You are currently viewing Αγάθη Γεωργιάδου:Λεωνίδας Γαλάζης, Αμπέλια της απαντοχής, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2025 ISBN. 9789600519778

Αγάθη Γεωργιάδου:Λεωνίδας Γαλάζης, Αμπέλια της απαντοχής, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2025 ISBN. 9789600519778

Η ποιητική της «απαντοχής»

Η ποιητική συλλογή του Λεωνίδα Γαλάζη, Αμπέλια της απαντοχής (Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2025), συγκροτεί έναν κόσμο υψηλής συναισθηματικής έντασης, όπου το προσωπικό βίωμα τέμνεται με την κοινωνική ασφυξία και την υπαρξιακή αγωνία. Μέσα από τους στίχους αναδύεται μια φωνή που μετεωρίζεται ανάμεσα στη φθορά της καθημερινότητας και την επιθυμία για υπέρβαση, αρθρώνοντας έναν λόγο καρτερίας μέσα σε ένα τοπίο ποικίλων απογοητεύσεων.

Κεντρικός πυρήνας της συλλογής είναι η αίσθηση του εγκλωβισμού, την οποία βιώνει με έντονο τρόπο το ποιητικό υποκείμενο. Στους «Μονολόγους» —με χαρακτηριστικότερα παραδείγματα εκείνους του «δημοσίου υπαλλήλου» και του «πιστού»— η υιοθέτηση της γραφειοκρατικής ορολογίας, των «πρωτοκόλλων» και των «διοικητικών πράξεων», υπογραμμίζει την παγίδευση του σύγχρονου ανθρώπου στα γρανάζια των υπηρεσιών. Το ποιητικό υποκείμενο εμφανίζεται δέσμιο ενός ανάλγητου μηχανισμού, έρμαιο μιας απρόσωπης διαδικασίας που ακυρώνει την ατομικότητα και την ελευθερία, όπου ο κοινωνικός καταναγκασμός δεν επιβάλλεται μόνο εξωτερικά, αλλά εσωτερικεύεται και μετουσιώνεται σε βαθύ ψυχικό άλγος.

Ο κλοιός της καθημερινότητας αποκτά υλική υπόσταση μέσα από μια σειρά συμβόλων που υποδηλώνουν την καθήλωση: δεσμά, αλυσίδες και πέτρες, με κυρίαρχο το μοτίβο του σχοινιού. Στο ποίημα «Το άλλο σχοινί», η δέσμευση «ως τα έγκατα του νου» φανερώνει πως η προσκόλληση στις «καρέκλες» αναχαιτίζει κάθε αίσθηση ελευθερίας. Η εικόνα αυτή κλιμακώνεται δραματικά στο ποίημα «Σαν πολύτιμα πετρώματα», όπου ο περιορισμός παύει να είναι απλώς διοικητικός και μετατρέπεται σε μια «κόγχη που σε πνίγει σαν αγχόνη». Εδώ, η παγίδευση αποκτά και την όψη της διάψευσης κάθε προσδοκίας, καθώς το υποκείμενο έρχεται αντιμέτωπο με τα «λείψανα των προδομένων ονείρων» του, τα οποία η θάλασσα —άλλοτε σύμβολο φυγής— τώρα «ξεβράζει στη στεριά» ως τεκμήρια εσωτερικής ήττας. Η προτροπή για την περισυλλογή αυτών των συντριμμιών ως «πολύτιμων πετρωμάτων» αποτελεί τη μόνη πράξη διάσωσης της αξιοπρέπειας μέσα σε ένα περιβάλλον απόλυτης ασφυξίας.

Η πολυσημία του σχοινιού προσλαμβάνει μεταφυσικό βάθος, το οποίο κορυφώνεται στις αναφορές στην Παναγία. Η μορφή της, λειτουργώντας ως αρχέτυπο παρηγορητικής θλίψης, εποπτεύει το ανθρώπινο γίγνεσθαι, καθώς οι πιστοί «τραβούν τα σχοινιά της φυλακής τους». Η δέσμευση παύει να είναι απλώς διοικητική και αναδεικνύεται σε σύμφυτο στοιχείο της ανθρώπινης μοίρας. Μέσα σε αυτό το ασφυκτικό πλαίσιο, το φυσικό στοιχείο —τα βουνά, η θάλασσα και τα πουλιά— αποτελεί το μοναδικό αποκούμπι και τη μόνη χαραμάδα διαφυγής από το ισοπεδωτικό περιβάλλον.

