You are currently viewing Ανθούλα Δανιήλ: Η αγριόπαπια του Ερρίκου ΄Ιψεν στο θέατρο ΕΚΑΤΗ σε σκηνοθεσία Βαλεντίνης Λουρμπά

Ανθούλα Δανιήλ: Η αγριόπαπια του Ερρίκου ΄Ιψεν στο θέατρο ΕΚΑΤΗ σε σκηνοθεσία Βαλεντίνης Λουρμπά

Μας χωρίζουν σχεδόν 120 χρόνια από τον θάνατο του Νορβηγού Ερρίκου Ίψεν  (1828-1906) και όμως τα έργα του δεν έπαψαν ποτέ να παίζονται πάντα με επιτυχία και θαυμασμό για τις αθάνατες ιδέες τους.

Ο Ίψεν ήταν από τους ιδρυτές του μοντερνισμού, πατέρας του ρεαλισμού, ο πιο πολυπαιγμένος μετά τον Σαίξπηρ και ο πιο μεγάλος του 19ου αιώνα ανάμεσα στους πιο διακεκριμένους της Ευρώπης. Επηρέασε σχεδόν όλους τους σπουδαίους  σε Ευρώπη και Αμερική. Μετά τους αρχαίους τραγικούς και τον Σαίξπηρ ίσως είναι ο επόμενος στη σειρά που παίζεται και ξαναπαίζεται στην Ελλάδα και το κοινό τρέχει πάντα να τον δει.

Ο Ίψεν είχε ως πρότυπο την οικογένειά του για τα έργα του, μια οικογένεια με πάρα πολλά προβλήματα, από όπου πήρε χαρακτηριστικά για τους ήρωές του επιβεβαιώνοντας το πόσο πολύ η τέχνη και η πραγματικότητα  δεν είναι απλώς συγκοινωνούντα δοχεία αλλά σχεδόν ταυτίζονται. Κυρίως τον ενδιέφεραν οι γυναίκες που καταπιέζονταν,  με τη σκέψη στη μητέρα του. Ο Ίψεν στα 18 του απέκτησε ένα εξώγαμο παιδί, το οποίο αναγνώρισε αλλά δεν γνώρισε ποτέ, οπότε και το ευαίσθητο θέμα του παιδιού εμφανίζεται στα έργα του, όπως και στην «Αγριόπαπια».

Η «Αγριόπαπια» γράφτηκε το 1884 και είναι ίσως το καλύτερο της φωτεινής του περιόδου, ένα έργο χωρίς ιδανικούς ήρωες, αλλά απλούς καθημερινούς ανθρώπους με αδυναμίες, κενές φιλοδοξίες και ανομολόγητα μυστικά στην ψυχή τους. Λένε πως είναι ένα σύμβολο του ίδιου του Ίψεν που δεν αντέχει τον κόσμο ή της πληγωμένης αλήθειας που ζει κρυμμένη στα σκοτάδια.

Στο έργο, η  αγριόπαπια, ένα άγριο πουλί που δεν μπορεί να πετάξει γιατί είναι πληγωμένη, ζει μαζί με τα οικόσιτα, σε ένα δωμάτιο του σπιτιού.  Οι άνθρωποι που τη φιλοξενούν ελπίζουν πως θα συνηθίσει.

Η οικογένεια αποτελείται από τον Γιάλμαρ που είναι παντρεμένος με τη Γκίνα, η οποία υπήρξε υπηρέτρια σε ένα πλουσιόσπιτο, και έχουν μια κόρη, την Έντβιγκ που θεωρεί δική της την αγριόπαπια, την υπεραγαπά και τη φροντίζει.   Το σπίτι περνάει οικονομικές δυσκολίες, ο Γιάλμαρ δεν βγάζει χρήματα, αλλά η σύζυγός του τα καταφέρνει με πολλές οικονομίες και όλα πάνε καλά μέχρις όπου εμφανίζεται ένας νέος άνδρας, ο Γκρέγκερς Βέρλε, που θέλει καλά και σώνει να φέρει στο φως την κρυμμένη αλήθεια, γιατί αυτή πρέπει να βρίσκεται στη βάση κάθε οικογένειας.

Συγκεκριμένα, θέλει να φανερώσει ότι η σύζυγος υπήρξε ερωμένη του πλούσιου κυρίου της και πατέρα του και ότι η κόρη της είναι κόρη εκείνου. Έτσι εξηγούνται και κάποια δώρα στην κόρη ή στον παππού εκ μέρους του πλούσιου Βέρλε. Ο σύζυγος δεν ξέρει βεβαίως τίποτα.   Όταν όμως το μαθαίνει, αλλάζει στάση, φεύγει από το σπίτι και δεν θέλει να έχει καμία σχέση με τη μάνα και την κόρη. Η Γκίνα υποφέρει ξέροντας, αλλά η Έντβικ που δεν ξέρει  και δεν καταλαβαίνει αυτή την ξαφνική αλλαγή, καταρρέει και, με την παρότρυνση του  Βέρλε, αποφασίζει να σκοτώσει την πληγωμένη «αγριόπαπια», για να αποδείξει την αγάπη της στον μπαμπά της, θυσιάζοντας ό,τι υπεραγαπά. Μόνο που η Έντβιγκ δεν θα σκοτώσει την αγριόπαπια· θα προτιμήσει αλλιώς να αποδείξει ότι αγαπά τον μπαμπά της.

