Κορίτσι από άλλο μέρος
Όταν μου απάντησε ότι δεν ήταν από εδώ, σκέφτηκα χωρίς να φανταστώ κάτι ιδιαίτερο ότι μιλούσε για το Μπουένος Άιρες. « Είναι το πεπρωμένο», της είπα, «ούτε εγώ είμαι από εδώ», και πρόσθεσα ότι ήταν ένας ωραίος τρόπος να αρχίσει μια ερωτική ιστορία. Εκείνη με κοίταξε με μια έκφραση που μόνο ως δυσαρέσκεια μπορώ να την περιγράψω, έτσι συνήθως κοιτάνε οι πολύ νέες γυναίκες, όταν ο τύπος που είναι μαζί τους και που μόλις τον γνώρισαν λέει κάποια βλακεία. Αργότερα με τα χρόνια μαθαίνουν να προσποιούνται αυτούς τους αδιόρατα παγωμένους μορφασμούς, αυτές τις περιφρονητικές μπάρες, από εκεί που κάθονται και μας ζυγίζουν από μακριά, όταν αυτό που συμβαίνει είναι ότι έχουν πραγματικά μεγαλώσει και δεν περιμένουν πια αρκετά από ένα αγόρι.
Αυτό που σας διηγούμαι συνέβη πριν δεκαπέντε χρόνια, φθινόπωρο. Θυμάμαι πως ήταν φθινόπωρο, γιατί τη συνάντησα στο Πάρκο Λεσίκα και ένα από τα πρώτα πράγματα που είπε, ήταν ότι η διάβαση της γέφυρας είναι πάντα σκεπασμένη με φύλλα όπως αυτό το μονοπάτι της πλατείας. Τη ρώτησε ποια γέφυρα και εκείνη μου την περιέγραψε. Κατεβαίνοντας από το τραίνο και προχωρώντας δεξιά υπάρχει ένας δρόμος με διπλή σειρά από μπανανιές και μετά βρίσκεται η ξύλινη γέφυρα. Κατόπιν μίλησε για τις αμμοθίνες. Εγώ δεν πολυέδωσα σημασία. Σκεφτόμουν σοβαρά, αν άρεσα σε εκείνη την κοπέλα ή όχι, αυτό που μπορούσε μονάχα να σημαίνει ότι δεν της άρεσα, πράγμα που σήμερα το ξέρω, ήταν πράγματι ο χειρότερος τρόπος για να αρχίσει μια ερωτική ιστορία. Δεν υπάρχει τίποτα πιο δραστικό από το να ανακαλύπτεις, αρετές, διαφάνειες, ομορφιές ιδιαίτερες σε μια γυναίκα, για να μεταμορφωθεί αυτή η γυναίκα σε μοιραία. Έχω πια συμπληρώσει τα πενήντα, αυτή σήμερα δεν θα είναι παραπάνω από τριάντα. Με τούτο θέλω να πω ότι εκείνη τη νύχτα στο πάρκο, θα βάδιζε στα δεκαέξι, αν και δεν ξέρω γιατί δεν γράφω ότι σήμερα θα «είχε». Ίσως γιατί την φαντάζομαι μόνο, όπως ήταν τότε, μια έφηβη κάπως δυναμική για τα γούστα μου, μάλλον σκοτεινή, ψηλή, με κατάμαυρα μαλλιά και λεπτά πόδια. Δεν είχε τίποτα το ιδιαίτερο στο πρόσωπό της, εκτός ίσως από τη μύτη της που τραβούσε την προσοχή. Είχε αυτό που συνήθως περιγράφουμε σαν αυτοκρατορική μύτη. Τα μάτια της ανφάς δεν ήταν μεγάλα ούτε είχαν κάποιο από εκείνα τα σπάνια χρώματα που μαγνητίζουν, όπως τα μαβιά για παράδειγμα ή έστω τα πράσινα. Έζησε στο περιβάλλον μου για δυο χρόνια και δεν έχω καμιά ανάμνηση από το χρώμα των ματιών της. Ίσως να ήταν γκριζωπά, αν και μπορούσαν να αλλάζουν σε πιο σκούρο τόνο, έτσι που να γίνονται σχεδόν μαύρα. Πιθανόν αυτή την εντύπωση να την έδιναν τα ματόκλαδά της και για αυτό να έχω πει ότι τα μάτια της ιδωμένα ανφάς δεν είχαν τίποτα το ιδιαίτερο. Βλέποντάς τα όμως προφίλ ήταν εκπληκτικά. Και ήταν η πρώτη ομορφιά που ανακάλυψα σε εκείνη. Η δεύτερη ήταν τα πόδια της. Δεν υπάρχει σε όλη τη γοτθική τέχνη ανάλογο μοντέλο για ένα γυμνό πόδι, όπως αυτό που μου αποκαλύφθηκε την ίδια εκείνη νύχτα σε ένα από τα ξενοδοχεία γύρω από το πάρκο. Φαντάζομαι ότι κάποιος θα σκέπτεται τώρα ότι αν εκείνη ήταν δεκαέξι χρόνων η εμφάνισή της δεν θα ήταν ακριβώς παιδική αλλιώς δεν θα την είχαν αφήσει να μπει σε ένα ξενοδοχείο μαζί μου. Το βέβαιο είναι ότι ποτέ δεν έμαθα την πραγματική της ηλικία, φαινόταν για δεκαέξι. Και πάντα έδειχνε έτσι.
