You are currently viewing Αναστασία Χρυσαφίδου-Καλφέλη: «Μονοπάτια» της Άβρας Αυδή. Εκδόσεις Γράφημα, 2022

Αναστασία Χρυσαφίδου-Καλφέλη: «Μονοπάτια» της Άβρας Αυδή. Εκδόσεις Γράφημα, 2022

Τα «Μονοπάτια» της Άβρας Αυδή είναι μια συλλογή από 31 διηγήματα, ποικίλου περιεχομένου, τα οποία διαπερνά ένας κοινός χρονικός και θεματικός άξονας. Τα περισσότερα κείμενα γράφτηκαν κατά τη διάρκεια της πανδημίας. Η συνθήκη αυτή, της πανδημίας, λειτούργησε για τη συγγραφέα ως μια ευκαιρία  να γνωρίσει καλύτερα ανθρώπους της καθημερινότητάς της, να βρεθεί περισσότερο στη φύση και να κάνει μια εκ βαθέων συνομιλία με τον εαυτό της.

Το πρόσωπο που αφηγείται είναι στα περισσότερα διηγήματα γυναίκα. Ο χρόνος αφήγησης συνήθως είναι το παρόν, το οποίο αποτελεί και την αφόρμηση για μια ελεύθερη κατάδυση σε γεγονότα του παρελθόντος που τη σημάδεψαν και που άλλες φορές είναι νοσταλγική και ευχάριστη και άλλες οδυνηρή. Η συγγραφέας δεν θέλει να ωραιοποιήσει καταστάσεις. Ίσα ίσα, θέλει να δει την πραγματικότητα με την καθαρή ματιά που της επιτρέπει η χρονική απόσταση και η πείρα, να επαναξιολογήσει βιώματα και ανθρώπους που την πλήγωσαν και να εξορκίσει τις ενοχές της για τον πόνο που ενδεχομένως η ίδια προκάλεσε σε άλλους, άθελά της, μέσα στην απολυτότητα και την ορμή της νιότης της. Μια συνειδητή ενδοσκόπηση, λοιπόν, όσο και αν το μονοπάτι προς την αυτογνωσία είναι κοπιαστικό και δύσκολο.

Όσον αφορά τα θέματα της συλλογής. Με ευαισθησία αλλά και ρεαλισμό θίγονται  θέματα όπως: η σχέση μάνας και κόρης, πεθεράς και νύφης, η αδελφική σχέση, η αγωνία της μητέρας για την εκρηκτική εφηβεία του γιου της, η κακοποιητική συμπεριφορά του άντρα  με την ανοχή της συζύγου, αλλά και η αγάπη και η συντροφικότητα στον γάμο, καθώς και οι κοινωνικές συμβάσεις μιας άλλης εποχής, η δύναμη της θέλησης, η φιλία και η «φιλία», ο έρωτας, ο νεανικός εγωκεντρισμός αλλά και η αφοσίωση στις ανθρώπινες σχέσεις, η γυναικεία συντροφικότητα, η αλαζονεία, το τίμημα της αριστείας. Ιδιαίτερη θέση κατέχουν δύο διηγήματα που αφορούν την στενή επαφή που έχει η αφηγήτρια με τη φύση και άλλα δύο για τα διαδικτυακά μαθήματα που έκανε η συγγραφέας φιλόλογος σε παιδιά πρόσφυγες και  την αμφίδρομη σχέση που αναπτύχθηκε ανάμεσα σ’ εκείνη και στους μαθητές της. Ένα πολύ πρωτότυπο κείμενο είναι το «Το συλλογισμένο στήθος», στο οποίο μιλάει το ίδιο το στήθος. Ακόμη υπάρχουν άλλα με αναφορές στο θέατρο, μεγάλη αγάπη της Άβρας Αυδή, ενώ πολύ ενδιαφέρον παρουσιάζουν εκείνα στα οποία είναι έντονο το υπερβατικό στοιχείο. Ξεχωριστά είναι τα δύο κείμενα που είναι αφιερωμένα σε ανθρώπους που στάθηκαν δάσκαλοι για τη συγγραφέα: Το «Παιχνίδι της γραφής», αφιερωμένο στη Σοφία Νικολαΐδου και «Το θαυμαστικό»,   στον Χρίστο Τσολάκη, δάσκαλο πολλών από εμάς: Έχει χρόνια που χάθηκε ο δάσκαλος! Κι όμως όλοι ακούμε ακόμα τη φωνή του.

