You are currently viewing Ανθούλα Δανιήλ: Αννίτα Παναρέτου, Καλλίστη, Εκδ. Αλφειός, 2022

Ανθούλα Δανιήλ: Αννίτα Παναρέτου, Καλλίστη, Εκδ. Αλφειός, 2022

Ποιος βουρκωμένος ποταμός μας πήρε;

  Μείναμε στο βυθό.

  Τρέχει το ρέμα πάνω απ’ το κεφάλι μας

   Λυγίζει τ’ άναρθρα καλάμια·

 

   Οι φωνές

   κάτω απ’ την καστανιά γίναν χαλίκια

   και τα πετάνε τα παιδιά

                                 (Γιώργος Σεφέρης)

 

Λες και η μοίρα του τόπου αντέγραψε το ποίημα του Σεφέρη για να περιγράψει τη μοίρα του ανθρώπου. Λες και το ποτάμι που τρέχει και παρασύρει τα πάντα, το ποτάμι του χρόνου του Ηράκλειτου ή το άλλο που μεταφέρει τις ψυχές στον άλλο κόσμο, ο Αχέροντας κατά τη μυθολογία ή ο Ιλισσός κατά τον Πλάτωνα και τον Πωλ Βαλερύ, είναι ο Μόρνος. Η φύση έκανε την επανάστασή της και ανατρέποντας κάθε μεγάλο έργο των ανθρώπων δείχνει ποιος είναι ο ισχυρός.

Κι εδώ δεν πρόκειται για μύθο, αλλά για πραγματικότητα, την οποία είχαν την τύχη να δουν με τα ίδια τους τα μάτια άνθρωποι του σήμερα και όχι μια γιαγιά «μια φορά κι έναν καιρό», όπως στα παραμύθια. Χρονικογράφος αυτού του θαύματος ή αντιθαύματος γίνεται η Αννίτα Παναρέτου που παρακολουθεί και καταγράφει το φαινόμενο από το 1987, μια χρονιά μεγάλης ξηρασίας.

Το χωριό με το αρχαίο όνομα Κάλλιο (εκδημοτικισμένος τύπος του συγκριτικού βαθμού του επιθέτου καλός, καλλίων κάλλιστος), βούλιαξε στα νερά του ποταμού. Ο ποταμός το κατάπιε, όπως στην ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου, Το λιβάδι που δακρύζει, μόνο που σαν ήρθε η ξηρασία και τα νερά υποχώρησαν, το χωριό ξαναφάνηκε· αναδύθηκε. Μια φωτογραφία στην εφημερίδα -το ένα αντί του όλου- έδειχνε ένα σπίτι που «δεν φαινόταν ούτε καινούριο ούτε παλιό ούτε κατεστραμμένο». Και έχουν να λένε πως οι κάτοικοι πήγαιναν στο παλιό τους σπίτι και κάθονταν στις αυλές τους.

Το φθινόπωρο του 1993, μια φθαρμένη πινακίδα με την επιγραφή «Κάλλιον» (το ουδέτερο του παραπάνω επιθέτου) έδειχνε πια τον τόπο: ένα χωριό με σπίτια βουλιαγμένα ολότελα στο νερό, ενώ άλλων σπιτιών εξείχε μόνο η οροφή. Νομίζεις πως εδώ είχε τον νου του ο Σεφέρης και όχι στην «Α΄ Σαντορίνη», όταν μας πρότεινε:

Γράψε αν μπορείς στο τελευταίο σου όστρακο/ τη μέρα τ’ όνομα τον τόπο και ρίξε το στη θάλασσα για να βουλιάξει…

 

Η Παναρέτου σημειώνει τα δικά της «όστρακα», τα ρίχνει στο συρτάρι, τα ανασύρει το 2002, τα αναβαθμίζει σε νουβέλα και την νουβέλα  βαφτίζει  Καλλίστη.  Για να βγει όμως στην αγορά και να ποζάρει στις βιτρίνες των βιβλιοπωλείων χρειάστηκαν άλλα είκοσι χρόνια, ενώ και άλλες  μικροϊστορίες, ξηρασίες και πλημμύρες, στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό, συνέβαλαν στην ολοκλήρωση της. Ανάμεσα σ’ αυτές και η ταινία  του Σωτήρη Τσίγκανου και Jonian Bisai ΝΕΡΟΜΑΝΝΑ που με υποβρύχιες λήψεις μας έδειχνε πλάνα του βουλιαγμένου χωριού.

H Καλλίστη θα μπορούσε να είναι το πρώτο βιβλίο της Παναρέτου, όμως οι περιπέτειες της ανάδυσής της από τη μνήμη ή από την ψυχή στο χαρτί την έκαναν να είναι το δέκατο τέταρτο και τελείως άλλου ύφους από όλα τα άλλα. Ίσως, επειδή το πρώτο, γράφεται με την καρδιά, ενώ ο ορθολογισμός που φρενάρει τον αυθορμητισμό έρχεται μετά.