Φυσικά σε αυτήν την ηλικία, όταν μεγαλώνει κάποιος ένα ή και δύο χρόνια, είναι το ίδιο σαν να μεγαλώνει μια μέρα, έτσι δεν άλλαζε και πολύ, αν και πια πάει αρκετός καιρός που άρχισα να αναρωτιέμαι, εάν η πρώτη εξομολόγησή της εκείνη τη νύχτα, « δεν είμαι από εδώ», δεν σήμαινε κάτι διαφορετικό από αυτό που εγώ φαντάστηκα τότε. Υπάρχουν και άλλοι κόσμοι, σίγουρα. Και είναι τόσο αληθινοί όπως ο δικός μας. Και δεν θα πω τίποτα καινούργιο, αν σας βεβαιώσω ότι βρίσκονται ανάμεσά μας, σε τούτον εδώ τον κόσμο.
Όσον αφορά στο ξενοδοχείο, χρειάζεται να εξηγήσω κάτι. Εκείνη την εποχή οι γυναίκες κρατούσαν κάτι τεράστιες τσάντες, σαν σάκους. Ποτέ δεν έμαθα τι έβαζαν εκεί μέσα. Ήταν όμως σαν να μετακινούνταν στο Μπουένος ‘Αιρες με το σπίτι πάνω τους σαν τα σαλιγκάρια. Το απίστευτο ήταν συνήθως το βάρος τους. Και αρκούσε ένα δευτερόλεπτο να αναλογιστεί κάποιος το βάρος από εκείνες τις τσάντες της Πανδώρας και τον αριθμό των τετραγώνων, που ήταν ικανές να περπατήσουν έχοντάς τες στην πλάτη τους, για να αρχίσει να αμφιβάλλει για το αν και πόσο ντελικάτες είναι από τη φύση τους οι γυναίκες, τουλάχιστον εκείνες της δικής μου εποχής.
Αν δεν επρόκειτο για τα μούτρα που κάνεις, θα σου πρότεινα να πας να κοιμηθείς σε ένα από αυτά τα ξενοδοχεία που εγώ σου έχω αναφέρει. Δεν νομίζω πως έχω εκφράσει στη ζωή μου άλλη άποψη τόσο κατηγορηματική ούτε με μικρότερη πρόθεση να ληφθεί στα σοβαρά.
Εκείνη με κοίταξε, σμίγοντας τα φρύδια της, σαν να εξέταζε την πρακτική όψη του προβλήματος. Καθόμασταν σε ένα παγκάκι της πλατείας, εκεί άνοιξε αμέσως την τσάντα της, έβγαλε κάτι μαύρα γυαλιά, έβγαλε ένα εντυπωσιακό ψάθινο καπέλο, το επανέφερε στη φόρμα του με δυο τρεις κινήσεις σαν κόλπα μαγικά, έβγαλε κάτι χρυσαφί πέδιλα ψηλοτάκουνα που τα άλλαξε γρήγορα γρήγορα με τα παπούτσια του τένις και τις κάλτσες ποδοσφαιριστή, φόρεσε την καπελίνα και μου είπε: «Πάμε». Η μιμητική δύναμη των γυναικών δεν είναι ανακάλυψη δική μου. Με το να έχει στη διάθεσή της δυο τρία βασικά πράγματα, οποιαδήποτε κοπέλα ακόμα και αν βόσκει αγελάδες μπορεί να μεταμορφωθεί σε κοντέσα, αν ντυθεί κατάλληλα. Kαι στην ιστορία του κόσμου αποδεικνύεται ότι αυτό συμβαίνει πολύ συχνά. Λίγα δευτερόλεπτα πριν εγώ είχα καθισμένη δίπλα μου μια νεαρή με παντελόνια ιππασίας, με τσιριπἀ[1] και μποτάκια παραβατικού νεαρού. Τώρα έχω όρθια μπροστά μου μια ψιλή νεαρή με σαλβάρι περίπου ανατολίτικο, καπελίνα, σάλι στους ώμους και μαύρα γυαλιά. Μια ηθοποιό του σινεμά που δεν είναι διατεθειμένη να αποκαλύψει την ταυτότητά της ή μια πριγκήπισσα του οίκου των Μονεγάσκων που ταξιδεύει ινγκόγνιτο στην Αργεντινή.