Η ποιητική γεωγραφία του αδιεξόδου διευρύνεται μέσα από ένα σύνθετο δίκτυο διακειμενικών αναφορών. Από την ομηρική Οδύσσεια έως τον Κατάδικο του Θεοτόκη, τους «Μοιραίους» του Βάρναλη και την ποίηση του Σεφέρη και του Καβάφη, το ποιητικό υποκείμενο ψηλαφεί τις ρίζες της ανθρώπινης υποταγής. Εικόνες όπως οι «προσωπιδοφόροι της απάτης» και οι «εχθρικές επιθέσεις» συνθέτουν ένα σκηνικό ηθικής αποσύνθεσης, όπου τα «γαμψά νύχια», οι «βρυχηθμοί», οι «εμπτυσμοί» και τα «χτυπήματα κάτω από τη μέση» υπογραμμίζουν την αγριότητα ενός κόσμου που κυριαρχείται από θεσιθήρες και αυλοκόλακες. Ο ποιητής αποτυπώνει ανάγλυφα την αποστροφή του σε όσους εχθρεύονται την αλήθεια, ενώ κυρίαρχη παραμένει η θλίψη του για την αναξιοκρατία. Πρόκειται για συνθήκη που δεν ανακόπτει απλώς την ιεραρχική ανέλιξη, αλλά καταδικάζει το άτομο στη μοναξιά, στραγγίζοντας το από κάθε χαρά ζωής και ζωτικής ορμής και αποκόπτοντάς το από την οργανική του σύνδεση με τον φυσικό κόσμο («Σαν πλατανόφυλλα»).

Πέρα από τους συμβολισμούς, το σκηνικό της συλλογής —το «άπληστο κτίριο», οι «κλειστές πόρτες» και ο αποστειρωμένος χώρος του γραφείου— ανακαλεί έντονα το κλίμα της καρυωτακικής ποίησης. Ο Γαλάζης υιοθετεί συνειδητά μοτίβα του Κώστα Καρυωτάκη, εντάσσοντάς τα όμως σε σύγχρονο πλαίσιο. Παρόλο που διατηρεί την ιδιοπροσωπία του, μπολιάζοντας τον λόγο του με το κυπριακό τοπίο και την ηθική της «απαντοχής», το καρυωτακικό υπόστρωμα παραμένει σαφές. Η συλλογή λειτουργεί τελικά ως μια σύγχρονη μετεξέλιξη αυτής της παράδοσης, μεταφέροντας την υπαρξιακή αγωνία από τα επαρχιακά γραφεία των αρχών του 20ού αιώνα στους «σκοτεινούς διαδρόμους» και τα ψηφιακά περιβάλλοντα του 21ού.

Όπως ο ποιητής της Πρέβεζας στο εμβληματικό του ποίημα «Δημόσιοι υπάλληλοι» στηλίτευσε τη φθορά της γραφειοκρατικής καθημερινότητας, έτσι και ο Γαλάζης εστιάζει στην πλήξη του εργασιακού χώρου. Στον «Μονόλογο δημοσίου υπαλλήλου», η καυστική ειρωνεία για την ιεραρχία και τη μετάθεση των ευθυνών ανακαλεί την καρυωτακική σάτιρα για τη διοικητική μηχανή. Στο ποίημα «Όαση», το σκηνικό της ασφυξίας συμπληρώνεται από τα πληκτρολόγια που «εργάζονται πυρετωδώς» πίσω από ερμητικά κλειστές πόρτες.

Πέρα από την καυστική σάτιρα της υπαλληλικής καθημερινότητας, η συλλογή εμβαθύνει στην ίδια τη φύση της ανθρώπινης ύπαρξης, η οποία περιγράφεται ως μια διαρκής πάλη με «ρευστά υλικά». Στο ποίημα «Ρευστά υλικά», ο ποιητής αντιπαραβάλλει τη σταθερότητα της ζωής, τις «δομές» που χτίζονται με γνώση με βύθιση μέσα σε «ωκεανό εκκρεμών εγγράφων», χάνοντας την επαφή με το «σταθερό σημείο» της ζωής. Η διαπίστωση πως η ζωή είναι «λάσπη ρευστή κι ασχημάτιστη» που απειλεί να εισχωρήσει στην ψυχή, προσδίδει μια δραματική διάσταση στην προσπάθεια του ατόμου να διατηρήσει την ακεραιότητά του.

Αυτή η αγωνία για την εσωτερική ελευθερία κορυφώνεται στα «Ανδράποδα της νέας εποχής», όπου ο άνθρωπος δεν παρουσιάζεται απλώς ως θύμα του συστήματος, αλλά ως «θεατής» που βυθίζεται στο «τέλμα της απραξίας», επιτρέποντας την εμπορευματοποίηση ακόμη και της ίδιας της υπόληψής του. Η υπαρξιακή συνθήκη περιγράφεται ως ένα «απέραντο φρουραρχείο», όπου η απουσία έστω και της παραμικρής ένδειξης «μιας ελάχιστης αυτονομίας» μετατρέπει τα υποκείμενα σε ανδράποδα, έτοιμα να θυσιάσουν την ελευθερία τους για ψεύτικες υποσχέσεις.

