You are currently viewing Alen Temperley: Harry and the wringles (απόσπασμα) Μτφρ: Παυλίνα Παμπούδη. Εκδ. Πατάκη

Alen Temperley: Harry and the wringles (απόσπασμα) Μτφρ: Παυλίνα Παμπούδη. Εκδ. Πατάκη

5  Η Λίμνη

  

Ο Χάρι στάθηκε στην αποβάθρα. Το νερό ήταν αρκετά βαθύ, έξι ή επτά πόδια. Ψιλά χορτάρια κάλυπταν τον βυθό, πράσινα σα σαλάτα. Ένα κοπάδι ψαράκια στραφτάλισε στο φως του ήλιου.

Ο ήλιος έπεφτε καφτός πάνω στους γυμνούς, ασπρουλιάρικους ώμους του παιδιού της πόλης. Το φανελάκι του Χάρι και το τζην του, τιναγμένα καλά- καλά και χωρίς μυρμήγκια, ήταν απλωμένα πάνω στα σανίδια. Ο Χάρι ήλπιζε πως το μπλε του σλιπάκι θα μπορούσε να περάσει για μαγιό.

Κοίταξε γύρω. Η λίμνη περιτριγυριζόταν από δέντρα. Χορτάρι και βράχοι γεμάτοι κίτρινες λειχήνες κατέβαιναν μέχρι το νερό. Μια μικρή βάρκα με κουπιά ήταν τραβηγμένη έξω στην όχθη.

Πατώντας με τις μύτες των ποδιών του στην άκρη της αποβάθρας, πήρε μια βαθειά αναπνοή και βούτηξε.

Το νερό είχε μια υπέροχη αίσθηση. Δεν ήταν ούτε αλμυρό, ούτε χλωριωμένο – ήταν φρέσκο και δροσερό σα νεράκι της βρύσης.

Ο Χάρι ήταν εξαιρετικός κολυμβητής. Ένα από τα μετάλλια που είχε αναφέρει στον Κεφάλα το είχε κερδίσει στα 1500 μέτρα, κι είχε πάρει κι ένα άλλο, χρυσό, στη διάσωση. Πλέοντας ανάσκελα, ατένιζε τον ουρανό κι ένιωθε τον ήλιο ζεστό στο πρόσωπό του. Μ’ ένα διπλό μακροβούτι, γλίστρησε προς την όχθη της λίμνης. Φυσαλίδες ανέβαιναν από το στόμα του. Στριφογυρίζοντας μέσα στο νερό σαν ενυδρίδα, κοίταξε ολόγυρα, από τα χορταριασμένα δοκάρια της αποβάθρας ψηλά, στην υγρή γαλάζια έκταση. Άλλο ένα κοπάδι από μικρά ψαράκια άστραψε στο φως του ήλιου. Ο Χάρι έκανε μια εκτίναξη από τα βότσαλα του βυθού κι αναδύθηκε μέσα σ’ ένα πίδακα αφρών.

Μερικές απλωτές τον έφεραν κοντά στη σκάλα. Πιάστηκε από τα ξύλινα σκαλιά κι ανέβηκε στην αποβάθρα. Τα νερά πλημμύρισαν τα σανίδια. Τα ίχνη των ποδιών του δημιούργησαν ένα υγρό μονοπάτι. Μετά, ο Χάρι εξακόντισε το σώμα του στη λίμνη, τινάχτηκε πάνω απ’ την επιφάνεια της, και έκανε μια στριφογυριστή κατάδυση στα βάθη της.

ΣΠΛΑ – ΑΤΣ!

Το νερό τραντάχτηκε, σιντριβάνια αφρών άστραψαν στον ήλιο. Για μια στιγμή όλα ήταν συγκεχυμένα. Μετά, ο Χάρι ξαναφάνηκε στην επιφάνεια και με πρόσθιο, σα βάτραχος, απομακρύνθηκε από την όχθη.

Έπαιξε δέκα λεπτά  με το νερό κι ύστερα ξάπλωσε φαρδύς – πλατύς στην αποβάθρα με τα χέρια και τα πόδια ανοιχτά. Τα σανίδια, του έκαιγαν την πλάτη. Το δέρμα του γαργαλιόταν από τις σταγόνες που κυλούσαν και στέγνωναν.

