You are currently viewing Άγγελος Γέροντας: Θειορυχείο

Άγγελος Γέροντας: Θειορυχείο

Ο αρχιτέκτονας Αντώνης Συρράκος χάιδεψε με το βλέμμα του το λιτό αεροδρόμιο της Μήλου. Του άρεσαν αυτά τα μικρά αεροδρόμια στα νησιά, με τον μοναδικό αεροδιάδρομο που γειτνιάζει στην θάλασσα, στα βράχια, στα χωράφια ή στα αμπέλια, τον ανεμοδαρμένο αεροδιάδρομο, που υποβάλει τους κυβερνήτες των αεροσκαφών σε ασκήσεις αυξημένης συγκέντρωσης και δεξιοτεχνίας. Του άρεσε γιατί κουβαλούσε όλα τα στερεότυπα στοιχεία της αισθητικής των εξηντάρηδων, των μπολιασμένων με τα seventies και eighties, όλα τα στοιχεία της άγονης γραμμής, των camping και των πρόχειρων rooms to rent με τα ξεβαμμένα μπλε παραθυρόφυλλα, όλα τα αισθητικά στοιχεία της ροκ οδοιπορίας στην απέριττη και ζωογόνο ξεραϊλα των Κυκλάδων.
“ Αυτό είναι το κλειδί του Duster, πάνω έχει τον αριθμό κυκλοφορίας του”, είπε με χαμόγελο η σικ υπάλληλος του γραφείου ενοικίασης αυτοκινήτων. Ήταν ψηλή και ξανθιά, φορούσε ένα υφασμάτινο παντελόνι που αναδείκνυε τα αξιοθαύμαστα πόδια της.
“ Κι αυτό είναι το τηλέφωνό μου”, πρόσθεσε δίνοντάς του μια κομψή καρτούλα με χρυσά γράμματα. “Γιατί δεν είμαι συνέχεια εδώ, οπότε όταν γυρίσετε το αυτοκίνητο για την πτήση της επιστροφής, με μια κλήση είμαι εδώ…”
“Ευχαριστώ”, της είπε με χαμόγελο, οριακά αποχαυνωμένος από την βελτιωμένη γενιά νέων επαγγελματιών.
Με το Duster έφθασε γρήγορα στον οικισμό της Πλάκας, όπου είχε ένα κανονισμένο ραντεβού με τον κατασκευαστή Παντελή Αστερίου, για μια δουλειά ανακαίνισης μικρών κυκλαδίτικων σπιτιών που προορίζονταν για καταλύματα βραχυχρόνιας ενοικίασης.
Είχε τσεκάρει πως ο Αστερίου ήταν αξιόπιστος συνομιλητής, ίσως επειδή, εκτός από ιδιοκτήτης των σπιτιών και κατασκευαστής, ήταν και πολιτικός μηχανικός. Ιδανική δηλαδή συνθήκη, σε αυτό το άνυδρο τοπίο των οικοδομικών συνεργασιών, σε αυτή την αδηφάγο χοάνη του κέρδους, όπως ο ίδιος έβλεπε τα οικοδομικά πράγματα. Πάρκαρε το Duster στο υπαίθριο δημοτικό parking, ακριβώς στα όρια του παραδοσιακού οικισμού. Εκεί τον περίμενε ο Αστερίου με μια θερμή χειραψία. Ήταν τέλη Νοέμβρη και έτσι του έκανε το τραπέζι στην μοναδική ανοικτή ταβέρνα της Πλάκας. Όλα είχαν γύρω μια ηρεμία μακριά από το πολύβουο τουριστικό πανηγύρι, ο περίπατος στα σοκάκια είχε εκείνη την αίγλη των ασβεστωμένων κυκλαδίτικων σπιτιών. Ακόμα και στην μοναδική ανοικτή ταβέρνα εκείνο το απόγευμα οι θαμώνες ήταν λίγοι: μια οικογένεια Ιταλών όψιμων τουριστών και κάποιοι εργάτες και τεχνικοί που δούλευαν στις οικοδομές.
“Θα αρχίσουμε από αύριο ή σε επόμενο ταξίδι;”, μπήκε κάποια στιγμή ο Αστερίου στο ψητό, την ώρα που τσιμπολογούσαν ράθυμα τοπικές γεύσεις σε μικρά καλαίσθητα πιατάκια, που του θύμιζαν σερβίτσιο της αείμνηστης θείας του Φιφής. Θεία, δηλαδή αδελφή της γιαγιάς του, θεούσα και επίτροπος στο Άγιο Αθανάσιο Κυψέλης. Τον αγαπούσε πολύ, παρότι διάβαζε τον γλωσσοπλάστη βλάσφημο Ανδρέα Εμπειρίκο, και εκείνος τής το ανταπέδιδε πολλαπλάσια με συχνές επισκέψεις και ψώνια από το κοντινό μπακάλικο. Ήταν τα eighties και η ζωή χόρευε ανάλαφρα μπροστά του…
“Αύριο το πρωί λέω να κάνω την αποτύπωση, το απόγευμα στις 4 πετάω για Αθήνα”
“Θαυμάσια!” είπε ο Αστερίου και ο Αντώνης προσπαθούσε να διακρίνει στο βλέμμα του αν εκείνος ο ενθουσιασμός ήταν φυσικός ή απλά επαγγελματικός. Ίσως και να με σέβεται λιγάκι, πρέπει να του ρίχνω καμιά εικοσαριά χρόνια, σκέφτηκε αδειάζοντας το ρακοπότηρο μπροστά του.
“Πόσα είναι; Eννοώ τα σπιτάκια…” ρώτησε απότομα. Η οικογένεια των Ιταλών έφευγε από δίπλα τους κατευχαριστημένη με το φαγητό. Χειρονομούσαν και μιλούσαν ακατάπαυστα, αθάνατη Ιταλία…
“Είναι έξι, δίχωρα. Λευκοί τοίχοι και μπλε παραθυρόφυλλα, κλασικά…”
“Κατασκευής;”
“Κατασκευής δεκαετίας ’90. Τα ’χε αναθέσει ο πατέρας μου σ’ ένα κατασκευαστή που έκανε θραύση. Τίποτα το σπουδαίο, άρπα κόλλα, θυμάσαι τότε. Ήμουν έφηβος και παρακολουθούσα παραξενεμένος το γρήγορο ρυθμό κτισίματος…”
“Οκ, κατάλαβα. Θα τα δούμε όλα αύριο, μπορείς να είσαι το πρωί στο parking που συναντηθήκαμε;”
“Στις εννιά. Ανυπομονώ να δω τι θα προτείνεις…”
“Κι εγώ τι θα δεχτείς, Παντελή…”
Γέλασαν και οι δυο και ύψωσαν τα ρακοπότηρα. Ήπιαν εύθυμα την τελευταία ρακή της μέρας. Ύστερα χώρισαν και εξαφανίστηκαν μες στα σοκάκια της Πλάκας. Η νύχτα του Νοέμβρη είχε πέσει νωρίς και υποσχόταν μοναξιά και περισυλλογή.