Οι ιστορίες της συλλογής είναι δοσμένες με τρυφερότητα και αγάπη, με υποδόριο, υφέρπον χιούμορ και λεπτή ειρωνεία, με εξομολογητική διάθεση και συγκίνηση αλλά και σαρκασμό.

Το διήγημα έχει απασχολήσει πολλούς θεωρητικούς της λογοτεχνίας και έχει εγείρει συζητήσεις με αντικρουόμενες τοποθετήσεις, κυρίως όσον αφορά την ακριβή του έκταση και τη δομή του. Όλοι, ωστόσο, συμφωνούν στο ότι πρόκειται για ένα σύντομο αφηγηματικό είδος. Ο Πόε θεωρούσε ότι το διήγημα είναι ένα κείμενο που μπορεί να διαβαστεί σε μια καθισιά. Ο συγγραφέας συλλαμβάνει κάποιο μοναδικό γεγονός και με ένταση και αφηγηματική πύκνωση αναπτύσσει την υπόθεσή του. Κάθε πλατειασμός μπορεί να αποβεί καταστροφικός. Βαρύνουσα σημασία έχουν η γλώσσα και το ύφος.

Η συγγραφέας φαίνεται ότι ξέρει πώς να οργανώσει τα κείμενά της. Με αριστοτεχνικό τρόπο ρυμοτομεί στα αφηγήματά της τον χώρο, χωρίς να ακολουθεί πάντα την πεπατημένη: αρχή, μέση, τέλος. Ίσα ίσα, τα διηγήματά της παρουσιάζουν μια μεγάλη ποικιλία ως προς τον τρόπο με τον οποίο μας βάζει στο θέμα και κλείνει τις ιστορίες της. Μάλιστα, αφήνει καμιά φορά τον αναγνώστη ελεύθερο να γράψει εκείνος το τέλος, ανάλογα με τις δικές του εμπειρίες. Και ακόμη, η Άβρα Αυδή χειρίζεται τον χρόνο της αφήγησης με μαεστρία. Οι αναδρομές στο παρελθόν γίνονται αβίαστα. Είναι σαν να βρίσκεται ο αναγνώστης στο θέατρο και να παρακολουθεί πάνω στο σανίδι δράσεις που γίνονται σε διαφορετικούς χρόνους, ανάλογα με τη σειρά με την οποία θα πέσει επάνω τους ο αφηγηματικός προβολέας. Σημαντικό ρόλο θα παίξει σ’ αυτό η εναλλαγή της πρωτοπρόσωπης αφήγησης, με την τριτοπρόσωπη, τον μονόλογο, τον εσωτερικό μονόλογο και τον διάλογο.

Σπουδαίο εργαλείο της Άβρας Αυδή και μεγάλο πλεονέκτημα για το βιβλίο αποτελεί η γλώσσα. Φυσική, καθημερινή, ρέουσα, με συγκινησιακή φόρτιση, χωρίς μελοδραματισμό, ανεπιτήδευτα πλούσια, κατανοητή, στη δήλωση και στη συνυποδήλωσή της, και με τόση δύναμη και ζωντάνια, που ο αναγνώστης νιώθει πως μπαίνει στην κουζίνα της ηρωίδας, δοκιμάζει τη μαγειρίτσα της, ανοίγει ο ίδιος το ραδιόφωνο και χορεύει με υπέροχες μουσικές, που είναι διάσπαρτες στη συλλογή, σκιρτά κι εκείνος από έρωτα, θυμώνει, απογοητεύεται, συνοδεύει την αφηγήτρια στις εξορμήσεις της στο βουνό, μυρίζει το άρωμα του πεύκου και της λεβάντας, μαγεύεται από τη χρωματική έκρηξη του ηλιοβασιλέματος, βουτάει στο γαλάζιο της θάλασσας και χαίρεται μαζί της «την αυγή των πραγμάτων». Ακόμη, τη βοηθάει να βγάλει από πάνω της το σιδηρούν προσωπείο της τελειότητας, που της φόρεσαν οι προσδοκίες του οικογενειακού της περιβάλλοντος και τέλος την ακολουθεί στο ταξίδι της ζωής της μέσα από μονοπάτια άλλοτε δύσκολα και σκοτεινά και άλλοτε ηλιοφώτιστα και ευκολοδιάβατα.