Ο ήλιος δημιουργούσε χρώματα κάτω απ’ τα κλειστά του βλέφαρα. Ο Χάρι πίεσε τα μάτια του και παρακολούθησε το ανοιχτοκίτρινο να σκουραίνει σε πορτοκαλί, και τα κόκκινο σε βαθύ πορφυρό. Για ένα κλάσμα του δευτερόλεπτου κοίταξε κλεφτά τον ήλιο· μετά, έκλεισε τα μάτια και είδε κηλίδες να διαλύονται και να ανασυντίθενται σ’ ένα πολύχρωμο φόντο.

Η λίμνη ήταν ήσυχη. Αφουγκράστηκε και ένιωσε την απουσία του αδιάκοπου βουητού της κυκλοφορίας του Λονδίνου. Οι μόνοι ήχοι εδώ ήταν το κάλεσμα ενός πουλιού, το απόμακρο βούισμα μιας λιμπελούλας, και τα σιγανά γρυλλίσματα του Ταγκλ πού ήταν ξαπλωμένος στα χαλίκια της όχθης και δάγκωνε ένα κλαδί, σκίζοντας το σε σκλήθρες.

Η ζέστη ήταν θαύμα. Γύρισε μπρούμυτα. Οι παλιές σανίδες ήταν μαυρισμένες και όλο αγκίδες, οι καινούργιες ήταν λείες και ανοιχτόχρωμες. Ο ήλιος φούσκωνε το ρετσίνι στους χρυσαφένιους ρόζους. Ο Χάρι έσπρωξε μια φουσκάλα με το νύχι του και μετά την ζούληξε και  μύρισε την δυνατή ευωδιά του πεύκου στα δάχτυλά του. Όταν προσπάθησε να απομακρύνει το ρετσίνι, δεν μπορούσε να το ξεκολλήσει.

Έβαλε το μάτι του σε μια χαραμάδα και κρυφοκοίταξε στο νερό. Σχεδόν ακριβώς από κάτω του, ένα χοντρό ψάρι ακινητούσε μέσα στις πρασινωπές σκιές. Μια μύγα παρασύρθηκε προς τα εκεί, προχωρώντας με δυσκολία στο νερό. Τα σαν πιατάκια μάτια, την εντόπισαν. Η οπτική γωνία του ψαριού, άλλαξε, δημιουργήθηκε ένας ξαφνικός στρόβιλος, κι ακούστηκε ένας παφλασμός. Όταν τα κυματάκια ηρέμησαν, η μύγα είχε εξαφανιστεί.

Ο Χάρι κύλισε πάλι ανάσκελα κι έκλεισε τα μάτια. Υπναλέος από τη ζέστη, χαλαρός σα πάνινη κούκλα, σκέφτηκε τον Γέρο- Μπου. Άραγε παραμόνευε κι αυτός ακίνητος, όπως το ψάρι μέσα στις σκιές, όλο  μαλλιαρές αρπάγες και σκελετωμένα πλευρά, κι άρπαζε το θύμα του και το καταβρόχθιζε με άνεση;

Καθώς ονειροπολούσε ο Χάρι, άκουσε αμυδρά κάτι μικροθορύβους πίσω του. Ένα σανίδι έτριξε. Μια σκιά έπεσε στο πρόσωπό του. Πιστεύοντας αόριστα πως θα ’ταν κάποιο σύννεφο που είχε περάσει μπροστά από τον ήλιο, μισάνοιξε τα μάτια.

Δυο μορφές στέκονταν από πάνω του και πυργώνονταν στον ουρανό. Με μια κραυγή, ο Χάρι βρέθηκε όρθιος.

«Μη φοβάζαι!» Είπε ο πιο ογκώδης από τους νεοφερμένους, μια γυναίκα. «Όλλλα είν’ εντάγκζει. Ζυγνώμη που ζε γκζαφνιάζαμε. Ζκεφτήκαμε πωζ μαζ είχεζ ακούζει να πληζιάζουμε.»

Τα μάτια του Χάρι άνοιξαν διάπλατα.

«Εμ, βέβαια! Θα μπορούσ’ νά ’ν πολύ άσχημο κοψοχόλιασμα! Ν’ ανοίξει το πιδί τα μάτια τ’ ξαφνικά και να δει ένα βουνό σαν κι εσένα από πάνω του! Συγκοπή μπορεί να πάθαινε, βλέποντας τις πατσές σου!» Στράφηκε στον Χάρι. «Μη φοβάσαι γιέ μου, αυτή ’ν η Λαβή κι εγώ ο Δαχτυλάκιας. Σ’ ακούσαμ’ που κατέβαινες στη λίμνη. Ήρθαμ’ να σε γνωρίσουμε, να πούμε.»

