H Γεωργία Κοκκινογένη είναι κλασική φιλόλογος με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις ανθρωπολογικές σπουδές. Γεννήθηκε και υπηρετεί στη Δευτεροβάθμια εκπαίδευση στη Λέσβο. Οι φιλολογικές και ανθρωπολογικές μελέτες της βρίσκουν στέγη στο περιοδικό Αιολικά Χρονικά. Οι Ιστορίες του Φεγγαριού είναι το πρώτο της βιβλίο και είναι προφανές το θέμα της που πήρε δημοσιότητα στις μέρες μας και που ανήκει στο ειδικό ενδιαφέρον της∙ η θέση της γυναίκας στην κοινωνία.
Κατ’ αρχάς, η ονομάτων επίσκεψις θα μας θυμίσει ότι το φεγγάρι και οι επαναφορές του, από αρχής κόσμου, συνδεόταν με τη θηλύτητα και τις δικές της επαναφορές.
Ο ήλιος και το φεγγάρι ορίζουν τη μέρα και τη νύχτα, συμβολίζουν τον άντρα και την γυναίκα. Και αφού η σελήνη παίρνει φως από τον ήλιο, το χάνει μόλις εκείνος ανεβαίνει. Στην κοινωνική πραγματικότητα, η γυναίκα έχει αξία σαν πράγμα, res. Να θυμίσουμε ακόμα ότι η σελήνη είναι για τους ρομαντικούς ό,τι ο ήλιος για τους υπερρεαλιστές. Εν ολίγοις τα θαύματα γίνονται τη νύχτα με φεγγάρι, αλλά για τον Ελύτη (που κατάγεται από τη Λέσβο) συμβαίνουν και το καταμεσήμερο,με τον ήλιο κάθετο. Κι εδώ θα πρέπει να διευκρινίσουμε ότι τα θαύματα του Ελύτη αποσκοπούν στη φανέρωση του θαυμαστού μέσα στη φύση και στο ανθρώπινο πνεύμα, ενώ οι Ιστορίες του φεγγαριού, δηλαδή οι ιστορίες των γυναικών είναι πικρές, οι περισσότερες, κατάλοιπα παλιάς αυστηρής και απάνθρωπης ανδροκρατίας, κατά κανόνα. Αλλιώς, κοινωνικά αντιθαύματα.
Στα ποικίλα παραδείγματα, τα οποία παραθέτει η Κοκκινογένη, θα δούμε τη «μοίρα» του κοριτσιού που για να παντρευτεί σε αντικείμενο σκληρής οικονομικής συναλλαγής. Η πλούσια, νέα και όμορφη δεν δυσκολεύτηκε . Η φτωχή, ασχημούλα και «μεγάλη» «βαρυπάτησε» στο προξενιό.
Γυναίκα, μητέρα, σύζυγος, κόρη, αδελφή ήταν πάντα αντικείμενο εκμετάλλευσης· από τον σύζυγο και αφού μεγαλώσει παιδιά, θα γηροκομήσει γονείς και πεθερικά, και θα ξανανταντεύσει τα παιδιά των παιδιών της, δουλεύοντας συγχρόνως. Ας ξαναθυμηθούμε την περίπτωση της Θεια-Χαδούλας του Παπαδιαμάντη. Στα διηγήματα της Κοκκινογένη δεν φτάνουμε πάντα στα προαναφερθέντα γιατί αλλού στρέφεται ο φακός.
Ο γάμος είναι κοινωνικό γεγονός και γίνεται μόνο με προξενιό. Οι έρωτες δεν ευδοκιμούν. Ευδοκιμεί όμως η συναλλαγή. Το κορίτσι παζαρεύεται σαν «γελάδα».
«Το φεγγάρι φέρνει στο νου μας ιστορίες μακρινές, καιρούς αλλοτινούς, σκέψεις αλλιώτικες… Ζωές άλλες, που πέρασαν και θα περάσουν. Άλλα νοήματα κι άλλες ελπίδες υπενθυμίζει το πέρασμά του», γράφει η Κοκκινογένη. Για «άλλα νοήματα κι άλλες ελπίδες», κάνει λόγο ο Γιώργος Σεφέρης αλλά μιλά για το αλφαβητάρι των άστρων («Τελευταίος σταθμός») και δεν εμπιστεύεται το φεγγάρι «που όλα τα αλλάζει» («Ελένη»). Τελικά, όμως η αλλαγή είναι ούτως ή άλλως νόμος της ζωής.
