Προοίμιο
Υπάρχουν εικόνες που δεν μιλούν πρώτη φορά όταν τις βλέπεις.
Μιλούν όταν σταθείς λίγο παραπάνω,
όταν αντέξεις τη σιωπή τους.
Το βλέμμα -αυτό το τόσο ανθρώπινο, τόσο εύθραυστο εργαλείο-
έχει εξηγηθεί συχνά μέσα από τη γλώσσα της κυριαρχίας:
ποιος κοιτάζει ποιον, ποιος έχει τη δύναμη,
ποιος ορίζει τον άλλον ως αντικείμενο.
Κι όμως, υπάρχουν στιγμές στην τέχνη
όπου το βλέμμα γίνεται κάτι εντελώς διαφορετικό:
ένα σημείο όπου η ύπαρξη ζητά να δει
αν έχουμε ακόμη χώρο για τον άλλον.
Εκεί αρχίζει το μεταζωικό πεδίο:
όχι ως θεωρία∙
ως άσκηση προσοχής.
- Πρώτη Εικόνα
Alice Neel – Andy Warhol (1970)
Στοχαστική λεζάντα
Κλείνει τα μάτια∙ δεν αποσύρεται.
Αφήνει το βλέμμα σε εμάς.
Μια πράξη παράδοσης που μοιάζει με πρόκληση:
μπορείς να με δεις χωρίς να με εξουσιάσεις;
Η Neel δεν ζωγραφίζει το πρόσωπο του Warhol,
αλλά ό,τι άφησε πάνω του ο κόσμος.
Ένα σώμα που δεν επιδεικνύει τις πληγές του,
απλώς τις κουβαλά.
Κι έτσι το πορτρέτο γίνεται ερώτηση:
πόσο ανοιχτοί είμαστε
όταν κάποιος επιλέγει να μην μας κοιτάζει;
- Δεύτερη Εικόνα
Marlene Dumas – The Painter (1994)
Στοχαστική λεζάντα
Δεν σε κοιτάζει.
Σε κρατά.
Το σκοτεινό βλέμμα του παιδιού
δεν λειτουργεί σαν παράθυρο
αλλά σαν δωμάτιο όπου μπαίνεις χωρίς πρόσκληση.
Τα λεκιασμένα χέρια δεν ζητούν ερμηνεία,
ζητούν διάρκεια.
Και η διάρκεια αυτή
-αθώα, απείθαρχη, ασταθής-
σε καλεί να αντέξεις την έκθεση.
Η Dumas δεν περιγράφει ένα παιδί.
Περιγράφει την πρώτη συνάντηση με τον κόσμο,
πριν μάθουμε να προστατευόμαστε.
IΙΙ. Πέρα από την Κυριαρχία – Μεταζωικό Κείμενο
Το βλέμμα έχει συνηθίσει να υπηρετεί αφηγήσεις ισχύος∙
να μετρά απόσταση, έλεγχο, θέση.
Αλλά σε αυτά τα δύο έργα,
κάτι άλλο συμβαίνει:
η όραση γίνεται αμοιβαία ευαλωτότητα.
Στον Warhol της Neel,
το βλέμμα απουσιάζει για να μας αφήσει χώρο.
Στο παιδί της Dumas,
το βλέμμα υπερ-παρίσταται,
σαν μια είσοδος που δεν μπορείς να αποφύγεις.
Δύο άκρα
κι ανάμεσά τους ο ίδιος άνθρωπος:
εκείνος που επιθυμεί να ειδωθεί
χωρίς φόβο, χωρίς ιδιοποίηση,
χωρίς την αλαζονεία της απόλυτης κατανόησης.
Αυτό είναι το μεταζωικό σημείο:
όταν η εικόνα δεν εξηγείται,
αλλά βιώνεται.
Όταν το βλέμμα δεν τραυματίζει ούτε προστατεύει,
αλλά παραμένει.
Σαν ίχνος που ζητά συνέχεια,
σαν ανάσα που επιμένει,
σαν υπενθύμιση ότι η ανθρώπινη παρουσία
είναι κάτι περισσότερο από το σχήμα του σώματος.
Είναι ένα αίτημα:
να συναντηθούμε χωρίς να καταναλώσουμε ο ένας τον άλλον.
ΙV. Μια Κοινή Λεζάντα
Τα δύο αυτά βλέμματα δεν ζητούν να τα ερμηνεύσουμε.
Ζητούν μόνο να σταθούμε απέναντί τους χωρίς άμυνα,
εκεί όπου η τέχνη γίνεται η πιο ήσυχη μορφή αλήθειας.