Στο Portiani Suites στον Αδάμαντα, στο δωμάτιο του που έβλεπε και θάλασσα, η τηλεόραση έπιανε και συνδρομητικά κανάλια. Ήταν και ο βασικός λόγος που το είχε επιλέξει. Έβλεπε λοιπόν ξαπλωμένος τον Παναθηναϊκό να αγκομαχάει να νικήσει την Dubai στο Ο.Α.Κ.Α. …Η ομάδα δεν παίρνει μπρος με τίποτα φέτος… κι αυτός ο Σορτς, τρέχει σαν σβούρα coast to coast και το χάνει ή δίνει λάθος πάσα. Ο Εργκίν είναι έξαλλος μαζί του, αν μπορούσε να τον κλωτσήσει στον πισινό θα το έκανε…Πάλι ο Σλούκας και ο Ναν καθαρίζουν…Είναι κι αυτά τα φάλτσα σφυρίγματα, γι ακόμα μια φορά μες το Ο.Α.Κ.Α….Βλέπω τον DPG ν’ ανεβάζει βίντεο στα social, κάνοντας ημίγυμνος διάδρομο στο σπίτι του, βρίζοντας και απειλώντας τον Μποντίρογκα ότι θα τον ψάξει να τον βρει για να τον…
Τον πήρε ένας γλυκός ύπνος ανάσκελα στο κρεβάτι, με το κεφάλι στο διπλό μαξιλάρι και το τηλεχειριστήριο αφημένο δίπλα του. Στο διπλανό κομοδίνο, τα υπολείμματα του Jameson Black Barrel μες στο ποτήρι εξατμίζονταν με μελαγχολική βραδύτητα.