Οι κάτοικοι βασανισμένοι από τη θάλασσα, πρόσφυγες, που αλλάζουν τόπο, που ακόμα και οι νεκροί αλλάζουν τάφο, σαν εκείνους τους Παργινούς… με τα ιερά τους και την εικόνα του Άη Λια ξεκίνησαν, σαν τον Οδυσσέα μετά την Ιθάκη, για τόπο που οι άνθρωποι θα έβλεπαν το κουπί και δεν θα  γνώριζαν τι είναι. Δηλαδή δεν θα είχαν δει ποτέ τους θάλασσα. Έτσι, εκεί ψηλά στον Άη Λια, έστησαν τα σπίτια τους και τα πράγματά τους και τακτοποίησαν τη «στεφανοθήκη πάνω από το κρεβάτι, τη χύτρα στο τζάκι, τα γεννήματα στο κατώγι, τα χράμια στο μιντέρι, το σκαμνί στο παραγώνι». Κι εκεί  η ζωή ρίζωσε και πολλαπλασιάστηκε, αλλά και τα δεινά δυστυχώς επαναλήφθηκαν.

Η Παναρέτου γράφει με το φυσικό γεγονός μπροστά στα μάτια της, αλλά και με όλη την παράδοση στη σκέψη της. Η Καλλίστη δεν είναι απλώς ένα χωριό, είναι όλη η παλιά βουλιαγμένη ζωή μας, σαν τις «μεγάλες πέτρες» στα χέρια του Σεφέρη που βουλιάζουν και ο ίδιος μαζί τους ή,  όπως λέει  ο Πωλ Βαλερύ, όλα είναι χωρίς υπόσταση κι εμείς «είμαστε στη φαντασία ενός γραφιά» (Ευπαλίνος ή ο Αρχιτέκτων); Ωστόσο, η «φαντασία του γραφιά» είναι τόσο δημιουργική,  ικανή να ανασύρει ολόκληρο χωριό, όλο το ημιξεχασμένο παρελθόν, με όλα όσα το βοήθησαν να υπάρξει, οπότε αναδύεται και το ερώτημα μαζί με την Καλλίστη, μήπως αυτή η κατάδυση δεν είναι άλλο από μια στροφή στα ενδότερα της συνείδησης και ο ήρωας που παίζει ζάρια είναι ένας παίχτης του Χρόνου, το παιδί  του Ηράκλειτου που παίζει πεσσούς, διαγράφει την πορεία του,  πάνω – κάτω, επαναλαμβάνει τον αέναο κύκλο της ζωής με όλα όσα χτίζει και γκρεμίζει; Κοντά σ’ αυτά, μήπως εκεί σ’ αυτή την αέναη αλλαγή, εμφάνιση και εξαφάνιση, βρίσκεται η ουσία της ζωής, της εξέλιξής και της μεταμόρφωσής της;

Η Παναρέτου συγκρατημένα συγκινημένη αφηγείται όλα όσα αναδύθηκαν από τον βυθό σαν μικρά υποστυλώματα της μνήμης. Στην νουβέλα της δεν αναδύεται μόνο η Καλλίστη, οι  άνθρωποι αλλοτινών καιρών με τα σπίτια τους και τα πράγματά τους, αλλά και τα μικρά ηθογραφικά ή λαογραφικά ενθυμήματά τους και τα γλωσσικού πλούτου δείγματα, τα παιχνίδια με τα γράμματα και τους ήχους τους, που κουδουνίζουν και μας ξυπνάνε,  και μας στηρίζουν και μας ξαναθυμίζουν τον μεγάλο αλλά μη ανιχνεύσιμο σε πρώτο επίπεδο  πλούτο της ελληνικής παράδοσης, όπως εκείνο το «θα ’ρτει» του Σικελιανού που αναδύθηκε σαν από βουλιαγμένο πλοίο στην «Ιερά οδό», όπως οι «φυσαλίδες» που αναδύονται από τα βουλιαγμένα σπίτια της Καλλίστης και ανασαίνουν  σαν το βουλιαγμένο  Πιάνο βυθού του Γιάννη Βαρβέρη και ξεθυμαίνουν σαν τη νοσταλγία των Γενναίων του Οδυσσέα Ελύτη. Για «μηνύματα» μιλάει το βιβλίο.  Αυτά από τον βυθό και άλλα  από τον ουρανό, γιατί και «ο ήλιος έστελνε τα δικά του καλέσματα. Δεν είχε ξαναφανεί τόσο φως στην περιοχή…». «Ένας σταυρός, όρθιος και αμετακίνητος, παρέπεμπε στον Ιησού, περιπατούντα επί των υδάτων», μας λέει. Γιατί τα θαύματα γίνονται μέρα μεσημέρι, το τονίζει ο Ελύτης. Ο θεματικός πυρήνας της Καλλίστης είναι πυκνό υφαντό από χίλια νήματα που εκκινούν από τον Όμηρο και φτάνουν ως εμάς.