Στο βιολετί μισόφως της υποδοχής του ξενοδοχείου ήταν πράγματι ένα θέαμα ερεθιστικό. Ωστόσο φαινόταν ότι ήταν πολύ νέα. Κανείς όμως στον κόσμο δεν θα τολμούσε να την ενοχλήσει ρωτώντας την για την ηλικία της. Ακόμα περισσότερο, να πούμε σε αυτήν την περίσταση, για την φαραωνική τσάντα της που κουβαλούσα εγώ. Εκείνη κρατούσε στο χέρι της ένα πορτοφολάκι, από εκείνα που κατόπιν κατέληξαν να είναι χρήσιμα για σχολικά είδη και που θα μπορούσαν να θεωρηθούν για τέτοιου τύπου μυστηριώδη αντικείμενα, λόγω του μικρού τους μεγέθους, και που οι γυναίκες έχουν μαζί τους στις γιορτές και συνήθως περιέχουν ένα μαντηλάκι, ένα κραγιόν ή ένα σφραγιδάκι[2].
Ανεβήκαμε και έπεσα ξεθεωμένος στο κρεβάτι εξ αιτίας της τσάντας. Και εδώ πρέπει να πω ότι έχω δει να ξεντύνονται αρκετές γυναίκες. Όμως ποτέ δεν έχω δει καμιά να ξεντύνεται για πρώτη φορά όπως εκείνη. Ούτε υποκριτικά ούτε με υπολογισμό, ή με ερωτισμό. Ξεντύθηκε όπως ένα κορίτσι που πάει για μπάνιο, πράγμα και που έκανε. Όταν επιτέλους ήρθε στο κρεβάτι τυλιγμένη με μια πετσέτα, εγώ είπα τη δεύτερη από τις πολλές βλακείες που θα της έλεγα στη ζωή μου. Τη ρώτησα πόσες φορές είχε μεταμφιεστεί με πέδιλα, γυαλιά και καπελίνα. Δεν θυμάμαι να απάντησε, θυμάμαι όμως ότι γούρλωσε τα μάτια της και ότι έφερε τα χέρια της στο στήθος της σαν να πνιγόταν. Οι κόρες των ματιών της άστραφταν στο σκοτάδι όπως τα μάτια ενός τρομαγμένου ζώου. Για περισσότερες από μια φορά υποπτεύτηκα ότι ήταν τρελή ή ότι δεν ήταν τελείως καλά. Εκείνη τη νύχτα υπήρξε η πρώτη. Μου πήρε ώρα να την ηρεμήσω και επίσης να πλαγιάσω μαζί της. Αργότερα τη ρώτησα γιατί είχε δεχτεί να έρθει μαζί μου. «Ήταν ο τρόπος που μου το ζήτησες» είπε χαμογελώντας. Ό,τι συνέβη εκείνη τη νύχτα, ό,τι συνέβη μέχρι το ξημέρωμα εκείνης της ημέρας και όσων ακολούθησαν, προτιμώ να μην το θυμάμαι με λέξεις. Αυτό που μια γυναίκα κάνει με έναν άντρα, οποιαδήποτε γυναίκα το έχει κάνει και θα το κάνει με οποιονδήποτε άντρα. Μόνο οι ηλίθιοι πιστεύουν ότι αυτό το μοιραίο είναι η φτώχια του έρωτα, δεν ξέρουν ότι εδώ βρίσκεται η αιωνιότητά του, η αφετηρία του μυστηρίου. Ίσως δεν μουρμουρίζουν όλες οι γυναίκες σχεδόν με απέχθεια «δεν είμαι από εδώ, δεν είμαι από εδώ» όταν το φύλο τις κάνει να χάνονται σε εκείνη την περιοχή που μόνο αυτές γνωρίζουν. Όμως λένε αυτό που θέλουν ή σιωπούν. Κάθε άντρας έχει αισθανθεί ότι, όταν όλα επιτέλους τελειώσουν, φαίνονται να επιστρέφουν από άλλον τόπο. Αυτή κάποιες φορές μου τον περιέγραφε. «Υπάρχει εκεί πέρα ο τρούλος μιας μικρής εκκλησίας που διακρίνεται μέσα από τα δέντρα, όταν κάποιος σταθεί σε ένα ορισμένο σημείο της γέφυρας. Μερικές φορές υπάρχει ένα ρυάκι με καθαρό νερό που ανάμεσα στις πέτρες του κολυμπούν μαύρα ψαράκια, που ίσως είναι μικρά βατραχάκια», αν και μια τέτοια ιδέα της ήταν λυπηρή. Άλλες φορές