“Έτοιμη η αποτύπωση, θα σου στείλω την μελέτη στο mail σου μες στην βδομάδα. Τίποτα το ιδιαίτερο, πατητή τσιμεντοκονία σε δάπεδα και τοίχους, μικρός κτιστός καναπές στον εξωτερικό τοίχο προς την αυλή…, αναβάθμιση της αυλής με πέργκολα με καλαμωτή…”, πρότεινε ο Αντώνης σκεπτικός.
“Αυτά;” ρώτησε διστακτικά ο Παντελής.
“ Ναι, τα χρώματα όπως είναι, λευκό στους τοίχους και μπλε στα παραθυρόφυλλα”
“Το’ χω… Κι από χρονοδιάγραμμα, θα είμαστε έτοιμοι ως τον Ιούνιο;”
“ Το’ χουμε, όπως και συ είπες. Βέβαια, αυτό εξαρτάται και από σένα… Η διαθεσιμότητα των συνεργείων, τα οικονομικά, η ποιότητα των νέων υδραυλικών και ηλεκτρολογικών που υποθέτω πως θα εγκαταστήσεις…”
“Το’ χω, το’ χω”, επανέλαβε και έπιασε με το δεξί χέρι το πηγούνι του σκεπτικός. Ο αρχιτέκτονας τού έβαζε πιο δύσκολα στοιχεία στην εξίσωση.
Έσφιξαν τα χέρια εκεί, στην μέση του άδειου δημοτικού parking. Ο Αντώνης μπήκε στο Duster, πάτησε μια κόρνα του αποχαιρετισμού και χάθηκε με κατεύθυνση τον Αδάμαντα.
Οδηγώντας προς τα εκεί έριξε μια ματιά στο ρολόι του. Ήταν 1 το μεσημέρι, προλάβαινε να πάει μια βόλτα ως εκεί που επιθυμούσε διακαώς, στο εγκαταλειμμένο θειορυχείο. Έβαλε την κατεύθυνση στους χάρτες Google και πήρε τον δρόμο προς τα εκεί. Τα θειορυχεία τον είχαν εντυπωσιάσει όταν τα είχε προσεγγίσει από θαλάσσης με την γυναίκα του Λίζυ, προ αμνημονεύτων ετών, σε ένα γύρο του νησιού με καϊκι, κάποιο καλοκαίρι των nighties. Είχαν μείνει έκθαμβοι, αντικρίζοντας τις κατηφορικές πλαγιές που κατέληγαν σαν ανοιχτή αγκαλιά στην παραλία, γεμάτες εγκαταλειμμένα ράκη κτηρίων, υποκίτρινα και κεραμιδί χρώματα και ένα λευκό που χυνόταν σαν χείμαρρος στην παραλία , ένα εικαστικό ποίημα από θειάφι και σκουριά. Παλιά βαγονέτα σε ράγες που διακόπτονταν, μισογκρεμισμένα γραφεία, σπίτια εργατοτεχνιτών, πληγωμένη από εγκατάλειψη βιομηχανική μονάδα, ένα υπαρξιακό ποίημα βυθισμένο σε επιβεβλημένη λήθη. Είχε υποσχεθεί στον εαυτό του πως θα επιστρέψει…
Μπήκε σε ένα χωματόδρομο που του υπέδειξε το gps. Στην οθόνη του κινητού φαίνονταν πολλές κορδέλες μέχρι να φθάσει στα θειορυχεία. … Δεν ξέρω πως θα τα καταφέρει ο Παντελής, συμπαθής μού είναι. Το μόνο που γνωρίζω καλά είναι πως η πλάστιγγα μεταξύ αρχιτέκτονα και πολιτικού μηχανικού-κατασκευαστή θα γείρει τελικά, ως συνήθως, προς την πλευρά του κατασκευαστή… Δεν πειράζει, κάτι καλό θα προκύψει τελικά για τα έξι σπιτάκια… Είχε συνηθίσει τους συμβιβασμούς στο επάγγελμα. Μόνο έτσι όμως, τριάντα τρία χρόνια τώρα, είχε καταφέρει να αφήσει το αρχιτεκτονικό του αποτύπωμα.