Θέλοντας να δώσω ένα μικρό δείγμα γραφής της Άβρας Αυδή μπήκα στη διαδικασία να επιλέξω κάποια διηγήματα: δύσκολο. Άλλα μίλησαν στο μυαλό μου και άλλα χτύπησαν κατευθείαν στην καρδιά μου. Στις ιστορίες της αναγνώρισα πολλές φορές μέσα από τη φωνή της αφηγήτριας τη δική της φωνή, όπως την έχω γνωρίσει, ως ώριμη γυναίκα, εξαιρετική εκπαιδευτικό, συνάδελφο, φίλη, σύζυγο και μητέρα. Τώρα, όμως, στις αναδρομές της την είδα και ως παιδί, ως έφηβη και πολύ νεαρή, πάντα όμως με ισχυρό χαρακτήρα, επιμονή και θέληση.

Συγκλονιστικό είναι το διήγημα «Εκδρομή στον Αχέροντα». Μια εκδρομή στις πηγές του Αχέροντα παίρνει άλλες διαστάσεις. Το υποβλητικό τοπίο, τα παγωμένα νερά του ποταμού, ο αρχαίος μύθος που τον χαρακτηρίζει ως το υδάτινο μονοπάτι στον κάτω κόσμο δημιουργεί μια μυστηριακή ατμόσφαιρα, που παραπέμπει έντονα στην ομηρική Νέκυια. Η ηρωίδα απομακρύνεται από τους υπόλοιπους τουρίστες, πηγαίνει προς τις πηγές και καθώς ματώνει η φτέρνα της, την πλένει στο κρυστάλλινο νερό. Τότε είναι που εμφανίζονται οι μορφές αγαπημένων φίλων που έφυγαν νωρίς, την χαιρετούν και εκείνη τους θυμίζει στιγμές που μοιράστηκαν όσο ζούσαν. Η πιο συγκινητική, ωστόσο, συνάντηση είναι αυτή με τον πατέρα της, που μας θυμίζει την αντίστοιχη του Οδυσσέα με τη μητέρα του Αντίκλεια. Η αφηγήτρια προσπαθεί να τον αγκαλιάσει αλλά «εκείνος γλιστρά σαν τη σκιά, σαν τ’ όνειρο. -Αλίμονο, παιδί μου, αυτή είν’ η μοίρα των ανθρώπων. -Το χέρι σου, μπαμπά, δωσ’ μου το χέρι σου». Εκείνο το βράδυ η αφηγήτρια πήγε για ύπνο με την πίκρα της απώλειας: «Ξύπνησα γαληνεμένη. Ένιωσα στην παλάμη μου μια έντονη αίσθηση αφής. Την άφησε το μεγάλο ζεστό χέρι του πατέρα μου σαν το άρωμα που αφήνει κάποιος φεύγοντας».

Στο διήγημα «Το καρναβάλι», για εμάς που γνωρίζουμε την Άβρα, την αγάπη της για το καρναβάλι και τον Φεβρουάριο, μήνα των γενεθλίων της, η ίδια η συγγραφέας μάς συστήνεται.