δεν υπήρχε ρυάκι αλλά ναι μακριά μονοπάτια με δέντρα μουριές. Μόνο μια φορά υπήρξε ένας φάρος. Αυτές οι αναπάντεχες εκδοχές, που στην αρχή μου φαίνονταν καπρίτσια, αφαιρέσεις, ή ψέματα, σχεδίασαν με τον καιρό έναν συγκεκριμένο χάρτη που τώρα εγώ μπορώ να τον ανασυνθέσω δέντρο με δέντρο, σπίτι με σπίτι, αμμοθίνα με αμμοθίνα. Γιατί οι αμμοθίνες ήταν πάντα στα λόγια της και στα όνειρά της. Όπως υπήρχε πάντα ο δρόμος με τις διπλή σειρά από μπανανιές και καλυμμένος με φύλλα και που, όταν τελείωνε αυτός ο δρόμος, υπήρχε η ξύλινη γέφυρα απ’ όπου φαινόταν το καμπαναριό της μικρής εκκλησίας.
Δεν θυμάμαι αυτά τα πράγματα από την πρώτη νύχτα αλλά από άλλες που ακολούθησαν,νύχτες που επιστρέφαμε από κάποιο σινεμά της γειτονιάς, περπατούσαμε στο λιμάνι και ξυπνούσαμε στο διαμέρισμά μου ή σε οποιοδήποτε ξενοδοχείο, κάποτε την καπελίνα αντικαθιστούσε ένα κόκκινο φόρεμα με αβυσσαλέο ντεκολτέ και μάτια βαμμένα σαν αρκουδάκι πάντα.
Ξέρω ό,τι και αν γράψω τώρα φαίνεται λίγο, μυθιστορηματικό, εύκολο να γραφτεί. Ποτέ όμως δεν έμαθα το αληθινό της όνομα. Επίσης ούτε πού έμενε ούτε με ποιον. « Με έναν παππού πολύ γέρο», μου είπε για να ξεφύγει ένα βράδυ που επέμεινα σχεδόν με θυμό. Ο παππούς, τουλάχιστον εκείνο το βράδυ, ήταν σχεδόν τυφλός και μόλις είχε μια επαφή με την πραγματικότητα, πράγμα που σήμαινε ότι εκείνη μπορούσε να γυρίσει οποιαδήποτε ώρα, ακόμα και να λείψει από το σπίτι μια δυο μέρες, μόνο και μόνο για να μην τον αφήσει να πεθάνει από την πείνα. Ένα πρωί πρότεινα να την συνοδέψω. Με ρώτησε αν ήμουν τρελός. Και τι θα έλεγε η θεία Αμέλια, αν την έβλεπαν να γυρίζει με έναν άντρα που ήταν ένα άτομο πολύ μεγαλύτερό της και ενώ είχε λείψει μια ολόκληρη μέρα από το σπίτι της.
Εκείνη τη νύχτα μου είχε μιλήσει για το φάρο. Ξύπνησα ξαφνικά και την είδα να κάθεται στο κρεβάτι και να με κοιτάζει από πολύ κοντά με τα μάτια ορθάνοιχτα. «Ονειρεύτηκα πάλι το φάρο» μου είπε. Εγώ είπα πως δεν ήταν αλήθεια και την άκουσα να φωνάζει για πρώτη φορά. «Τι ξέρεις εσύ για μένα», ούρλιαξε. «Δεν ξέρεις τίποτα για μένα, ονειρεύτηκα πάλι το φάρο και ήταν ο φάρος που πήγαινα να παίξω όταν ήμουν μικρή, τώρα δεν υπάρχει, και όμως ήταν ο ίδιος φάρος». Της απάντησα πως δεν ήταν δυνατόν να είχε ονειρευτεί ξανά ένα φάρο, αφού πριν δεν μου είχε ποτέ μιλήσει για κανένα φάρο. Με κοίταξε εχθρικά, μετά με κοίταξε με φόβο. Άρχισε να ντύνεται και φαινόταν σαν να βρισκόταν αλλού. «Δεν γίνεται να έχω ονειρευτεί το φάρο» είπε ξαφνικά. «Τα επινόησα όλα». Ήταν εκείνο το πρωί που της πρότεινα να την συνοδέψω και εκείνη μου μίλησε για τη θεία Αμέλια. Την έκανα να προσέξει ότι μέχρι τότε ζούσε με τον παππού. Με κοίταξε ανέκφραστα ή ίσως με εκείνο το περιφρονητικό βλέμμα της πρώτης μέρας. «Δεν πρόκειται να σε ξαναδώ ποτέ πια», μου είπε. Και για ένα διάστημα δεν ξανάρθε.
