Iron Μan
στην μνήμη του Ozzy
Ένα βαρύ, μεταλλικό ρομπότ παλαιάς τεχνολογίας κατέβαινε αργά, δεν μπορούσε άλλωστε και πιο γρήγορα, την οδό Αρχιμήδους στο Μετς, ένα Παρασκευιάτικο σούρουπο του Γενάρη του 2026, με κατεύθυνση την Πλατεία Πλαστήρα. Είχε κουραστεί από τα γεγονότα της ημέρας και η σιδηρά ανθρωποειδής φιγούρα του, δύο μέτρα ύψους και εύρους θώρακα γύρω στο ένα μέτρο, με το ζόρι λειτουργούσε. Τι κούραση κι αυτή, σκέφτηκε, τι παγκόσμια κούραση! Ο Τραμπ μπαινόβγαινε στην Βενεζουέλα απαγάγοντας τον Πρόεδρό της, η βλαμμένη Μαρία Κορίνα Ματσάδο χάριζε το Νόμπελ της στον Ντόναλντ για τις υπηρεσίες του στην ειρήνη, στην Ουκρανία ο πόλεμος καλά κρατούσε και στο Ιράν χύνονταν ποτάμια αίματος διαδηλωτών στον δρόμο.
Πέρασε δίπλα από την ταβέρνα του Βυρίνη, που την δεκαετία του ’80 συναντιόταν εκεί, μια φορά την εβδομάδα, με τους ανθρώπους φίλους του Χρήστο, Άγγελο, Σάκη, Γιώργο, Βασίλη και Παναγιώτη. Κάποιες φορές σε εκείνες τις εξόδους, ερχόταν στην ταβέρνα απροειδοποίητα ο R2, το περίφημο ρομποτάκι του Star wars, χαρίζοντάς τους απέραντη χαρά. Αξέχαστα χρόνια, σκέφτηκε ο Iron Man κι ένα δάκρυ από γράσο κύλησε αργά στο μεταλλικό του πρόσωπο.
Έφθασε και στο Chelsea, το καφέ-μπαρ και απόλυτο στέκι του σύγχρονου Παγκρατίου. Μετά την πτώση του ήλιου, οι θαμώνες σιγά σιγά πύκνωναν τις τάξεις τους. Στο πρώτο τραπεζάκι που συναντούσες, απομονωμένη κάπως από τον υπόλοιπο κόσμο, καθόταν μια τριαντάχρονη μαμά και δίπλα της ο γιος της, ένα επτάχρονο ξανθό αγόρι που ρουφούσε άπληστα και θορυβωδώς τον χυμό του από ένα μεγάλο ποτήρι. Η μαμά αρκούνταν σε ένα καπουτσίνο και ήταν προσηλωμένη στην οθόνη του κινητού της, συνομιλώντας για ώρα με την AI για ένα φλέγον ζήτημα της εργασίας της. Η εφαρμογή της τεχνητής νοημοσύνης τής απαντούσε με ευγένεια και υπομονή, παρόλο που η μαμά φαινόταν απαιτητική και εκνευρισμένη.
“Μαμά, μαμά… ΚΟΊΤΑΞΕ! ΈΝΑ ΠΑΛΙΌ ΡΟΜΠΌΤ!!!”, είπε ο πιτσιρικάς εντυπωσιασμένος, την ώρα που ο Iron Man πλησίαζε.
“Καλά, καλά, χαιρέτησέ το και μην απομακρύνεσαι”, είπε η μητέρα του βαριεστημένη, μη τραβώντας στο ελάχιστο το βλέμμα της από την οθόνη του smartphone. Είχε βαρεθεί τις φαντασιοπληξίες του γιου της.
Ο μικρός σηκώθηκε και περιεργάστηκε με ενδιαφέρον τον Iron Man.
“Γεια σας, κύριε! Πώς σας λένε;” είπε τελικά
“ I AM THE IRON MAN!” απάντησε με την βροντώδη, μηχανική του φωνή. Ύστερα έβαλε το δεξί του χέρι στην μεταλλική τσέπη του αριστερού του ημιθωρακίου και έβγαλε μια κίτρινη βίδα. Την έβαλε με τρυφερότητα στην δεξιά παλάμη του αγοριού.
“Αυτό, είναι για σένα, αγόρι μου. Έτσι, για να με θυμάσαι…”
“Θα σε θυμάμαι για πάντα… IRON MAN!” είπε ο μικρός και πήγε και κάθισε δίπλα στην μάνα του, προβληματισμένος.
Ο Iron Man απομακρύνθηκε γρήγορα, αδιαφορώντας για τους υπόλοιπους θαμώνες του Chelsea. Βέβαια, είναι αλήθεια, πως και εκείνοι, χαμένοι καθώς ήταν στην καθημερινότητά τους, δεν τον είχαν δει. Εκείνος, με στέρεα και βαριά βήματα κατευθύνθηκε προς την στάση των τρόλεϊ, διασχίζοντας την πλατεία Πλαστήρα. Ήταν κάπως συγκινημένος, γιατί είχε επικοινωνήσει για λίγο με τον παιδικό κόσμο. Ίσως τον μοναδικό λόγο για τον οποίο άξιζε κάποιος να ζει.