Είχε περάσει ένα τέταρτο για πέντε χιλιόμετρα βατού χωματόδρομου. Τα τελευταία όμως διακόσια μέτρα τα πράγματα δυσκόλευαν, ο χωματόδρομος γινόταν τραχύς και με πολλά αγκωνάρια. Έφθασε σε ένα ελαφρά υπερυψωμένο σημείο που αποτελούσε την αφετηρία ενός τρίστρατου. Εκεί η κυρία του gps τα’ παιξε: “Στρίψτε αριστερά και μετά δεξιά”, “στρίψτε δεξιά στην διχάλα και μετά δεξιά”, “στρίψτε δεξιά και κάντε στροφή 180 μοιρών”… Πλήρης σύγχυση. Έσβησε την μηχανή και βγήκε απ το αυτοκίνητο. Ήταν μόνος στην μέση του πουθενά. Διάλεξε να περπατήσει στον αμέσως δεξιά δρόμο που γινόταν κατηφορικός. Με το που έστριψε σε μια γωνία, του αποκαλύφθηκε το απόκοσμο παρελθόν. Τα εγκαταλειμμένο θειορυχείο και η άδεια γοητευτική παραλία. Ο χωματόδρομος συνεχιζόταν κατηφορικά, με ανωμαλίες και νεροφαγώματα κι έφτανε μες στις εγκαταστάσεις της δεξιάς πλαγιάς, πενήντα μέτρα πριν την αμμουδιά. Έκανε μεταβολή προς τα πάνω γιατί αποφάσισε να πάρει το αυτοκίνητο, ν’ ακολουθήσει τον κατηφορικό χωματόδρομο μέχρι εκεί που θα τον έπαιρνε. Έφθασε στο αυτοκίνητο, έβαλε μπροστά και πήρε από το τρίστρατο τον σωστό κατηφορικό δρόμο. Όλα φαίνονταν πια να αποκτούν το σωστό τους νόημα. Είχε τα παράθυρα ανοικτά για ν’ ακούει και τον παραμικρό θόρυβο. Το Duster κατέβαινε αργά, με σκαμπανεβάσματα που γύμναζαν τις αναρτήσεις του. Σε ένα σημείο που η κατάσταση του δρόμου χειροτέρευε, σαν να άκουσε μια φωνή “Ως εδώ! Γιατί αν προχωρήσεις μπορεί να μείνεις για πάντα!…”.
Γύρισε το κεφάλι του αριστερά-δεξιά. Δεν υπήρχε κανείς. Ήταν η φωνή της λογικής του ή μια ακουστική ψευδαίσθηση; Ή η ομιλούσα ψυχή ενός εργατοτεχνίτη από την δεκαετία του 1950; , εκδοχή που αμέσως η επιστημονική του συγκρότηση απέρριψε. Πράγματι, πιο κάτω να πας ήταν επικίνδυνο… Μπορεί να έχανε και την πτήση του στις 4. Εκεί υπήρχε κι ένα πλάτωμα και μπόρεσε να κάνει αναστροφή. Η μούρη του αμαξιού έβλεπε τώρα προς τα πάνω. Έσβησε την μηχανή και βγήκε έξω. Πήγε και κάθισε πάνω σε μια μεγάλη κοτρόνα, ρεμβάζοντας προς τα κάτω, στην παραλία, στις εγκαταστάσεις, στα βαγονέτα, στις ράγες που διακόπτονταν και κρέμονταν σαν ξέφτια. Έβγαλε με το κινητό του κάμποσες φωτογραφίες για να αποτυπώσει την συνάντηση με το παρελθόν. Ο κύριος κορμός των κτηρίων βρισκόταν στην απέναντι πλαγιά και ο χρόνος έπαιζε δημιουργώντας τρύπες στα άδεια παράθυρα των προσόψεων. …Τι να ήταν εκείνο το μεγάλο κτίσμα απέναντι; Τα γραφεία της διεύθυνσης ή τα σπίτια των εργαζόμενων; Οι τρύπες στο κτίριο μοιάζουν με στόματα που χασμουριούνται μες στην μοναξιά…
Ξαφνικά, μια νέα φωνή, γυναικεία αυτή την φορά, διέκοψε τις σκέψεις του:
“Το βλέπεις εκείνο το βαγονέτο;”
“Πού;”, ρώτησε ο Αντώνης αντανακλαστικά και εντελώς παράλογα, γιατί πάλι δεν υπήρχε κανείς εκεί γύρω.
“Να εκεί κάτω δεξιά, λίγο πριν την γέφυρα. Σ’ αυτό έμπαινε ο Γιαννάκης μου και έπαιζε. Παρίστανε τον οδηγό του τρένου…”
Προσπάθησε να διατηρήσει την γαλήνη που του πρόσφερε το τοπίο. Κοίταξε το ρολόι του, έμενε μιάμιση ώρα για την πτήση της επιστροφής. Σε λίγο έπρεπε να εγκαταλείψει αυτήν την εμπειρία. Αλλιώς θα έμενε για πάντα στην δεκαετία του ’60 ή στο 1978, χρονιά της οριστικής εγκατάλειψης της επιχείρησης, τότε που αυτός ήταν στην Αθήνα δεκαπέντε χρονών…

 

 

 

Άγγελος Δ. Γέροντας
ιατρός-συγγραφέας
Κοσμήτορας Εθνικής Εταιρείας των Ελλήνων Λογοτεχνών

 

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.