Αν δεν είχε ξανάρθει, ίσως εγώ τώρα να μην αναζητούσα το μέρος που βρίσκεται πέρα από τη δεντροστοιχία και τη γέφυρα. Μια μέρα όμως φτάνοντας στο διαμέρισμά μου την βρήκα να κάθεται στο κρεβάτι μου. Κοίταζε απορροφημένη ένα περιοδικό με κόμικς και έτρωγε μια τούρτα με μαύρη ζάχαρη. Τα μαλλιά της είχαν μακρύνει. Σήκωσε το ένα χέρι της και χωρίς να πάρει τα μάτια της από το περιοδικό με χαιρέτισε κουνώντας μόλις τα δάχτυλα. Δεν πρόλαβα να εκπλαγώ γιατί συνέβησαν δυο πράγματα. Βλέποντας την εδώ , τόσο απόλυτη και απρόβλεπτη, με έκανε να συνειδητοποιήσω ότι αν δεν είχε επιστρέψει δεν θα υπήρχε τρόπος να την βρω. Το άλλο ήταν κάτι που είπε. Την είχα ρωτήσει πού βρισκόταν όλον αυτόν τον καιρό και με χαρά, χωρίς να το σκεφτεί, απάντησε αμέσως, «στο σπίτι.» Δεν ήταν οι λέξεις αλλά ο τόνος που τις πρόφερε. Ήξερα ότι δεν μιλούσε για το σπίτι του τυφλού παππού ή για τη θεία Αμέλια, αφού είχα παραδεχτεί ότι υπήρξαν. Ούτε καν σκεπτόταν τη λέξη σπίτι με το ίδιο νόημα όπως εγώ , με το συμβατική έννοια δηλαδή του όρου κατοικία. Είχε πει «σπίτι», όπως μια σειρήνα θα έλεγε ότι κάποιους μήνες είχε επιστρέψει στη θάλασσα. Θα την ρωτούσα πώς μπήκε αλλά σιώπησα. Από εκείνη τη μέρα έμαθα να σιωπώ. Για να αρχίσω μου έφτανε μια μικρή προειδοποίηση για να παραδεχτώ ότι το σπίτι της, το πραγματικό της σπίτι, σε κάποια περιοχή του Μπουένος Άιρες με ενδιέφερε πολύ λιγότερο από το μέρος που ονειρευόταν και για το οποίο μου μιλούσε κάποιες φορές, σαν να μιλούσε στον ύπνο της, χωρίς να δείνει καμιά προσοχή, αν κάποιες περιγραφικές λεπτομέρειες συνδυάζονταν ή όχι.
Σε δεύτερο χρόνο, παρατήρησα κάποια πράγματα που θα μπορούσα να τα έχω επισημάνει πολύ νωρίτερα, αυτό που καθ’οδόν γρατσούνισε τον εκ των υστέρων φόβο μου, τον απροσδόκητο φόβο ότι θα μπορούσε να μου λείπει, αν δεν είχε γυρίσει. Κατάλαβα, για παράδειγμα, ότι την αγαπούσα και μου φαινόταν αδιανόητο που το είχα ανακαλύψει σταδιακά. Κατάλαβα επίσης ότι δεν είχα τίποτα για να την τιμωρήσω με ερωτήσεις, ούτε να την φοβίσω. Η βία την φόβιζε και η ειρωνεία, η χοντροκοπιά την γέμιζαν με θλίψη. Σήμερα ξέρω ότι όταν ένας άντρας αρχίζει να έχει κατά νου τέτοια πράγματα βελτιώνει πολύ τη γενική άποψη για τη ζωή ή καταλήγει ηλίθιος. Εγώ εξακολουθώ να σκέπτομαι ότι η ζωή είναι ανυπόφορη, ίσως για αυτό ψάχνω ακόμα το μέρος.