Στο πρώτο διήγημα, μήλον της έριδος είναι η Ασπασία, λογοδοσμένη από το Δημοτικό με τον Θοδωρή. Ο φιλόδοξος γαμπρός όμως ο Σάββας μέσω του γάμου και της προίκας προσβλέπει στην κοινωνική του αναβάθμιση. Αν δεν έχει ελπίδα με το προξενιό, τότε το καταφέρνει με την αρπαγή.
Όρμησε με την παρέα του, άστραψαν τα μαχαίρια, προσπάθησε να ξεφύγει το κορίτσι, αλλά ένας «Την έπιασε από τη μακριά πλεξούδα και την έσερνε στη γειτονιά… Ο Σάββας την παίρνει σε άλογο και καλπάζει για τη Στύψη….Ύστερα από δεκαεφτά μέρες στη Στύψη με τον Σάββα, δεν είχε μάτια να δει τον κόσμο. Έπρεπε να τον στεφανωθεί να γλιτώσει τη ντροπή».Ο Σάββας πέτυχε τον στόχο του και αναβαθμίστηκε κοινωνικά. Παραμένει η λεπτομέρεια: «Την έπιασε από τη μακριά πλεξούδα και την έσερνε στη γειτονιά». Τα χρόνια πέρασαν. Η Ασπασία στα 93 της πια, φιλοσοφεί πάνω στα ανθρώπινα ή μάλλον στα γυναικεία: «Ποτέ να μην ξπας» (ξιπάζεσαι) «και ποτέ να μην απελπίζεσαι»…
Η Διαμάντη, όνομα και πράμα, αφού την παζάρεψαν σαν «φοράδα» δόθηκε από τον πατέρα της στον γαμπρό.
«Το δόσιμο της γυναίκας από πατέρα σε γιο ή από αδερφό σε γιο είναι κανάλι κοινωνικής κινητικότητας», λέει ο Κλωντ Λέβι Στρως για τις κοινωνίες του 20ου αιώνα και μας το θυμίζει η Κοκκινογένη, καθώς «και ότι ο γάμος είναι στρατηγική κοινωνικής ανέλιξης»… Τελικά και «η Διαμάντη που πέθανε στην πρώτη γέννα και η κόρη της που πέθανε από έρωτα είναι αντικείμενα συναλλαγής, όπως αντικείμενα συναλλαγής είναι και τα προϊόντα στην αγορά».
Στο διήγημα «Το γλέντι» (για τον γάμο), όλα γίνονται όπως επιβάλλει η μόδα. Ο χώρος, ο στολισμός, ο μπουφές, το κρασί, η μουσική, ο χορός. Όμως πουθενά δεν γίνεται λόγος για ανθρώπους, για νύφη και γαμπρό. Μόνο για ό,τι φαντάζει∙ «Η επιφάνεια δεν είναι κοινωνικό ζητούμενο;». Συχνά είναι οι συμφορές που έρχονται και σε βρίσκουν και ακυρώνουν τα σχέδια, όπως η αρρώστια ή η φωτιά ή η αμυαλιά.
Είναι και εκείνος, ας πούμε, ο Μ. που έβλεπε τα θηλυκά του σπιτιού, τις αδελφές του δηλαδή «βάρος για τον πατέρα, μπελάς για τα μάνα, ενόχληση για τον ίδιο. Έπρεπε να δουλεύουν ολημερίς με σκυμμένο το κεφάλι…», οι «χαμαλίκες», έτσι τις έλεγε…
Ένας άλλος γαμπρός, από την Αυστραλία ήθελε να εξασφαλίσει την προίκα μέχρι και τα σύκα της συκιάς. Το προξενιό χαλάει. «Άλλον θα πάρουμε», λέει η μάνα… Το κορίτσι κανένας δεν το ρωτάει.
Τα πράγματα αλλάζουν. Τα διηγήματα αποκτούν αστικό χαρακτήρα. Η κοπέλα δεν είναι ταλαντούχα στα εργόχειρα, π.χ. είναι δακτυλογράφος. Κατοικεί στην Αθήνα και στα πέριξ, μένει σε διαμέρισμα, κάνει τη ζωή της ή την ξοδεύει και τη χάνει. Τελικά δεν υπάρχει φως πουθενά; Υπάρχει. Είναι και η φοιτήτρια στα Ιωάννινα που σπουδάζει Φιλολογία και έχει τα ειδικά της ενδιαφέροντα, αλλά είναι και η σπιτονοικοκυρά, παρατημένη από τον σύζυγο, σχεδόν τρελή, που κάθε μέρα λέει τη φοιτήτρια τον πόνο της. Κάπου έπρεπε να τα πει. Η σπιτονοικοκυρά κατέληξε σαν τον Βιζυηνό στο ψυχιατρικό τμήμα του Χατζηκώστα, λέει η φοιτήτρια που διαβάζει λογοτεχνία .
