You are currently viewing Άννα Πετρίδου: Ο ΚΑΡΕΚΛΑΣ

Άννα Πετρίδου: Ο ΚΑΡΕΚΛΑΣ

Δεν κάθισε ποτέ του σε καρέκλα

Έριχνε στην πλάτη τα ψαθιά και τα φαρδιά πολύχρωμα τέλια, ουράνιο τόξο η πλάτη του.

Άσπρα γένια, σαγιονάρες στα πόδια, δεν ξεχώριζες αν ήταν από λάσπη ή από πηλό.

Το παντελόνι με το ‘να μπατζάκι γυρισμένο  – τ’ άλλο ήταν φορές που περνούσε σχεδόν κάτω απ’ τη σαγιονάρα, πουκάμισο λευκό και φανέλα μάλλινη.

Έπαιρνε σβάρνα όλους τους δρόμους. Μύριζε ιδρώτα και στάχυ.

-Ο καρεκλάααααης, η φωνή του έμπαινε απ’ τα παραθύρια

…………………..

Στρωνόταν στην αυλή ή και μπροστά στις εξώπορτες

Έρχονταν κι από τα γειτονικά σπίτια με τις τρύπιες καρέκλες και τα καρεκλάκια τους.

Άπλωνε τα συγύρια του κι άρχιζε τη λεπτοδουλειά. Μέσα σε μια πάνινη τσάντα είχε τους κόφτες του και τα τσιγκέλια για τα τελειώματα. Αλλά πιο πολύ τα χέρια του δούλευαν και το μυαλό.

Η γλώσσα του έκοβε κι έλεγε ιστορίες από τον καταυλισμό και τραγούδια για την Άνοιξη

Με ταχυδακτυλουργικες κινήσεις έδινε στο κουφάρι της καρέκλας ζωή. Η μια ψάθινη, η άλλη από πλαστικό. Μεγάλη μαστοριά και δεν του έπαιρνε πολλή ώρα.

Τα μάζευε για να πάει παρακάτω, σ’ άλλο μαχαλά

………………

-Να, πάρε κι αυτά για τα παιδιά σου…

Ήξερε ο Γύφτος καλά την τέχνη κι ας κοιμόταν στο χώμα κι ας καθόταν στην πέτρα. Κρατάει ακόμη η γενιά του και βασιλεύει.

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.