You are currently viewing Αγάθη Γεωργιάδου: Κωνσταντίνος Μακρής, Ελληνορωμαϊκή πάλη, Εκδόσεις Έναστρον, 2025, ISBN139789606251405

Αγάθη Γεωργιάδου: Κωνσταντίνος Μακρής, Ελληνορωμαϊκή πάλη, Εκδόσεις Έναστρον, 2025, ISBN139789606251405

Η ποιητική συλλογή Ελληνορωμαϊκή πάλη (Εκδόσεις Έναστρον, 2025) του Κωνσταντίνου Μακρή συνιστά μια πυκνή λυρική κατάθεση, όπου το ιστορικό παρελθόν δεν αντιμετωπίζεται ως απολιθωμένο υλικό, αλλά ως ζωντανή ύλη που διαπερνά και ερμηνεύει το παρόν. Ο ποιητής κινείται με άνεση ανάμεσα στην ιστορία και τον μύθο, αξιοποιώντας μορφές και γεγονότα της αρχαιότητας, ελληνικής και ρωμαϊκής –όπως η Άλωση της Τύρου, ο Μέγας Αλέξανδρος, ο Ιουστινιανός, ο Δημήτριος Πολιορκητής, ο Πλάτων, ο Σενέκας, ο Νέρων και άλλοι– όχι για να αναπαραστήσει μια εποχή, αλλά για να φωτίσει σύγχρονες υπαρξιακές και κυρίως κοινωνικές αγωνίες. Έτσι, η ιστορία αποκτά λειτουργία ερμηνευτικού κλειδιού, ενώ ταυτόχρονα αναδεικνύεται η κυκλικότητα των ανθρώπινων συμπεριφορών, που επανεμφανίζονται με διαφορετικά προσωπεία στον χρόνο.

Κεντρικός άξονας της συλλογής είναι η αγωνία για τη φθαρτότητα της ζωής και η επίμονη προσπάθεια διάσωσης της στιγμής μέσω της μνήμης και της τέχνης. Το εφήμερο γίνεται σχεδόν εμμονικό μοτίβο, καθώς ο ποιητής αναμετριέται με τη διάλυση του χρόνου, επιχειρώντας να «καρφώσει» την εμπειρία σε έναν λόγο με διάρκεια (Ω στιγμιαία μου ζωή / και πώς να σε καρφώσω / σε τοίχο απάνω σταθερή / τον βίο να ορθώσω). Σε αυτό το πλαίσιο, η σύνδεση έρωτα και θανάτου αποκτά ιδιαίτερη ένταση. Η ηδονή δεν αποκόπτεται από τη φθορά, αλλά συνυπάρχει μαζί της σε ένα αμφίσημο σχήμα «ηδονής-οδύνης», όπου η ερωτική εμπειρία εμπεριέχει ήδη τον θάνατο.

Παράλληλα, η συλλογή ασκεί σαφή κοινωνική και πολιτική κριτική. Ο Μακρής στρέφεται εναντίον του σύγχρονου ευδαιμονισμού, καταγγέλλοντας τη μαλθακότητα και την υποταγή στις υλικές απολαύσεις των «Συβαριτών» του 21ου αιώνα ως μορφές παρακμής (Η ανδρεία είναι κουραστική / πιο εύκολη η μαλακία / […] / σπονδή να κάνετε το σπέρμα / στον Στέρφο / τον σηραγγώδη ημίθεο). Η επίκληση ιστορικών παραδειγμάτων λειτουργεί εδώ ως καθρέφτης: οι «Συβαρίτες» του παρελθόντος μεταμορφώνονται σε σύγχρονους ανθρώπους εγκλωβισμένους στην άνεση και την αδράνεια, ενώ η απώλεια της ανδρείας αναδεικνύεται σε σύμπτωμα μιας βαθύτερης πολιτισμικής αποδυνάμωσης. Αντίστοιχα, η αναφορά στους «Είλωτες» μεταφέρει την έννοια της δουλείας στο παρόν, όπου η υποταγή δεν είναι πλέον σωματική αλλά οικονομική και ψυχολογική, απογυμνώνοντας την ψευδαίσθηση της ελευθερίας και αποκαλύπτοντας ότι οι σύγχρονες αλυσίδες έχουν μετασχηματιστεί σε δυσβάσταχτους φόρους και ενοίκια.