Τώρα που ο Χάρι ήταν όρθιος, είδε πως αυτός ο άνθρωπος δεν έμοιαζε καθόλου με γίγαντα: Ήταν ασυνήθιστα κοντός και ξερακιανός. Το ρυτιδωμένο του πρόσωπο έδειχνε πως βρισκόταν στα εξηντατόσα του χρόνια. Τα μαλλιά του ήταν καστανά και πέφταν ατημέλητα στο μέτωπό του. Ένα μαδημένο μουστάκι κρεμόταν σα κουρέλι πάνω απ’ το στόμα του. Το σαγόνι του ήταν ανύπαρκτο, κι ανύπαρκτοι ώμοι βαθούλωναν απότομα προς ένα κάτισχνο θώρακα, που από πάνω του κρεμόταν σε άδειες πτυχές ένα φτηνό καφέ κοστούμι.

«Λοιπόν, κολύμπησες; Εμένανε δε με νοιάζ’ σταλιά το κολύμπι.» Στράφηκε στη σύντροφο του. «Εσύ τι λες, Λαβή; Πλάκα θα ’χε να τσιτσιδωθείς και να δώσεις βουτιά!» Κρυφογέλασε άκακα. «Πιο καλά όμως, μη το κάνς, ε; Να μη φύγ’ όλο το νερό απ’ την λίμνη!»

Καθώς μιλούσε, ο Χάρι ξαφνιάστηκε πολύ βλέποντας πως του λείπαν αρκετά δάχτυλα κι απ’ τα δυο χέρια. Κοίταξε επίμονα. Οι καλοί του τρόποι επισκιάστηκαν από την περιέργεια. «Τι τους συνέβη;» ρώτησε ορθά – κοφτά.

«Τι; Σε ποιούς;»

«Στα χέρια σας.» ‘Εδειξε. «Τι συνέβη στα δάχτυλά σας;»

«Στα δάχτυλά μ’;» Ο άνθρωπος άπλωσε τα χέρια του σα να μην είχε προσέξει στ’ αλήθεια πως διάφορα δάχτυλα του έλειπαν. «Ααα, εγώ, εεε…» είπε. Το ξαφνικό της ερώτησης τον έπιασε απροετοίμαστο. «Εε, έν’ ατύχημα, να πούμε.»

«Έν’ αντύχχημα;» φώναξε η πελώρια φίλη του. «Έννα; Πεννήντα αντυχχήματα, πεζ.»

«Μά’ στα. Έτσι ’ναι. Ήμουν λίγο απρόσεχτος κάνα – δυο φορές. Στη δουλειά μ’.» Έχωσε τα χέρια του στις ξεχειλωμένες του τσέπες. «Γι αυτό με λέν Δαχτυλάκια. Δαχτυλάκια Πίτερμαν. Χαίρω κάργα για τη γνωριμία.»

Ο Χάρι τον κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω, από τα κρυμμένα χέρια μέχρι τον κοκαλιάρικο λαιμό με το μήλο του Αδάμ· μετά, κοίταξε την σύντροφό του.

«Μιας που λέμ’ ονόματα», είπε ο Δαχτυλάκιας, «μπρος, πεσ’ του γιατί σε φωνάζουν Λαβή.» Κοίταξε τον Χάρι. «Είναι Ρωσίδα, ξέρεις.»

«Μιζή Ρωζίντα – μιζή Γερμανίντα» είπε η γυναίκα. «Ουφ, αυτή η ζέζτη! Λειντουργκώ καλύντερα ζτο κρύο.» Γέρνοντας στο κιγκλίδωμα αέρισε το πρόσωπό της μ’ ένα χέρι σαν αρνίσιο μπουτάκι.