Μια ή δυο εβδομάδες αργότερα μετά την επιστροφή της με ρώτησε, για πρώτη φορά, τι μου συνέβαινε. Δεν συνήθιζε να κάνει ερωτήσεις αυτού του τύπου, πράγμα που αν το καλοσκεφτείς θα μπορούσε να είναι στοιχείο ενός παιδικού εγωισμού, το οποίο η λέξη παιδικό εξηγεί καλύτερα από κάθε άλλο πράγμα, αυτό που λέω πιο πάνω για τη γενναιόδωρη και ώριμη θεώρηση του κόσμου ή για την ηλιθιότητα. Το διαισθάνθηκα αμέσως και της είπα «όχι», ότι δεν μου συνέβαινε απολύτως τίποτα, ότι σκεπτόμουν μόνο εάν θα ξανάβλεπε το φάρο, όταν βρισκόταν εκεί. Μετά την πήρα από τους ώμους και της έδειξα ένα οικόπεδο μετά από κατεδάφιση. « Κοίτα εκείνο τον τοίχο», της είπα « με τα σχέδια που απέμειναν στην μεσοτοιχία, κάποιος μπορεί να το ξαναχτίσει το σπίτι όπως ήταν». «Ναι» είπε, «όμως δεν μπορεί βέβαια να ξέρει από πριν αν αυτό είναι ωραίο ή καταθλιπτικό. Όχι, ο φάρος δεν υπάρχει πια και πιστεύω ότι ποτέ δεν τον είδα, πρέπει να είναι μια από εκείνες τις ιστοριούλες που μου έλεγε ο παππούς». Τη ρώτησα γιατί είχαν φυτέψει μια διπλή σειρά από μουριές στις πλευρές του δρόμου. Γέλασε και μου αντέτεινε για ποιο λόγο με ενδιέφερε κάτι τέτοιο. «Δεν είναι μουριές», είπε «είναι μπανανιές πανύψηλες και πολύ γέρικες, ο δρόμος με τις μουριές είναι εκείνος της γριάς Εγκλατίνα, εκείνης που μας χάριζε ηλιόσπορους».
Εγώ τότε από την πλευρά μου σχολίασα ότι οι αμμοθίνες, όταν τις παίρνει ο άνεμος, θα μπορούσαν να σκεπάσουν τα πάντα. Συνέχιζε να γελάει. « Οι αμμοθίνες είναι από την άλλη πλευρά, όπως βγαίνει κάποιος από το χωριό. Και δεν σκεπάζουν τα σπίτια, όμως φυσικά και κινούνται τη νύχτα και όταν κάποιος ξυπνήσει όλα έχουν αλλάξει και είναι σαν ολόκληρο το χωριό να έχει πάει σε άλλο μέρος». Σιώπησε. Με κοίταζε χωρίς να με εμπιστεύεται, δεν το ένιωσα στα μάτια της τα οποία δεν έβλεπα αλλά στην ανατριχίλα του δέρματός της όπως την ακουμπούσα. Ήταν σαν κάθε σημείο του σώματός της να ήταν φτιαγμένο από το ίδιο ευαίσθητο και έντονο υλικό. Της είπα ότι νύσταζα και ότι ίσως έπρεπε να φορέσει την καπελίνα. Μου είπε ότι δεν την είχε φέρει μαζί της, ούτε τα μαύρα γυαλιά, ούτε τις ζωγραφιές και απεχθανόταν τα ξενοδοχεία. Πήγα να της πω ότι την τελευταία φορά δεν φαινόταν να τα απεχθάνεται τόσο, μέσα μου όμως παραδέχτηκα ότι, αν το καλοσκεφτόμουν, και εγώ δεν τα ήθελα.
Περπατούσαμε προς το διαμέρισμά μου. «Εγώ ανεβαίνω», της είπα στην είσοδο. Με ακολούθησε. Όταν φτάσαμε στην κρεβατοκάμαρα είχα άλλη διάθεση. «Και τώρα θα φορέσεις την καπελίνα και θα μου δείξεις το πόδι σου». Έβαλε τα γέλια. Και, τουλάχιστον, εκείνη τη νύχτα ένιωσα ότι κάποιες φορές διαθέτω τη φυσική ικανότητα να κάνω καλά κάποια πράγματα.