Ο Γιώργος Βέης, στο περιοδικό Χάρτης18, Ιούνιος 2018, στο κείμενό του «Η ανάδυση του ναού» κάνει λόγο για έναν ναό που βγαίνει από τα νερά και μαζί του και το ακέφαλο σώμα ενός Βούδα. «Ο ακέφαλος Βούδας υπαινίσσεται σταθερά την ελπίδα της όρασης», μας λέει ο Βέης, και αυτό συμβαίνει ανάλογα με την πλημμυρίδα και την αμπώτιδα.  Μικρός που είναι ο κόσμος φαίνεται να σιγοψιθυρίζει ο καθηγητής της Σύγχρονης Αγγλικής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο του Μπέρμιγχαμ David Logge. Ένας Γάλλος συγγραφέας πάλι, του 19ου αιώνα,  έλεγε πως το καμπαναριό ενός βουλιαγμένου ναού, χτυπούσε κάτω από τα νερά. Μα αυτό ακριβώς  συμβαίνει στο βουλιαγμένο από το 1950 Κουρόν,  ένα χωριό στη βόρεια Ιταλία, στις Άλπεις. Η καταβύθισή του στα νερά έγινε με τον ίδιο τρόπο όπως και η καταβύθιση της Καλλίστης!

Η φύση έχει τη δική της λογική και επιβάλει το δικό της δίκαιο,  κάνοντας νεύμα στο οφθαλμοφανές για να υποψιαστούμε το αφανές. Γιατί η Αννίτα Παναρέτου με τη νουβέλα της δεν στάθηκε στο πρώτο επίπεδο. Φαίνεται πως συνέλαβε την μεταφυσική διάσταση του φυσικού φαινομένου,  μεταβάλλοντας την περιπέτεια της Καλλίστης σε μια ιδιότυπη Νέκυια, την οποία κατέγραψε, μιμούμενη τον Όμηρο. Αν ο Οδυσσέας καταδύθηκε στον Άδη για να βρει τον μάντη  που θα του υποδείξει τον δρόμο του για την επιστροφή του στην πατρίδα, ο ήρωας της Παναρέτου θα μιλήσει με τους πεθαμένους και μέσω αυτού, η συγγραφέας κι εμείς θα έχουμε την ευκαιρία για μια προσωπική κατάδυση-ανάδυση.   «Κατάδυση στο υγρό στοιχείο», «Κατάδυση εντός», «Κατάδυση στο Επέκεινα», «Κατέρχεσαι …/ μόνος με την αλήθεια κατάματα να ετοιμάζει / την άνοδό σου στο Φως, λέει η ποιήτρια Χρύσα Αλεξοπούλου, στις δικές της Πορείες Κατάδυσης.

Η Αννίτα Παναρέτου με την Καλλίστη της εισέπραξε κάλλιστα την ευγνωμοσύνη μας για όσα ωραία «δικά μας συμπαθητικά» (δανείζομαι τη φράση του Καβάφη), μας θύμισε. Μεταβάλλοντας το πραγματικό γεγονός σε  αλληγορία μετέφερε το μήνυμα από μακριά που ξύπνησε τον κοιμισμένο ελέφαντα μέσα μας.  Ο επίλογος της νουβέλας είναι η ελπιδοφόρα διπλή κατάφαση:  «ναι» «ΝΑΙ!» και η καταληκτική φράση «Καλά είμαι. Καλά… Καλά!…»,  κι εμείς καλύτερα, όπως έλεγαν παλιά τα παραμύθια, αφού κάθε καλό βιβλίο είναι μια ψηφίδα που εμπλουτίζει το πνευματικό και ψυχολογικό έρμα μέσα μας.

 

Ανθούλα Δανιήλ

 

YΓ. Και τα θαύματα συνεχίζονται.  Όταν έστειλα το κείμενο για δημοσίευση στην  Παυλίνα Παμπούδη, εκείνη με ενημέρωσε ότι περί το 1990 την  είχε πάρει ο κοινοτάρχης ενός χωριού του Μόρνου να την  ευχαριστήσει διότι χάρη στο κείμενό της είχε καταφέρει να δρομολογήσει ανασκαφές στον τόπο του – και να αποκαλυφθούν τα λείψανα του αρχαίου Καλλίου!!!
Ήταν η μόνη, λέει, αρχαιολόγος που είχε τοποθετήσει τη θέση του αρχαίου Καλλίου σωστά! Όλοι οι άλλοι (συμπεριλαμβανομένου και του Παυσανία) την τοποθετούσαν λάθος., από την άλλη όχθη του Μόρνου…
Η Παυλίνα Παμπούδη, το 1970, φοιτήτρια ακόμα,  είχε γράψει το μπεστ σέλλερ της  “Οδικόν δίκτυον Ελλάδος” προς βιοπορισμόν, με πλούσιες αναφορές σε σημεία αρχαιολογικού ενδιαφέροντος!!! Προφανώς, είχε από τότε ποιητικές επιφοιτήσεις!
Α.Δ.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.