Αντίθετα από τον Δαχτυλάκια, ο οποίος ήταν πιο μικρόσωμος απ’ όσο είχε φανεί στην αρχή, αυτή η γυναίκα έδειχνε πιο μεγαλόσωμη. Ήταν, στην πραγματικότητα, η πιο μεγαλόσωμη γυναίκα που ο Χάρι είχε δει ποτέ του. Ο ένας πλάι στον άλλο, αυτή και ο Δαχτυλάκιας, έμοιαζαν περισσότερο σαν ένα ζευγάρι αταίριαστα σκυλιά παρά σαν δυο σεβάσμιοι πολίτες: ένα αναμαλλιασμένο Γιόρκσάϊρ τερριέ δίπλα σ’ ένα ασυνήθιστα μεγάλο μπουλντόγκ. Γιατί, η Λαβή, όπως την είχε αποκαλέσει ο Δαχτυλάκιας, δεν ήταν καλλονή. Πάνω στα ατέλειωτα στρέμματα του ξύπνιου αλλά ανήσυχου προσώπου της, με τα στραβά, μεγάλα σαν ταφόπλακες δόντια, έστεκε μια φλοκάτη  από καφετιά μαλλιά που μόλις και μετά βίας σκέπαζε τα πεταχτά αυτιά που ξεπρόβαλλαν δεξιά κι αριστερά, σα χερούλια. Ο Χάρι έρριξε μια ματιά στην απέραντη μπλούζα της που ήταν γεμάτη εξαρτήματα τρακτέρ και μπαλλόνια, στην τσιτωμένη της φούστα, και στα μυώδη πόδια της που κατέληγαν σ’ ένα ζευγάρι παπούτσια νούμερο σαρανταέξι.

«Ω, ΧΧάρι, τι τυχχερός που είζαι!» είπε η Λαβή με την λαρυγγώδη φωνή της. «Τόζο νεαρόζ κι αντίναντος! Φαίνεζαι τόζο δροζερόζ μέζα ζ’ αυτή τη ζέζτη!»

«Είναι θαύμα μεσ’ στο νερό», είπε ο Χάρι. «Ο Κεφάλας έφτιαξε για χάρη μου και μια ανεμόσκαλα.»

«Μά’στα. Αν ζεσταίνεσ’ γιατί δεν βουτάς κι εσύ, σα το πιδί;»

«Είναι ό, τι πρέπει γι’ αυντόν. Φοράει το ζλιπάκι του. Πώζ νομίζειζ πωζ θά ’μουν εγκώ με τα εζώρουχχα;» Γέλασε τρεμουλιάζοντας ολόκληρη σα ζελέ. «Θα τρόμαζα τα πζάρια. Θα γέμιζε η λίμνη πζάρια ανάζκελα, νεγκρά από το ζοκ!»

Γέλασαν κι οι άλλοι μαζί της.

«Μη πιστεύεις λέξη απ’ αυτά που λέει», είπε ο Δαχτυλάκιας. «Πέρασ’ όλη τη ζωή της μισόγδυτη. Ή, φορώντας ένα μαγιό με μια τιράντα στον ώμο, πράγμα που κάνει το ίδιο!»

«Μη του δίνειζ ζημαζία», είπε η γυναίκα. «Πέραζε τόζος καιρόζ από τότε…»

«Μά’στα. Αυτή που βλέπ’ς ήταν μια διάσημη γυναίκα-παλαιστής», είπε περήφανα ο Δαχτυλάκιας. «Η Αρκουδίσια Λαβή, έτσι την έλεγαν. Η Στραγγαλίστρια. Η Κοκκαλοθράυστης.»

«Ουφ, πάψζε, Δαχτυλάκια», είπε η Λαβή που τώρα ο Χάρι είχε καταλάβει γιατί την έλεγαν έτσι, «αλλιώζ θα του πω κι εγώ τι ζουλειά έκανεζ εζύ. Και κάνει πολλή ζέζτη για ν’ αρχχίζουμε τέτοιεζ αρχχαίεζ ιζτορίεζ.»

Ο Χάρι την κοίταξε επίμονα. «Αλήθεια, είσαστε μια γυναίκα- παλαιστής;» ρώτησε. «Σαν αυτές που δείχνει η τηλεόραση;»

«Όχχι!» Κατσούφιασε. «Όχχι σαν αυτέζ που δείχχνει η τηλεόραζη. Αυτά είναι ζκουπίντια – τέλοζ πάντων, τα περιζότερα. Εγκώ ήμουν άλληζ κλάζης. Έναζ πραγκματικόζ παλαιζτήζ. Κορυφφαία.»

«Θα με διδάξετε;» Είπε ο Χάρι. «Τώρα εγώ μένω εδώ.»

Γέλασε τρεμουλιάζοντας. «Εντάκσει. Όχχι όμωζ ζήμερα. Όταν θα ’ναι πιο δροζερά. Κάτω απ’ τα δέντρα.»

«Φχαριστώ!» Ο Χάρι ήταν ενθουσιασμένος.

«Το θέλειζ αλήθθεια;»

‘Εγνεψε καταφατικά.

«Τότε, για έλα ’δω ένα λεπτό.» Βαριοπατώντας, μετακινήθηκε στη μέση της αποβάθρας. «Θέλω να σου δείκσω κάτι. Δώζ’ μου το χχέρι ζου.»