Στο έργο συγκρούεται ο Γκρέγκερς, ο οπαδός της απόλυτης αλήθειας που  ακούει τις «κλήσεις του ιδανικού», της «ειλικρινίτιδας», όπως λέει ο γιατρός Ρέλλιγκ, ο οποίος, αντιθέτως είναι οπαδός του «Ζωτικού ψεύδους». Ο Βέρλε θα πετύχει να κάνει την οικογένεια άνω κάτω, τον φαινομενικό παράδεισο κόλαση, αλλά στο τέλος θα επιχειρηθεί η σύγκλιση.  Ο Ίψεν όμως δεν αρέσκεται σε χάπι εντ, έτσι ο αναγνώστης θα βρεθεί μπροστά σε ένα πολύπλοκο, σύνθετο και δυσερμήνευτο έργο. Δεν είναι τυχαίο πως ο «γιατρός» προσπαθεί να θεραπεύσει κάθε ασθένεια, όχι μόνο του σώματος αλλά και του πνεύματος, και γι’ αυτό αφήνει τον «ασθενή» του στην αυταπάτη του, προτείνοντας τρόπους –την εφεύρεση του Γιάλμαρ π.χ.- για να κάνει τη ζωή του ενδιαφέρουσα, αν  και δεν πιστεύει σ’ αυτήν, είναι όμως ένα κίνητρο για ζωή. Αντιθέτως, ο  Βέρλε επιμένει πως η αλήθεια πρέπει να αποκαλύπτεται με κάθε κόστος.  Οι άνθρωποι όμως είναι κοινοί θνητοί· δεν είναι πλασμένοι για τις μεγάλες ιδέες, δεν τις αντέχουν στην καθημερινή φαινομενικά απλή, αλλά στην ουσία, πολύπλοκη ζωή τους…

Η Βαλεντίνη Λουρμπά καθοδήγησε πολύ σωστά τους ηθοποιούς της, οι οποίοι σταδιακά μας αποκάλυψαν τον αληθινό χαρακτήρα που υποδύθηκαν. Όλοι μέσα στην πλάνη τους. Ο παππούς που πυροβολούσε κουνέλια και κότες με την ιδέα ότι κάνει κυνήγι λιονταριού. Ο σύζυγος που δούλευε ή δεν δούλευε, πάνω σε μια ανύπαρκτη εφεύρεση, ο γιατρός που τον ενθάρρυνε ενώ ήξερε πως τίποτα δεν έκανε, η μητέρα που ξέρει αλλά δεν τολμά να πει τα μυστικά της, η κόρη που δεν ξέρει και δεν  αντέχει την απόρριψη. Όλοι μπλεγμένοι σε ένα δίχτυ της μοίρας τους, από το οποίο θα βγούνε φωτισμένοι, αλλά και βαθιά πληγωμένοι

Η Λήδα Χατζηδημητρίου απέδωσε συγκινητικά, στην αρχή, την αθώα κόρη, που αγαπά τους γονείς και πάρα πολύ τον πατέρα της και σπαρακτικά, στο τέλος, όταν δεν μπορεί  να εξηγήσει την αλλαγή της συμπεριφοράς του. Είναι τραγικό θύμα η ίδια όταν αποφασίζει τελικά να θυσιάσει την αγριόπαπια,  η αθώα του αίματος τούτου.

Η Όλγα Μουργελά, πίσω από τον ρόλο της αφοσιωμένης συζύγου και μητέρας, με μια βαθιά πληγή στο βάθος της ψυχής της, αγωνίζεται να αποφύγει τις αποκαλύψεις, αλλά τελικά δεν τα καταφέρνει και η αλήθεια θα φέρει τη συμφορά. Η πιο τραγική στιγμή της είναι η ομολογία ότι δεν ξέρει αν η κόρη της είναι παιδί του αφεντικού ή του συζύγου της. Ο πατέρας Γιάλμαρ, Μάνος Χατζηγεωργίου, αφημένος στην αυταπάτη του, στη φιλοδοξία του, στο ανέφικτο όνειρό του, εν ολίγοις, θα πέσει με πολύ θόρυβο από τον ουρανό της άγνοιάς του στη γη, θα έχει δίκιο αλλά θα γίνει άδικος και σκληρός και θα είναι πολύ αργά όταν θα μεταμεληθεί.