Το θέμα γίνεται ενδιαφέρον όταν στις πανεπιστημιακές αίθουσες κάνει την εμφάνισή της μια κομψή Ρωσίδα, που παντρεύτηκε Έλληνα και διδάσκει Ποίηση. Δύσκολη στο μάθημα και στη βαθμολογία. Η ανάμνηση της «ωραίας», με τον κότσο σφιχτό σαν της μπαλαρίνας και τη σφιχτή συμπεριφορά «υψηλές απαιτήσεις στο γραπτό, αποτυχία στις εξεταστικές, ευκολία απόρριψης»∙ η Σόνια Ιλίνσκαγια… (Κόμιζε ύφος κομισάριου, το σχόλιο δικό μου, διότι και εδώ ισχύει το πες μου την παρέα σου ή μάλλον την πατρίδα σου- να σου πω ποιος είσαι και κυρίως γιατί συμπεριφέρεσαι έτσι…). Ωστόσο, ήταν εκείνη που γνώρισε τους Έλληνες ποιητές στη Ρωσία∙ τον Ρίτσο, τον Λειβαδίτη, κυρίως τον Καβάφη. Η Μοίρα μιας γενιάς το σημαντικότερο έργο της.
Το άλλο παράδειγμα είναι εκείνης που όλα τα έχει κι εκείνος είναι καλός κι ευγενικός. Έστησαν ωραίο, γουστόζικο και φινετσάτο το σπίτι τους για να ζήσουν ευτυχισμένοι. Όμως η ζηλιάρα και επαρχιώτισσα μητέρας του, κατάπιε την προσωπικότητα του γιου και τον εξαφάνισε. Η ταλαντούχα νύφη φόρτωσε και πάλι τα κολλαριστά προικιά της, τα πτυχία της και τα βιβλία της και τα μετέφερε εκεί από όπου είχαν ξεκινήσει με την προσμονή μιας ευτυχίας που δεν ήρθε.
Και από το ένα στο άλλο διήγημα, το κλίμα αλλάζει, αν και η μοίρα δεν αλλάζει πάντα και κατακορύφως, αλλάζει όμως κλιμακωτά, γιατί η συγγραφέας περνάει από τη σκληρή οπισθοδρομική πραγματικότητα στην, ας πούμε, μεταφυσική με το παράδειγμα της Φραντσέσκας, την οποία θέλει νεράιδα που «σφουγγαρίζει τη μέρα τη σκάλα, ενώ τα βράδια βουτά τους αστραγάλους της σε παγωμένα νερά ποταμών, εκεί που ζουν οι νεράιδες –αν υπάρχουν».
Η καθηγήτρια που θρηνεί γιατί ζει μακριά από τα παιδιά της, θα πάρει την επιθυμητή μετάθεση και θα φύγει χαρούμενη με τα κλαρωτά φορέματά της. Η άλλη που χόρευε σαν χορεύτρια, δίνει ώθηση με τον χορό της και «ένα, δύο, τρία, τέσσερα. Με το νου βρίσκεις το θεό», λέει… Κάπως έτσι δεν το έλεγε και ο Νίτσε;
Ναι, η Γεωργία Κοκκινογένη έκανε τον κύκλο, έδωσε με μεγάλη παραστατικότητα και θεατρικότητα την κάθε ξεχωριστή περίσταση, με σημασία στη λεπτομέρεια, στην κίνηση και στη σκιαγράφηση των χαρακτήρων. Συχνά ο λόγος ήταν ποιητικός και υπαινικτικός και δραματικός και πάντοτε κριτικός. Η ομορφιά και το ταλέντο, η καθαρή ψυχή και η αγνότητα δεν βρήκαν πάντα εύφορο έδαφος για να ανθίσουν, ωστόσο δεν χάθηκε τελείως η ελπίδα. Η κλίμακα, αν και ξεκίνησε δυσοίωνα, ευτυχώς έριξε φως και άφησε χώρο στην ανθρωπιά. Η συγγραφέας αξιοποίησε την εμπειρία και τη γνώση, πρόσθεσε πολλά, υποθέτω, βιωματικά στοιχεία και έπλεξε το πρώτο της βιβλίο, κοινωνική μαρτυρία, μελέτη και σχόλιο: Η θέση της γυναίκας άλλοτε και τώρα.
Ας κρατήσουμε το καλύτερο: η παιδεία είναι μέγα αγαθό, απαλλάσσει τους παλαιότερους από τον αυταρχισμό τους και βοηθάει τις κοινωνικές εξελίξεις.
Ανθούλα Δανιήλ