Ο Χάρι χαμογελώντας της το έδωσε. Ήταν σε επιφυλακή για την περίπτωση που θα τού ’κανε κανένα κόλπο.

Η Λαβή του ανταπέδωσε το χαμόγελο. «Τώρα: Ό, τι και να ζυμβαίνει, εζύ δεν πρέπει ποτέ…»

Αυτό που έγινε μετά, έγινε τόσο γρήγορα που ο Χάρι έμεινε κατάπληκτος. Η πελώρια γυναίκα, δεν φάνηκε καθόλου να σαλεύει, αλλά ο Χάρι βρέθηκε ξαφνικά να πετά ψηλά πάνω απ’ τη λίμνη χτυπώντας χέρια και πόδια στον αέρα. Μ’ ένα μεγαλειώδες ΣΠΛΑΤΣ! έπεσε στο νερό, πολλά μέτρα μακριά από την αποβάθρα. Ένα λεπτό αργότερα σκαρφάλωσε πάλι στη σκάλα, στάζοντας και χαμογελώντας από το ένα αυτί μέχρι το άλλο.

«…ποτέ να αφφήνειζ να ζου το κάνουν αυτό!» Η Λαβή συμπλήρωσε τη φράση της και τον χτύπησε φιλικά στη βρεμένη του ράχη. «Αχ, το δέρμα ζου είναι τόζο ωραίο και δροζερό!»

«Κάντε το πάλι!» παρακάλεσε ο Χάρι.

«Όχι, όχι τώρα», είπε η Λαβή. «Κάνει πολλή ζζέζτη! Μπορεί αργκότερα, όταν…» Και πριν ο Χάρι προλάβει να κινηθεί, βρέθηκε να πετάει πάλι, προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Εξαφανίστηκε μέσα σ’ ένα σιντριβάνι.

Η Λαβή, γελώντας, στράφηκε στον Δαχτυλάκια. «Τόζο δροζερό! Λέω να βουτήκσω κι εγκώ! Εζύ;»

«Μά’στα, όκεϊ. Αν κάνεις παιχνίδι εσυ, κάνω κι εγώ. Για να γελάσουμε.»

«Πάω από ’δω. Εζύ να παζ από ’κει.»

Ο Τάγκλ στεκόταν ανεμίζοντας την ουρά του. Η Λαβή τον χάϊδεψε στη βρεμένη και γεμάτη χαλίκια ράχη του. «Καλό παιδί! Θα κολυμπήζειζ κι εζύ;»

Η πελώρια πρώην παλαιστής κατέφυγε πίσω από ένα σύδεντρο για να γδυθεί και να μείνει με τα φοβερά της εσώρουχα. Μισοκρυμμένος πίσω από κάτι βραχάκια, έβγαλε κι ο Δαχτυλάκιας το κοστούμι του και εμφανίστηκε με ένα ξεχειλωμένο μποξεράκι που από τα μπατζάκια του πρόβαλαν τα πόδια του σα ξεφλουδισμένα κλαράκια.

Λίγα λεπτά αργότερα, τέσσερα κεφάλια βουτούσαν και  πλατσούριζαν μέσα στο νερό κάτω από τον γαλάζιο, καλοκαιριάτικο ουρανό.

 

 

Ο Άλαν Τέμπερλευ (1936) είναι Βρεττανός συγγραφέας. Έχει γράψει ποίηση, αλλά, κυρίως, βιβλία για παιδιά και εφήβους που γνώρισαν μεγάλη επιτυχία.

 

Παυλίνα Παμπούδη

Η Παυλίνα Παμπούδη σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου (Ιστορία – Αρχαιολογία) και παρακολούθησε μαθήματα Μαθηματικών στη Φυσικομαθηματική Σχολή και ζωγραφικής στην Σχολή Καλών Τεχνών στην Αθήνα και στο κολέγιο Byahm Show School of Arts του Λονδίνου. Έχει εκδώσει μέχρι στιγμής 15 ποιητικές συλλογές, 3 βιβλία πεζογραφίας, περισσότερα από 40 βιβλία δήθεν για παιδιά και 31 μεταφράσεις λογοτεχνικών έργων. Επίσης, έχει κάνει 3 ατομικές εκθέσεις ζωγραφικής, και έχει γράψει σενάρια για το ραδιόφωνο και την τηλεόραση, καθώς και πολλά τραγούδια.

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.