Όλοι έχουμε την τάση να πιστεύουμε ότι η ευτυχία βρίσκεται στο παρελθόν. Και εγώ επίσης, έχω αισθανθεί ότι κάποια δευτερόλεπτα εκείνον τον καιρό υπήρξαν η ευτυχία, δεν θα μπορώ όμως να ζήσω, αν διαπιστώσω ότι όλα όσα δικαιούμαι, έχουν ήδη συμβεί. Μια τέτοια μέρα θα γεράσω ξαφνικά, το ξέρω. Ξέρω επίσης ότι, αν διαβώ αυτή τη γέφυρα, εκείνη θα μπορεί να αναγνωρίσει το πρόσωπό μου. Γνωρίζω πια το μέρος σαν εγώ ο ίδιος να έχω γεννηθεί εκεί, όχι ακριβώς, γιατί η μνήμη αλλάζει, υποκαθιστά και φαντάζεται τα αντικείμενα, με μια ορισμένη ωστόσο πιστότητα για να αναγνωρίζει ποια είναι τα ουσιαστικά τους σχήματα. Κάποτε διάβασα ότι όλα τα χωριά μοιάζουν. Αυτός που το έγραψε μάλλον απεχθανόταν τους ανθρώπους. Δεν υπάρχει χωριό, έχει δεν έχει αμμοθίνες , να είναι ίδιο με ένα άλλο, επειδή υπάρχει ένας μόνο που ανακάλυψε τα μέρη του, έχτισε τα σπίτια του, χάραξε τους δρόμους του και αποφάσισε το ρου των ρυακιών του ανάμεσα στις πέτρες. Όλοι που είμαστε από εδώ το ξέρουμε. Μου πήρε περισσότερο από σαράντα χρόνια να μάθω αυτή την αλήθεια, αυτή που ένα ψηλό, τρελό κορίτσι με υπέροχα πόδια γνώριζε στα δεκαέξι.
Όταν αυτή εξαφανίστηκε τελείως, εγώ ακόμα αγνοούσα αυτά τα πράγματα, ήξερα όμως τις λεπτομέρειες, την τοπογραφία, τη φυσιογνωμία του χωριού. «Στις εφτά το απόγευμα, φθινόπωρο, αν κάποιος μισοκλείσει τα μάτια οι αμμοθίνες μοιάζουν σαν στάχτη, μόλις χρυσαφιά. Όταν υπάρχει το ρυάκι, η περιοχή της γέφυρας τη νύχτα μοιάζει με ουρανό που το χρώμα του έχει γίνει ένα πολύ σκούρο μπλε και κινείται, και επειδή οι πυγολαμπίδες αντανακλώνται στο νερό είναι σαν οι αστερισμοί να βγαίνουν από τη γη. Υπάρχουν δυο ανεμόμυλοι. Ο γερό Ματίας έχει ένα άλογο μαθουσάλα, πάνω από τριάντα χρόνων. Έχει σχεδόν την ηλικία σου ,Αμπελάρδο», μου είπε προειδοποιητικά ένα από τα τελευταία βράδια που ιδωθήκαμε. Της απάντησα πως τα άλογα, κατά μία έννοια τουλάχιστον, δεν είναι πάντα σαν τους ανθρώπους.
Έχω ήδη πει ότι ο ειρωνικός τόνος την ενοχλούσε ή την αποσυντόνιζε. «Γιατί λες κατά μία έννοια;» με ρώτησε. Ένιωθα κουρασμένος και κάπως αφηρημένος εκείνη τη νύχτα, έκανα ένα αστείο γύρω από τη σεξουαλική συμπεριφορά που πολλά κορίτσια της ηλικίας της θεωρούσαν φυσική για ένα αγόρι. ΄Αργησα καμιά ώρα να της εξηγήσω πως ήταν ένα αστείο και άλλη μια ώρα να την πείσω να κοιμηθεί μαζί μου. Η κούραση έχει ως αποτέλεσμα περίεργα πράγματα, όπως επίσης την πληγωμένη αξιοπρέπεια των γυναικών. Αυτό ήταν σαν κάτι που θυσίασα και σκότωσα συγχρόνως σε μια τρελή θεότητα, σαν να αντάλλασσα την ψυχή για ένα σώμα και να την άδειαζα σε ένα άλλο και να τη γέμιζα με αυτό και σαν να ξυπνούσα δέκα φορές σε ξένο ουρανό και κόλαση. Αυτό που ακόμα αγνοούσα από το χωριό, το γνώρισα εκείνη τη νύχτα. Όχι μόνο γιατί εκείνη μισοκοιμισμένη μιλούσε ώρες αλλά γιατί το είδα. Το είδα μέσα της, εγώ ήμουν εκείνη. Όταν ξύπνησε στις τέσσερις το πρωί, έκανα πως κοιμόμουν. Φεύγοντας από το σπίτι, ντύθηκα αμέσως , έριξα πάνω μου ένα πανωφόρι και την ακολούθησα . Η ένταση μου έδινε τη διαύγεια και την αποφασιστικότητα ενός εγκληματία. Δεν ήταν μόνο η επιθυμία να μάθω πού πήγαινε όταν με