Η κοινωνική αυτή ακτινογραφία κορυφώνεται στο ποίημα «Ικέτες» όπου ο Μακρής ανακαλεί έναν από τους πιο ιερούς θεσμούς της αρχαιότητας για να περιγράψει το σύγχρονο δράμα του ξεριζωμού. Εδώ, η ιστορία παύει να είναι απλό παρασκήνιο και γίνεται η φωνή των ανέστιων που, ως άλλοι ήρωες αρχαίας τραγωδίας, φέρουν το βάρος μιας μοίρας που τους υπερβαίνει, διεκδικώντας την αναγνώριση της ανθρώπινης ιδιότητάς τους μέσα σε έναν κόσμο που έχει λησμονήσει τον «Ξένιο Δία». Η ικεσία τους δεν είναι πλέον μια τυπική τελετουργία, αλλά κραυγή υπαρξιακής αγωνίας που συνδέει τις «Ικέτιδες» του παρελθόντος με τις σκιές των σημερινών προσφύγων, υπογραμμίζοντας πως η ενσυναίσθηση είναι η μόνη σωτηρία: Με πόδια που φουσκώνουν στα αχανή χιλιόμετρα / Μ ε μάτια πρησμένα απ’ τη σκόνη […] / Λίγο αέρα, λίγο φως, λίγη ανθρωπιά / Γυρεύουν…

Η σχέση ιστορίας και παρόντος δεν εξαντλείται όμως στην κριτική· επεκτείνεται και σε μια βαθύτερη, σχεδόν αρχετυπική διάσταση είτε ως επαναλαμβανόμενα σχήματα βίας και πόθου είτε ως «μνήμη του σώματος», που συνδέει τον σημερινό άνθρωπο με τις προγονικές του ταυτότητες, είτε αυτός είναι «Κώνστας ή Κωνσταντής», Δημώδης ή Αυτοκράτωρ. Σε αυτή τη γραμμή, η πνευματική συνέχεια του Ελληνισμού και της Ρωμιοσύνης αναδεικνύεται θεμελιώδης άξονας: η μορφή του «Δασκάλου», ως μύστη και φορέα μιας υπερχρονικής γνώσης, ενός προσώπου που είναι Ρωμιός μαζί και Έλλην / Ένθεος εραστής του χάους,/ Μύστης Πατήρ,συμβολίζει τη δυνατότητα υπέρβασης της ιστορικής φθοράς μέσω της παράδοσης.

Στο ποίημα «Πλάτων», ο Μακρής διατυπώνει ένα ανατρεπτικό ποιητικό μανιφέστο, επαναπροσδιορίζοντας τον ρόλο του ποιητή μέσα από τη σύγκρουσή του με τη φιλοσοφική και πολιτική εξουσία. Στρέφεται ευθέως κατά του Πλάτωνα, ανακαλώντας την περιβόητη εξορία των ποιητών από την ιδανική Πολιτεία, για να αντιστρέψει ριζικά το σχήμα: για τον ίδιο, η ποίηση δεν νοείται έξω από τη Δημοκρατία, αλλά αποτελεί μία από τις κατεξοχήν εκφράσεις της. Δεν πρόκειται για αποστειρωμένη τέχνη, αλλά για μια ζωντανή διαδικασία, όπου ο λαός ταυτόχρονα υμνείται και «οιστρηλατείται», ακόμη και όταν η ελευθερία αυτή εμπεριέχει το τίμημα της τραγωδίας — «ακόμα κι αν σκοτώνει τον Σωκράτη»

Παράλληλα, ο ποιητής δεν παραβλέπει την εντοπιότητά του, την οποία ενσωματώνει δημιουργικά στον ευρύτερο ιστορικό και μυθικό του ορίζοντα. Οι αναφορές στον Απόλλωνα Υλάτη, με το ιερό του στον αρχαιολογικό χώρο του Κουρίου, στον φιλόσοφο Ζήνωνα τον Κιτιέα, στον μεσαιωνικό επαναστάτη Ρε Αλέξη, αλλά και στους Ναΐτες κατακτητές, εγγράφουν την κυπριακή εμπειρία στο σώμα της συλλογής, αναδεικνύοντας τη συνέχεια και τις τομές της τοπικής ιστορίας

Υφολογικά, η ποίηση του Μακρή διακρίνεται από έντονο συγκερασμό αντιθέτων και από μια δημιουργική συνάντηση διαφορετικών χρονικοτήτων. Η γλώσσα του αντλεί από όλο το εύρος της ελληνικής γραμματείας — από την αρχαία και τη βυζαντινή παράδοση έως τη σύγχρονη δημοτική — συγκροτώντας ένα ιδίωμα πλούσιο και ακριβές, όπου κάθε λέξη φέρει ιδιαίτερο σημασιολογικό βάρος. Στο πλαίσιο αυτό, το λόγιο συνυπάρχει με το δημώδες, το ιερό με το βέβηλο, το τραγικό με το ειρωνικό, συνθέτοντας ένα πολυφωνικό και δυναμικό ύφος. Η δε χρήση σπάνιων ή λόγιων τύπων δεν λειτουργεί επιδεικτικά, αλλά εντάσσεται οργανικά σε έναν τελετουργικό τόνο, ενισχύοντας τη συνολική ατμόσφαιρα της συλλογής.