Ο γιατρός Ρέλλιγκ, Χάρης Λογγαράκης, άνετος με όλη τη γνώση κρυμμένη, μοιάζει σαν να πιστεύει βαθιά στο «μακάριοι οι μη ειδότες» ή αλλιώς μοιάζει με σοφιστή που βλέπει κάθε πλευράς το δίκιο ή το άδικο. Γνωρίζει τα πράγματα και ξέρει ότι απόλυτο δίκιο δεν υπάρχει ούτε απόλυτη αδικία. Στη δεύτερη εκδοχή του (παίζει και τον ρόλο του παππού) ζει την έσχατη ευκαιρία της αυταπάτης του.

Άφησα τελευταίο τον καταλύτη, Μιχαήλ Άγγελο Δρόσο, ως  Γκέγκερς που εισέβαλε σε ένα σπίτι για να το φωτίσει με το φως του εωσφόρου. Το αγαλματένιο και σχεδόν ανέκφραστο πρόσωπό του, συχνά, λόγω του φωτισμού, έδινε την εντύπωση πως είναι άγγελος του θανάτου. Είναι ο γιος  που βρίσκεται σε σύγκρουση με τον πατέρα και ήρθε από μακριά για να δείξει στους ανθρώπους την αλήθεια. Η περίσταση  όλη υποβάλλει την αίσθηση μιας άδηλης θρησκευτικότητας, χριστιανικότητας, αν μάλιστα υπολογίσουμε πως η χριστιανική θρησκεία διδάσκει την ελπίδα και την αγάπη, με όποια σημαινόμενα έχει αυτή η περίπτωση.

Οι καιρικές συνθήκες, κρύο, χιόνι, βουνά, αέρας, επανωφόρια, κασκόλ, σκούφιες, εσάρπες, καπέλα, κοστούμια σύνεργα της θεατρικής σύμβασης. Το σκηνικό με τα έπιπλά του, το τραπέζι στο κέντρο, όπου τρώνε, κάθονται, εργάζονται. Πάνω σ’ αυτό το τραπέζι παίζονται τα πάντα.

Η μουσική, το γνωστό Ρέκβιεμ του Μότσαρτ, και οι μεταλλικοί, μερικές φορές, φωτισμοί έδιναν μια εικόνα μεταφυσικής, ενώ άλλοτε το τεχνητά φυσικό φως έδινε τις στιγμές της αγωνίας ή της άγνοιας μέσα στο σπίτι.

Τα αθάνατα κλασικά έργα, δεν χάνουν ποτέ την επικαιρότητά τους και το μεγαλείο ανήκει στη ζωή και ό,τι την προωθεί. Η αλήθεια  που σκοτώνει δεν είναι αρετή αλλά μέγα λάθος. Ωστόσο, παραμένουμε με την απορία για το τι πραγματικά ήθελε να μας πει ο Ό Ιψεν ή τι μας έβαλε στο νου να σκεφτούμε μόνοι μας.

Εκείνο που πρέπει να τονίσουμε με έμφαση είναι ότι η Βαλεντίνη Λουρμπά, δοκιμασμένη ήδη και επιτυχημένη πολλά χρόνια στο κλασικό θέατρο, σέβεται τα μεγάλα έργα με τα οποία καταπιάνεται. Δεν τα αλλάζει, δεν προσπαθεί να υποκαταστήσει τον μεγάλο συγγραφέα, αλλά να τον καταλάβει και να τον ερμηνεύσει, όσο είναι δυνατόν. Την ενδιαφέρει να αναδείξει τις αξίες που ο συγγραφέας προβάλει μέσα στο έργο του. Κάθε προσπάθειά της είναι ένα βήμα προς αυτή την κατεύθυνση της τελείωσης. Γι’ αυτή τη σοβαρή και σταθερή στάση της απέναντι στο μεγάλο κλασικό έργο είναι αξιέπαινη και το αποτέλεσμα φάνηκε στο κοινό -που γέμισε, όπως πάντα άλλωστε, το θέατρό της-, στην κρατημένη ανάσα του και στη συγκρατημένη του συγκίνηση. Της αξίζει ένα πολύ μεγάλο και θερμό χειροκρότημα.

Ανθούλα Δανιήλ

 

 

 

Συντελεστές:

Μετάφραση, ελεύθερη απόδοση και προσαρμογή: Θίασος Λεπτουργείον

Σκηνοθεσία: Βαλεντίνη Λουρμπά

Βοηθός σκηνοθέτη: Λήδα Χατζηδημητρίου

Ηθοποιοί:

Μιχαήλ Άγγελος Δρόσος

Χάρης Λογγαράκης

Όλγα Μουργελά

Μάνος Χατζηγεωργίου

Λήδα Χατζηδημητρίου

Μουσική επιμέλεια: Σωτήρης Λούπας

Σκηνογραφία- Ενδυματολογία: Vol de Lou

Εκτέλεση Κοστουμιών: Vonia Alexadrova

Φωτισμοί, Φωτογραφία: Αντώνης Συμεωνάκης

Δημόσιες σχέσεις: Θέατρο Εκάτη

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.