You are currently viewing Άγγελος Αγγελόπουλος: Από άλλη εποχή

Άγγελος Αγγελόπουλος: Από άλλη εποχή

 

Έβλεπε από το παράθυρο έξω το δρόμο της αγοράς, την ερημιά του φθινοπωρινού απογεύματος και ένιωθε σκοτεινά συναισθήματα. Σύννεφα αραιά έκρυβαν τον ήλιο που έγερνε. Και μια μελαγχολία σκέπαζε την ψυχή της και το τοπίο.

Από το δρόμο κατέβαινε κείνη την ώρα ο ξάδελφός της. Όσο πλησίαζε ξεχώριζε το βάδισμά του. Ήταν ο γόης στην κωμόπολη και το ντύσιμό του ταίριαζε σε νεαρό από την πρωτεύουσα. Είχε τα μαλλιά του κολλημένα  κι ένα ανθάκι γιασεμί στο πέτο του σακακιού του.

Αυτός πέρασε ακριβώς κάτω από το παράθυρο και στάθηκε στο διπλανό σπίτι με τις καμάρες. Με κινήσεις των χεριών του τη ρώτησε αν ήταν μόνη της. Κι αυτή απάντησε πάλι με νοήματα και τον κάλεσε  να ανέβει πάνω στο σπίτι.

Μια σκέψη έκαμε την Ευγενία να μένει ακίνητη και να νιώθει μια δύναμη συστολής. Κάτι περίεργο ένιωθε μέσα της που το ενέτεινε η φθινοπωρινή σκοτεινιά. Αλλά μια άλλη αντίρροπη δύναμη, που αισθανόταν να την κυριεύει, την έσπρωχνε να προχωρήσει μπροστά. Μετά, σκέφτηκε ότι αν κάποιος έβλεπε τον Νικήτα να ανεβαίνει στο σπίτι δεν θα σήμαινε κάτι. Όλοι το ξέρανε στην κωμόπολη πως ήταν συγγενής.

Στις γιορτές συναντιόνταν στα σπίτια τους και έπαιζαν μαζί παιδιά κι ας είχαν διαφορά τρία χρόνια. Τώρα αυτή ήταν δέκα εννέα χρονών και εκείνος είκοσι δύο.

Έτρεξε και τράβηξε το σύρτη με το σχοινί και άνοιξε την εξωτερική πόρτα.  Ακούστηκαν τα βήματα του Νικήτα πάνω στην ξύλινη σκάλα που έτριζε και  ευθύς αυτή πήγε στην κουζίνα να φέρει γλυκό, που το πρωί έφτιαξε από  κυδώνια του κήπου.

Ύστερα, βρέθηκαν καθισμένοι απέναντι. Αυτή ένιωθε  μια παράξενη έλξη και ο ξάδελφός της δεν ήταν αθώος γι’ αυτό. Την κοίταζε  αλλιώτικα  και ήταν σαν τα μάτια του να  αστράφτουν και να διεισδύουν βαθύτερα μέσα στο σώμα της∙ να τη διερευνούν και να την καλούν κοντά του.

Πλησίασε και τη σήκωσε από την καρέκλα της. Την έσφιξε στην αγκαλιά του. Τα αρώματα μεθυστικά τη ζάλιζαν και χωρίς να το καταλάβει βρέθηκε ξαπλωμένη στο κρεβάτι. Όλα μετά χάθηκαν σε  ακαθόριστα σχήματα και μόνο αρώματα έμειναν και ήχοι μες στο σκοτάδι.

Πέρασαν μήνες και δεν συναντήθηκαν. Ο Νικήτας δεν ξανανέβηκε τη σκάλα του σπιτιού τους. Στην καρδιά του χειμώνα,  οι άνθρωποι εκείνης της μακρινής εποχής ήταν σιωπηλοί, πέρναγαν βουβοί σαν σκιές του δρόμου. Μες τη λάσπη και στα νερά κάποτε σα να μύρισε  κι η άνοιξη. Τα κοτσύφια κελαηδούσαν στα δένδρα, μα αυτή ήταν πάντα  μελαγχολική.

Στεκόταν ώρες ατέλειωτες στο παράθυρο και παρακολουθούσε την κίνηση του δρόμου. Μόνο από φίλες της άκουγε κάποτε για τον Νικήτα. Και στο μοδιστράδικο χαμηλόφωνα έλεγαν κουτσομπολιά για κοπέλες που ήταν ερωτευμένες μαζί του. Τα Χριστούγεννα είχε μάθει ότι με την παρέα του αυτός ήταν σε νυχτερινό κέντρο με χορεύτριες από την Πάτρα. Ήταν αλήθεια ή μήπως ονειροφαντασίες των άλλων κοριτσιών, αναρωτιόταν.