Η εικονοπλαστική δύναμη των ποιημάτων είναι ιδιαίτερα έντονη, με εικόνες που συχνά αποκτούν συμβολικό βάθος και δραματική ένταση(Είναι οι δαίμονες / των καντουνιών / Που κάθε τέρας η θάλασσά τους / Το ξεβράζει). Παράλληλα, η θεατρικότητα –μέσα από μονολόγους ή απευθύνσεις σε ιστορικά πρόσωπα (Οβίδιε, τον έρωτα / τον έκανες παιχνίδι˙/ γελαστό, σκαμπρόζικο) – προσδίδει στα ποιήματα σκηνική διάσταση.

Η πρωτοτυπία της Ελληνορωμαϊκής πάλης κορυφώνεται στο καταληκτικό «Έσσεται Ήμαρ» (Θα έρθει μέρα),  τίτλος προερχόμενος από μια εμβληματική φράση από την Ιλιάδα (για την πτώση της Τροίας), η οποία όμως στην ελληνική παράδοση μετατράπηκε σε σύμβολο προσμονής για την απελευθέρωση. Στο ποίημα αυτό, η ιστορία λειτουργεί ως προφητεία και ελπίδα. Ο ποιητής καλεί σε μια δυναμική επιστροφή στις ρίζες, προαναγγέλλοντας τη μέρα που: τα αλλότρια τα δόγματα / Σαν δέρμα από πάνω μας θα πεταχτούνε / Θα έρθει μέρα που των σοφών τα λόγια και οι πράξεις  / […] Φαγός θα γίνουν να μας ταΐσουν το ψωμί / των προπατόρων.Είναι φανερό ότι ο τίτλος δεν δηλώνει απλώς ένα άθλημα, αλλά μετατρέπεται σε κεντρική μεταφορά για την πάλη ανάμεσα σε παραδόσεις, αξίες και ταυτότητες που συγκροτούν τον σύγχρονο άνθρωπο. Η επιστροφή στο «ψωμί των προπατόρων» δεν είναι οπισθοδρόμηση, αλλά η μοναδική οδός προς το μέλλον.

Μέσα από μια δημιουργικά εκσυγχρονισμένη ανάγνωση αρχαίων παθών και ιστορικών εμπειριών, ο Μακρής διαμορφώνει έναν αιχμηρό και επίκαιρο ποιητικό λόγο που αφυπνίζει και προβληματίζει. Η ένταση αυτού του στοχασμού κορυφώνεται σε ποιήματα όπου η ιστορία δεν παρατίθεται απλώς, αλλά λειτουργεί ταυτόχρονα ως προειδοποίηση, διάγνωση και προφητεία. Η επίκληση της ιστορικής μνήμης αναδεικνύει την επαναληπτικότητα της παρακμής, φωτίζει τις σύγχρονες μορφές υποδούλωσης και ταυτόχρονα διατηρεί ανοιχτό τον ορίζοντα μιας ενδεχόμενης κάθαρσης. Έτσι, η διάχυτη προφητική διάθεση της συλλογής δεν εκπίπτει σε νοσταλγία, αλλά μετασχηματίζεται σε δυναμική επιστροφή στις ρίζες, ως αναγκαία προϋπόθεση αναγέννησης.

Συνολικά, η Ελληνορωμαϊκή πάλη αρθρώνει έναν ποιητικό στοχασμό πάνω στη μοίρα του ανθρώπου μέσα στον χρόνο, αναδεικνύοντας την ένταση ανάμεσα στη φθορά και τη μνήμη, την παρακμή και την ελπίδα. Πρόκειται, τελικά, για τον αγώνα του ανθρώπου να παραμείνει «Ένθεος» και «Μύστης» μέσα σε έναν κόσμο που επιχειρεί να τον μετατρέψει σε απλό καταναλωτή ή σε υποχείριο των αναγκών του. Μέσα από την ίδια την «πάλη» των λέξεων και των εποχών, το έργο επιδιώκει να επανασυνδέσει το παρόν με τις βαθύτερες πνευματικές του καταβολές, προτείνοντας στάση αντίστασης απέναντι στην αποξένωση και τη ρηχότητα της σύγχρονης ζωής· ταυτόχρονα, υπενθυμίζει πως η ιστορία δεν είναι απλώς ό,τι παρήλθε, αλλά ό,τι εξακολουθεί να επιμένει, να μας στοιχειώνει και να μας καθορίζει.

 

 

 

Αγάθη Γεωργιάδου

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.