Παράλληλα, ο ποιητής στρέφεται στο θέμα της ηθικής δοκιμασίας και της προδοσίας. Μέσα από ποιήματα όπως η «Άρνηση» και το «Μετά την άρνηση», η υπαρξιακή συνθήκη συνδέεται με το βάρος των επιλογών.
Η μεταφορά των μετάλλων που «πυρακτώνονται» με την τριβή υποδηλώνει ότι οι πράξεις του ανθρώπου δοκιμάζονται κάτω από ακραίες συνθήκες («μέσα στην κοσμοχαλασιά και στην αντάρα»), εκεί όπου η σιωπή ή η άρνηση («δεν είδες, δεν άκουσες, δεν γνωρίζεις») αποκτούν βαρύνουσα ηθική σημασία.
Ο ποιητής, ωστόσο, οραματίζεται το αμάρτημα ως «δύναμη του αέρα» που μπορεί να μετατραπεί σε «παντιέρα» αλλαγής.

Τέλος, η υπαρξιακή αναζήτηση βρίσκει καταφύγιο στην «πίστη στον άνθρωπο», παρά τις διαψεύσεις. Στο ποίημα «Άγγελοι μιας νέας προδοσίας», η πίστη αυτή δεν αφορά τις «μεταμφιέσεις των ανθρώπων», αλλά εκείνους τους λίγους που «κινούνται μόνο στο φως» και των οποίων η ψυχή παραμένει «ουρανός αυγουστιάτικος» ακόμη και στον χειμώνα. Αυτοί οι «άγγελοι» είναι που επιτρέπουν την «επανάσταση των λουλουδιών», μετατρέποντας την υπαρξιακή απελπισία σε μια πράξη αντίστασης ενάντια στους συμβιβασμούς και τους διαξιφισμούς.

Παρά τη θλίψη των καθημερινών ματαιώσεων, ωστόσο, τα 62 ποιήματα της συλλογής αφήνουν μια «ρωγμή»: την απαντοχή. Αυτή η έννοια λειτουργεί ως το απόλυτο αντίδοτο στην απόγνωση. Τα «αμπέλια της απαντοχής» και οι «ροδώνες της ελπίδας» ορθώνονται απέναντι στη «θάλασσα της λύπης», μετατρέποντας τον πόνο σε ποιητική δημιουργία. Στο ομότιτλο ποίημα, ο αμπελώνας στέκει ως το έσχατο οχυρό ζωής, ένα οντολογικό αντίβαρο που καρποφορεί υπό συνθήκες πικρού μόχθου. Αναδεικνύει την παράδοση όχι ως μουσειακό είδος, αλλά ως ενεργό τρόπο επιβίωσης, ακόμα και όταν η κίνηση περιορίζεται ασφυκτικά «μέχρι τ’ αντικρινό βουνό».

Ο ίδιος ο τίτλος, άλλωστε, συνιστά ένα ποιητικό μανιφέστο: τα «αμπέλια» συμβολίζουν τις σταθερές μας ρίζες, ενώ η «απαντοχή» —λέξη φορτισμένη με την υπομονή και την προσμονή— μετουσιώνεται σε στάση ζωής και ηθικής αντίστασης. Για τον ποιητή, ο όρος δεν συνεπάγεται μοιρολατρική παραίτηση, αλλά μια αγωνιώδη, ενεργό προσπάθεια του ανθρώπου να σταθεί όρθιος και δημιουργικός «προτού βαθιά νυχτώσει». Είναι η προσπάθεια των «κουρασμένων στρατοκόπων» να διασώσουν τη «λιγοστή σοδειά» τους, αρνούμενοι να μετατραπούν σε «άβουλες σκιές» ή να πνιγούν από την αγχόνη που στήνει η σύγχρονη καθημερινότητα. Παρά το «πικρό ψωμί» και το «κρασί της συμφοράς», τα αμπέλια αυτά εξακολουθούν να αποτελούν σύμβολο ανθεκτικής ανθρωπιάς που αντιστέκεται στο «παγερό φως» του κενού.

