You are currently viewing Αγάθη Γεωργιάδου: Ντίνα Γεωργαντοπούλου, Αθόρυβοι κύκλοι, Βακχικόν, 2024

Αγάθη Γεωργιάδου: Ντίνα Γεωργαντοπούλου, Αθόρυβοι κύκλοι, Βακχικόν, 2024

Αθόρυβοι κύκλοι ονομάζεται η τέταρτη ποιητική συλλογή της Ντίνας Γεωργαντοπούλου, προϊδεάζοντας για μια ποίηση χαμηλόφωνη, υπαρξιακής υφής, που μιλάει για τους κύκλους της ζωής που κλείνουν αθόρυβα, χωρίς να μας προειδοποιούν, και για τον χρόνο που γλιστράει από τα χέρια μας, σαν την άμμο. Επηρεασμένη από τους καταραμένους ποιητές, όπως δείχνει το εναρκτήριο ποίημά της, η ποιήτρια δίνει το στίγμα της: οι θλιμμένοι στίχοι τους γίνονται κόμποι στ’ «αχτένιστα μαλλιά» της, οδυνηρά παρόντες στα ποιήματά της.

Η ποιητική συλλογή, ωστόσο, δεν εκπέμπει θλίψη, αλλά μια ήρεμη μελαγχολία για όσα θλίβουν την ποιήτρια, και όλους μας, για τις μέρες που φεύγουν ανεπιστρεπτί, για την αθόρυβη καθημερινότητα που σκεπάζει σαν κουβέρτα λήθης αισθήματα και σκέψεις, για τη μοναχικότητα του ανθρώπου. Η Γεωργαντοπούλου παρατηρεί με ευαισθησία τους «αφανείς ήρωες» της καθημερινότητας, τους ανώνυμους ανθρώπους που ζουν χωρίς εξάρσεις και πολυτέλεια, που αρκούνται στα λίγα και όμως απολαμβάνουν κάθε στιγμή της στερημένης τους ζωή. Την πικραίνει η διαρκής επίβλεψη της ζωής μας, τα τείχη που χτίζονται γύρω μας, ο εφησυχασμός για τον εγκλεισμό μας, η αδιαφορία των ανθρώπων, η καταναλωτική μανία:

 

-Λόλα, να πάρε ένα μήλο-

συναίνεση της τροφής

που χορταίνει αχυρανθρώπους

και χρυσό χάρισμα από τη διδακτέα ύλη.

Εμείς ζούμε τους τίτλους του παρελθόντος.

Ποιος θα νιώσει τις λέξεις σου;

Ποιος θα διαβάσει τα μάτια σου;

Ποιος θα αισθανθεί την αγάπη σου; («Υπό σκιάν», σελ. 12)

 

Πολλά ποιήματα της συλλογής ανήκουν στην κατηγορία των αυτοαναφορικών. Είναι, δηλαδή, ποιήματα ποιητικής, που μιλούν γενικά για την ποίηση και κυρίως για το πώς νιώθουν οι ποιητές:

 

Νιώθω το ποίημα

στο πρώτο ανοιχτό κουμπί της ζακέτας,

στο δάχτυλο που φτιάχνει σχέδια στη σκόνη,

στο κίτρινα φύλλα που οδηγούνται στην φυσική πτώση

αφού πρώτα γίνουν κόκκινα,

στη βροχή που ανακαλύπτει χρόνους παλιούς,

στους πάγκους που πωλείται η ανεργία,

σε διαμερίσματα των πενήντα τετραγωνικών

που κοιμούνται θυμωμένοι και ερωτευμένοι άνθρωποι.

Στα βράδια που η κουβέρτα ζεσταίνει τα εναπομείναντα,

τα γενικά και αόριστα συναισθήματα […]» («Πώς νιώθω το ποίημα», σελ. 10)

 

Η ποίηση αποτελεί για την ποιήτρια μια απελευθερωτική δίοδο για όσα την πιέζουν, για τα προσωπικά αδιέξοδά της, για τη σκόνη που επικάθεται μέσα της από τις καθημερινές συναναστροφές, για τα κοινωνικά προβλήματα, την ανεργία και την ανέχεια, αλλά και για τον έρωτα, τον θυμό, τη φθορά. Θλίβεται ακόμα για τον «αμείλικτο χρόνο» που στερεύει την έμπνευση και ξεθωριάζει τις μνήμες.

Ο λόγος της είναι κυρίως αφηγηματικός. Σαν να έχει μπροστά της έναν καθρέφτη και μιλάει προς εαυτόν, εξομολογείται πάθη ποιητικά και κοινωνικά, χωρίς πάθος, ήρεμα κι αθόρυβα. Μια εξομολόγηση που ξεδιπλώνεται σταδιακά, σε ποιητικές «φέτες», πότε σύντομες και πότε εκτενείς. Κάθε ποίημα είναι μια μικρή εξιστόρηση με λόγο απογυμνωμένο από κάθε τι περιττό, στην οποία η ποιήτρια μας κάνει κοινωνούς στα συναισθήματα και τους προβληματισμούς της: για την έπαρση των επωνύμων, για τα ανέκφραστα πρόσωπα και τις επιτηδευμένες σχέσεις, για τη μοναξιά του ποιητή, αλλά και τον αγώνα της με τις λέξεις, ιδίως σε στιγμές που η ποίηση είναι σε «υπνηλία». Παρόλα αυτά «Πότε γελώντας και πότε δακρύζοντας / συνεχίζει τον δρόμο της» («Μικροοργανιαμοί», σελ. 51).

Οι στίχοι της Γεωργαντοπούλου χτίζονται με απλές λέξεις και εικόνες καθημερινές. Δεν είναι όμως εύκολο να διεισδύσεις στο βάθος τους, γιατί υπάρχει μια ενσυνείδητη κρυπτικότητα που κρατάει κλειστό το νόημα, επικαλύπτοντάς το με έναν λεπτό και εύθραυστο φλοιό. Πίσω από τον ήρεμο κουβεντιαστό τόνο και τη φαινομενική ουδετερότητα, που επιτυγχάνεται κυρίως με τη χρήση του γ´ ρηματικού προσώπου (και σπανιότερα με το α΄), υποκρύπτεται, πάντως, μια τρικυμιώδης ψυχική διάθεση, η οποία ωστόσο δαμάζεται με την αποστασιοσιοποιημένη ποιητική αφήγηση.

Στο σύνολό της η ποιητική συλλογή, μέσα από τα 41 ποιήματα που την απαρτίζουν, αποτελεί μια στοχαστική αναμέτρηση με τη συχνά τραυματική καθημερινότητα, με τις απογοητεύσεις και τις διαψεύσεις που τη συνοδεύουν, με το σκληρό κοινωνικό πρόσωπο της εποχής μας, το οποίο αντανακλάται τραυματικά στον ψυχισμό όσων ανθρώπων επιμένουν να βλέπουν ποιητικά τον κόσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.