Όμως, κάτι βαθύτερο την απασχολούσε και ήταν το ίδιο το σώμα της που μιλούσε. Παρατηρούσε μεταβολές και κάποιες μέρες της έρχονταν ξαφνικά ζαλάδες. Έπρεπε να το εξομολογηθεί, χωρίς άλλη αναβολή, στην μεγαλύτερη αδελφή της που ήταν παντρεμένη. Αυτή ήταν πιο έμπειρη να της εξηγήσει. Και στα δύσκολα της ζωή της πάντα στεκόταν σαν τη μάνα της, που πολύ νωρίς την είχε χάσει.

«Να μην καθυστερήσεις άλλο! Πρέπει να πας το γρηγορότερο στο γιατρό!  Να μιλήσεις γι΄ αυτό στον αδελφό μας, που είναι μορφωμένος και θα καταλάβει. Και ύστερα αυτός να  μιλήσει στον πατέρα μας, για να μας πει τι θα πρέπει να κάνεις», της είπε  η αδελφή της.

Ύστερα, σε τόνο πιο στοργικό, άρχισε να τη συμβουλεύει: «Δεν πρέπει κανείς έξω από την οικογένεια να μάθει αυτό που έχει συμβεί. Καμιά φίλη σου δεν πρέπει να το μάθει. Αυτά τα θέματα είναι πολύ επικίνδυνο αν μαθευτούν.  Μπορεί να χυθεί μέχρι αίμα! Πολλά δράματα έχουν συμβεί».

Πώς στροβιλίζονταν όλα μες στο μυαλό της Ευγενίας. Και οι συμβουλές της αδελφής πόσο την αγγίξανε! Αλλά ήταν και τα πρωτόγνωρα συναισθήματα που την έπνιγαν. Δεν ήταν μόνο που είχε χαθεί ο ξάδελφός της, που δεν ξαναπέρασε κάτω από το σπίτι. Ήταν κι  η ντροπή που θα ένιωθε μπροστά στον αδελφό και στον πατέρα, όταν θα έπρεπε να ξεστομίσει τα ανείπωτα. Και δεν έπρεπε να μαθευτεί κάτι στη μικρή κωμόπολη, θα ήταν ένα μίασμα μες στην κοινωνία.

Σε λίγες μέρες, που όμως της φάνηκαν ατέλειωτες ήταν ο πατέρας που φρόντισε μέσα στον κλειστό κύκλο της συγγένειας και λύθηκε σιωπηλά το ζήτημα. Κι η Ευγενία ένιωθε ότι σε όλα αυτά ήταν η πεθαμένη μάνα της που τους οδηγούσε από μακριά.

Έτσι την άνοιξη του 1947, παντρεύτηκαν με τον Νικήτα, ψηλά στου Αϊ Γιώργη το ξωκλήσι και έκαναν οικογένεια με τρία παιδιά, μα η Ευγενία δεν ήξερε αν  ποτέ ο σύζυγός της είχε σταθεί πιστός.

Έχουν περάσει πια εβδομήντα χρόνια από κείνη την σκοτεινή εποχή, και τώρα αυτή αναρωτιέται τι έχει μείνει από τις χαρές κι αν πράγματι έχει ζήσει με ευτυχία τη  ζωή της.

Ο ξάδελφός έχει προ πολλού πεθάνει μα αυτή τον σκέφτεται με αγάπη σαν να ζει. Κάποτε αισθάνεται σαν να συνομιλούν. Και αναρωτιέται για εκείνη την ώρα που ζήσανε μαζί, το μελαγχολικό φθινόπωρο του 1946, αν στάθηκε και γι’ αυτόν μοιραία, αν εκείνο το γεγονός είχε σφραγίσει και τη δική του ζωή.

Τώρα, καθισμένη στην πολυθρόνα της με τα άσπρα μαλλιά της να χύνονται πάνω στους ώμους της, θυμάται εκείνη την μακρινή εποχή. Και πιο πολύ της έρχεται στο νου ο πατέρας της, που τόσο ήρεμα είχε αντιμετωπίσει εκείνη τη δύσκολη περίσταση.

Θυμάται, σαν μην πέρασε μια μέρα από εκείνη την παλιά εποχή, τις δυο αδελφές, τις γιαγιάδες τους, τότε που ζούσαν, που κάθονταν στην λιακάδα, στον κοινό κήπο τους∙ τα σπίτια τους ήταν γειτονικά και συζητούσαν  για τα δικά  τους παλιά χρόνια, για τη δική τους περασμένη εποχή. Και έμεναν οι δυο γριούλες τις πιο πολλές ώρες  αμίλητες, με το βλέμμα τους προσηλωμένο μόνο στα έντομα και στην υγρή πρασινάδα του κήπου.

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.