Ως προς τη μορφή, η συλλογή ξεχωρίζει για τη μορφική της ποικιλομορφία. Συνυπάρχουν ποιήματα με έμμετρο, παραδοσιακό στίχο και ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία —συχνά οργανωμένα σε δίστιχα— με ελεύθερους στίχους που παραπέμπουν σε θεατρικούς μονολόγους.
Η γλώσσα κινείται ανάμεσα στο λόγιο και το ιδιωματικό: αντλεί από το εκκλησιαστικό ύφος, ενώ ενσωματώνει κυπριακές εκφράσεις, προσδίδοντας αυθεντικότητα και έντονο τοπικό χρώμα. Πλούσια και ρέουσα, ισορροπεί δημιουργικά ανάμεσα στην ειρωνεία και τον λυρισμό. Παράλληλα, η εναλλαγή των ρηματικών προσώπων, του α΄ και του β΄, εντείνει τη δραματικότητα και δημιουργεί μια αίσθηση άμεσου διαλόγου με τον αναγνώστη.

Πάντως, το συναισθηματικό τοπίο, αν και σκοτεινό, δεν διολισθαίνει στην απελπισία. Η συλλογή αναπνέει μέσα από μια λυρική τρυφερότητα, όπου ο έρωτας και η πίστη λειτουργούν ως «Βάλσαμο». Στα ερωτικά του ποιήματα, ο Γαλάζης επιστρατεύει τη γηγενή ντοπιολαλιά για να υμνήσει μια αγάπη απόλυτη, που σαν «λαμπρόν» (φωτιά) σαρώνει τη φθορά και υπόσχεται πως το «ρόδο της αγάπης» θα ανθίζει παντοτινά, κόντρα στις παγωμένες εποχές. Αυτός ο ερωτικός λυρισμός συναντά τη θρησκευτική κατάνυξη, καθώς οι «τελευταίες ρανίδες απ’ την πληγή της Παναγίας» στάζουν στο χώμα ως πράξη ίασης και παρηγοριάς. Σε αυτό το πλαίσιο, η ποίηση υποκλίνεται μπροστά στην ίδια τη ζωή, αναγνωρίζοντας πως μια «σταγόνα μέλι» —η ελάχιστη δηλαδή προσφορά αγάπης— είναι συχνά πιο ζωτική από χιλιάδες στίχους. Όπως ο Καρυωτάκης χρησιμοποίησε την ειρωνεία ως ασπίδα, έτσι και ο Γαλάζης επιστρατεύει τον έρωτα και τη φύση ως αντίβαρο στην υπαρξιακή «άβυσσο». Απέναντι «στων αρμάτων την ταραχή», στα «κουρέλια των ιερών και των οσίων», («Ύψωσε τα χέρια σου»), η «απαντοχή» δεν είναι μια παθητική αναμονή, αλλά στρατηγική επιβίωσης. Είναι η δύναμη που μετουσιώνει τη θλίψη σε δημιουργική ορμή και την προσωπική οδύνη σε συλλογική καρτερία.

Αυτή η στάση συνδέεται άρρηκτα με την τοπιογραφία της Κύπρου. Η Μαδαρή, βουνοκορφή του Τροόδους, μετουσιώνεται από γεωγραφικό σημείο σε ένα υμνητικό σύμβολο ηθικού αναστήματος, λειτουργώντας ως ένας «αδάκρυτος» φρουρός που επιβλέπει το τραύμα της κατεχόμενης Μόρφου. Ενώ ο άνθρωπος της πόλης περιγράφεται ως δέσμιος μιας άβουλης καθημερινότητας, η ιερότητα του βουνού προσφέρει την προοπτική μιας πνευματικής φυγής προς την ελευθερία, όπου η «απαντοχή» μετατρέπεται από πικρή υπομονή σε μια ενεργητική πράξη πίστης και ιστορικής επιβίωσης.

Συνοψίζοντας, τα Αμπέλια της απαντοχής αποτελούν μια πικρή αλλά διεισδυτική ανατομία της σύγχρονης ψυχής. Ο Λεωνίδας Γαλάζης κατορθώνει να μεταφέρει την καρυωτακική αγωνία στον 21ο αιώνα, μπολιάζοντάς την με το φως του κυπριακού τοπίου και τη δύναμη της παράδοσης. Η συλλογή λειτουργεί ως μια «ρωγμή» στο τείχος της καθημερινής ματαίωσης, υπενθυμίζοντας πως η τέχνη είναι το «κρασί του παραδείσου» που φυλάσσεται σε «δέντρα του πόνου καρπερά». Τελικά, η απαντοχή στον Γαλάζη δεν είναι απλώς υπομονή, αλλά η πνευματική αντίσταση που επιτρέπει στον δημιουργό να μεταμορφώνει τη θλίψη σε ελπίδα και το αδιέξοδο σε ποίηση.

 

 

 

Αγάθη Γεωργιάδου

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.