άφηνε. Ήταν η θέληση να την ξαναβρώ όταν δεν θα επέστρεφε. Γιατί εκείνη τη νύχτα κατάλαβα επίσης ότι για κάποιο λόγο αυτό που είχαμε δεν θα μπορούσε να διαρκέσει για πολύ ακόμα και ότι αυτή, χωρίς να το ξέρει, θα αποφάσιζε τη στιγμή του χωρισμού. Είδα το σπίτι της, το αληθινό της σπίτι, σε μια γειτονιά υποβαθμισμένη, σχεδόν στα όρια του Μπουένος Άιρες. Ήταν ένα ισόγειο σπίτι σε ένα από τα τετράγωνα με χωματόδρομους που απέμειναν ή και ακόμα υπάρχουν στην περιοχή της Πομπέγια. Είχε ένα συρμάτινο φράχτη και μπροστά ένα κήπο με πελαργόνια και ένα καχεκτικό δεντράκι. Εκείνη έκοβε κάτι από το δεντράκι το κράτησε στην παλάμη του άλλου χεριού. Μετά έφερε την παλάμη της στο στόμα και μπήκε στο σπίτι χωρίς να ανάψει το φως. Περίμενα περισσότερο από μία ώρα και δεν έλεγα να φύγω. Εδώ έμενε και δεν ήξερε πως την είχα ακολουθήσει. Όταν έφτασα στο διαμέρισμά μου, εξακολουθούσα να επαναλαμβάνω το όνομα της οδού και τον αριθμό του τετραγώνου. Δεν ήταν αυτός ο τρόπος για να την ξαναβρώ, ο καθένας όμως πιάνεται από την τελευταία ελπίδα του τι είναι πραγματικό. Την ξαναείδα φυσικά . Μερικές φορές. Τίποτα δεν άλλαξε. Ούτε τα σινεμά της γειτονιάς, ούτε οι συναντήσεις στο πάρκο ούτε καν η τελετουργία της καπελίνας στα ξενοδοχεία. Μια μέρα μου είπε ότι ο παππούς ήταν στα τελευταία του και κατάλαβα επιτέλους αυτό που ούτε εκείνη είχε συνειδητοποιήσει. Ό,τι δεν θα την ξανάβλεπα πια.
Άφησα να περάσει λίγος καιρός και πήγα ως την Πομπέγια. Υπέθεσα κάτι που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχα σκεφτεί. Θα μου πουν ότι δεν την ξέρουν, ότι ποτέ δεν την έχουν δει. Χωρίς αμφιβολία την γνώριζαν. «Η κοπέλα με τα μαύρα μαλλιά που επισκεπτόταν τον παππού στο κίτρινο σπίτι. Δεν ερχόταν εδώ γύρω πια, να πούμε την αλήθεια, δεν έμενε στο σπίτι, ερχόταν και έφευγε και όταν πέθανε ο κύριος δεν ξανάρθε». Ρώτησα για την θεία Αμέλια. « Δεν υπήρξε ποτέ θεία Αμέλια, ήταν μόνο οι δυο τους. Στην πραγματικότητα αυτός μόνος του. Η κοπέλα ερχόταν κάπου κάπου».
Και αυτό είναι όλο. Αυτό έγινε πριν δεκαπέντε χρόνια και από τότε πάνε δέκα που ψάχνω το χωριό. Ξέρω πως υπάρχει, γιατί εκείνη το ονειρευόταν και ήξερε πώς να πάει. Έχω επίσης και άλλους λόγους που εσείς δεν μπορείτε να συμμεριστείτε. Σε ένα κομμάτι γης, στην Πομπέγια, είδα κάποιες μπανανιές. Στο σπιτάκι το δέντρο στον κήπο ήταν μουριά.
Σημ. της μεταφράστριας:
Ο Αμπελάρδο Καστίγιο γεννήθηκε και πέθανε στο Μπουένος Άιρες, υπήρξε ποιητής, πεζογράφος, δοκιμιογράφος, θεατρικός συγγραφέας και δημοσιογράφος εγνωσμένου κύρους. Βραβευμένος με διεθνή βραβεία, από τους θεμελιωτές της νεώτερης αργεντίνικης λογοτεχνίας, αριστερής ιδεολογίας και υπαρξιστής, μεταξύ όσων υπερασπίστηκαν τις δημοκρατικές ελευθερίες στην περίοδο της χούντας στην Αργεντινή και υπέστησαν κυρώσεις.
Σημαντικά έργα του : Las otras puertas, las maquenarias de la noce, El espejo que tiembla, El que tiene sed, La casa de cenizas, κ.α.
[1] Ορθογώνιο κομμάτι υφάσματος που φορούν οι γκάουτσος. Περνάει ανάμεσα στα πόδια και στερεώνεται στη μέση.
[2] Οι γυναίκες μια εποχή τα χρησιμοποιούσαν αντί για τυπωμένες καρτ βιζίτ
