τη θητεία του στον πόνο, τόσο που το ύστατο καρφί το δέχεται ηδονικά.

 

Βλέπω και μένα,

σαν δέντρο έρημο και σιωπηλό

που καίγεται

μονάχα για ν’ ανθίζει·

και βλέπω πως η ομορφιά

απ’ το αίμα μου

θ’ αγαπηθεί

μόνο στο χώμα.

 

(«Η ομορφιά του αίματος», σ. 34)

 

Η Μαίρη Κλαμπούρα πέρα από τον υπαρξιακό στοχασμό, θίγει στο βιβλίο της και κοινωνικές πτυχές και, βέβαια, καταπιάνεται και με το θέμα του έρωτα. Συζητά, σαν να συζητά με ένα αγαπημένο της πρόσωπο, για τις συνέπειες της φτώχειας στη δημιουργία της προσωπικότητας, της ιδιοσυγκρασίας του ανθρώπου. Για τις προκαταλήψεις και τις δεισιδαιμονίες, γεννήματα της απαιδευσίας και απότοκα της φτώχειας. Για το πένθος της ομορφιάς και τη ζωγραφισμένη στα μάτια πικρία των βασανισμένων ανθρώπων. Κι ενώ τα χρόνια περνούν και οι συνθήκες αλλάζουν, κάποια πράγματα μένουν πάντα ίδια, όπως η κοινωνική αδικία και η εξουσία των ολίγων που διαβιούν σε βάρος των πολλών. Αυτή η γνώση ίσως είναι εκείνη που θρέφει τις τύψεις, οι οποίες πονούν, ενοχλούν και ασχημαίνουν την ψυχή σαν παρανυχίδες στα δάχτυλα.

 

Όχι, δεν ήταν ο άνεμος

που ξερίζωσε το δέντρο μου·

ήταν η θηλιά

του κρεμασμένου ανθρώπου πάνω του·

ήταν το βάρος της ψυχής του

που το έριξε κάτω.

 

(«Το ψάρι», σ. 40)

 

Ο έρωτας στην ποίηση της Κλαμπούρα εμφανίζεται τόσο ως αιτία πόνου όσο και ως μοναδική απάντηση, που μπορεί, πράγματι, να καταστήσει εφικτή την αναζήτηση μιας ευτοπίας, όπου η ποιήτρια εναποθέτει τις ελπίδες της. Οι πληγές του έρωτα μονάχα με τρυφερότητα μπορούν να επουλωθούν και να κατανοηθούν και, συγχρόνως, το ολοπόρφυρο χρώμα του έρωτα, των χειλιών, του αίματος είναι αυτό που εν δυνάμει οδηγεί στην ψυχική σταύρωση. Εδώ επανερχόμαστε στο σύμβολο του σκοταδιού, της νύχτας που επιτρέπει στην ποιητική φωνή να απεκδύεται οποιουδήποτε φτιασιδιού και να προσφέρεται γυμνή και διαυγής στο αγαπημένο πρόσωπο. Ακόμα, το σκοτάδι λειτουργεί και ως χώρος και χρόνος που το ποιητικό υποκείμενο μπορεί να αναμετρηθεί με την απώλεια του έρωτα, να τον πενθήσει και να συμφιλιωθεί με τη μοναξιά του. Ο έρωτας είναι το ψωμί και ταυτόχρονα και το μαχαίρι.

 

Πάντα επιστρέφω,

γιατί το σκοτάδι

δεν με εγκατέλειψε ποτέ.

 

Κι η αλήθεια είναι πως

αγαπώ τ’ αστέρια περισσότερο απ’ τον ήλιο.

Στ’ ορκίζομαι,

περισσότερο απ’ τον ήλιο.

 

(«Το φέρετρο», σ. 57)

 

Συνολικά, η ποίηση της Μαίρης Κλαμπούρα διακρίνεται για τα γκόθικ στοιχεία της με κυρίαρχα το σκοτεινό και το ρομαντικό, αξιοποιώντας παράλληλα το μοτίβο των καταραμένων εραστών και τη διαλεκτική του τραύματος, όπου η πληγή, το δήγμα, ο πόνος επιχειρείται να καταπραϋνθούν μέσω της δημιουργίας των προϋποθέσεων, όπου το «μαζί» και το «εμείς» θα μπορούν να αποκτήσουν οντότητα και δυναμική, τέτοιες που θα ατσαλώσουν την εύθραυστη προσωπικότητα της ποιητικής φωνής.

 

Είπα πως δεν θα γράψω ξανά

για ανθρώπους που φοβούνται το βάθος.

Μα σε είδα να με κοιτάζεις

με βλέμμα πιο αστραφτερό

από οποιοδήποτε πετράδι.

 

Είπα πως δεν θα γράψω ακόμη ένα ποίημα

για κάποιον που δεν μπορεί

να με ερωτευτεί.

Αλλά ήρθες,

σαν απρόσμενη φωτιά σε δάσος

που έμεινα να κοιτάζω,

δίχως να κάνω βήμα.

 

(«Ένα ακόμη ποίημα», σ. 47)

 

 

 

 

Δημήτρης Κ. Μπαλτάς
*Ο Δημήτρης Κ. Μπαλτάς είναι φιλόλογος και ποιητής. Πιο πρόσφατο βιβλίο του, η ποιητική συλλογή Υπό καθεστώς ομηρίας (Μετρονόμος, 2025).

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.