Πρώτη Φεβρουαρίου. Ήρθε. Ο μήνας μου. Με το μπαίνει ο Φλεβάρης κάτι βουίζει μέσα μου…έρχεται από βαθιά… αναβλύζει από τα σπλάχνα… ρέει μέσα στις φλέβες… πλημμυρίζει το σώμα… γίνεται κύμα… χτυπάει με ορμή το φράγμα… να βγει επιτέλους έξω… στο φως.

Ανοίγω το άλμπουμ με τις παλιές φωτογραφίες.

Ανθεστήρια.

Πρώτη φωτογραφία. Ασπρόμαυρη. Η αφηγήτρια μικρή, πέντε χρονών, ντυμένη ανθοπώλισσα στην ταράτσα του σπιτιού της μπροστά στα ανοιγμένα χέρια της μαμάς και τη ζεστή αγκαλιά του πατέρα. Κι έπειτα εφτά χρονών ντυμένη κουρσάρος. Δύο χρόνια αργότερα η ηρωίδα ντυμένη ντάμα κούπα και στην εφηβεία, με τον έρωτα να φεγγοβολάει στο πρόσωπό της, τσιγγάνα! Ας δούμε τη σημειολογία! Τα κοριτσάκια σ’ αυτές τις ηλικίες ντύνονται νεράιδες ή πριγκίπισσες, ή κάτι σε βασίλισσα. Η μικρή Άβρα, όμως, ντύνεται κουρσάρος, για να κουρσέψει τη ζωή, σκέφτομαι. Και τσιγγάνα ερωτευμένη, όπως υπήρξε ερωτευμένη πάντα με οτιδήποτε με το οποίο καταπιανόταν, μια νεαρή και μετά ώριμη γυναίκα, που δεν συμβιβάζεται με το εύκολο, αρνείται να υποκύψει σε αυτό για το οποίο οι άλλοι έχουν προαποφασίσει, δεν δέχεται να αφομοιωθεί, δοκιμάζει και ψάχνει πάντα να χαράξει νέους δρόμους, νέα μονοπάτια, μονοπάτια της ζωής, του μυαλού και της ψυχής.

Κλείνω το άλμπουμ. Κοιτώ τη φωτογραφία πάνω στο ράφι της βιβλιοθήκης. Μαλλί όρθιο πράσινο και μοβ, μαύρο δερμάτινο παντελόνι και γιλέκο, μπότες και γάντια με καρφιά. Χορεύω. Καρναβάλι χωρίς ηλικία. Καρναβάλι κάθε χρόνο στα γενέθλιά μου.

Μας ήρθες πάλι τρελό μας καρναβάλι… παντού σκορπώντας γέλια χαρά… το πάρτι ξεκινά… τα καρναβάλια μπουκάρουν στη σάλα… ρίχνουν σερπαντίνες και κομφετί… ο μπαμπάς με παίρνει από το χέρι… ανοίγουμε τον χορό… λικνιζόμαστε στα κύματα του Δουνάβεως… στροφή δεξιά… στροφή αριστερά… στροφή δεξιά,,, στροφή αριστερά… ζαλίζομαι… μπαμπά ζαλίζομαι… μη φοβάσαι σε κρατώ… η μαμά φέρνει την τούρτα… ανάβουμε τα κεράκια… φουουουου… μαμά κράτα με σφιχτά στην αγκαλιά σου, μαμάααααααααααα!

Θύραζε, κάρες, ουκέτ’ Ανθεστήρια!

Τα Μονοπάτια της Άβρας Αυδή, παρόλο που αποτελούν το πρώτο λογοτεχνικό βιβλίο της, θα έλεγα πως είναι έργο ώριμου στοχασμού. Το χαρακτηρίζει βαθιά ειλικρίνεια όχι μόνο στα αυτοβιογραφικά του μέρη αλλά και στη μυθοπλασία του. Κι αυτό γιατί, πέρα από τον άρτιο νεοελληνικό του λόγο και τις αφηγηματικές τεχνικές, είναι γραμμένο με ψυχή, αυτό ακριβώς που αποπνέει κάθε πραγματικό λογοτέχνημα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.