Ο Διονύσιος Λαυράγκας (1860-1941) μέγας μουσουργός του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα, θεωρούσε ότι η Διδώ ήταν το καλύτερό του έργο γι’ αυτό έδωσε το όνομα της και στην κόρη του. Υπήρξε ένας από τους συνθέτες και αρχιμουσικούς, του οποίου το έργο σηματοδοτεί το μουσικό άνοιγμα της επτανησιακής παράδοσης σε ευρύτερους ευρωπαϊκούς ορίζοντες και τη μετάβαση από την Επτανησιακή στην Εθνική σχολή της ελληνικής μουσικής. Είναι αυτός που ίδρυσε και διηύθυνε το «Ελληνικό Μελόδραμα», του πρώτου συγκροτημένου οργανισμού λυρικής τέχνης στην Ελλάδα, που αν και ιδιωτική πρωτοβουλία, αναγνωρίζεται ιστορικά ως θεσμός, πρόδρομος της Εθνικής Λυρικής Σκηνής.
Η Διδώ είναι μία λυρική όπερα, έργο πολύ σημαντικό της Επτανησιακής Σχολής και της ελληνικής μουσικής κληρονομιάς, που συνδυάζει την τραγωδία με τη μεγαλοπρέπεια της όπερας. Η ατυχία του ήταν να μείνει στην αφάνεια πάρα πολλά χρόνια. Τώρα, μετά από 100 χρόνια, παίζεται σε πρώτη ολοκληρωμένη εκτέλεση. Αισθητικά κινείται ανάμεσα στον ιταλικό λυρισμό, το γαλλικό λυρικό δράμα και έναν ιδιότυπο αρχαϊσμό, εμποτισμένο με στοιχεία της ελληνικής μουσικής παράδοσης. Η ιστορία των παραστάσεών της είναι αρκετά μεγάλη. Παίχτηκε το 1909, το 1930, το 1932, 1950, 1952, 1992. Για πρώτη φορά όμως ολόκληρη μετά από 100 χρόνια.
Ο Λαυράγκας επεξεργάστηκε τη Διδώ από το 1906-1909. Το λιμπρέτο συνέθεσε ο Πολύβιος Δημητρακόπουλος (ή Πωλ Αρκάς, 1864-1922), ο οποίος μετέπλασε ένα επεισόδιο από το έπος της Ανειάδας του Βιργιλίου, έπος αντίστοιχο της Ιλιάδας και της Οδύσσειας του Ομήρου και συγκεκριμένα τη συνάντηση του Τρώα ήρωα Αινεία με την Διδώ βασίλισσα της Καρχηδόνας. Σύμφωνα με τον Βιργίλιο, όταν καταστράφηκε η Τροία από τους Αχαιούς, ο Αινείας, λόγω του ηθικού και έντιμου χαρακτήρα του, τιμήθηκε από τους κατακτητές και του επετράπη να φύγει από τη χώρα, παίρνοντας μαζί του ό,τι πολυτιμότερο είχε. Εκείνος πήρε στις πλάτες του τον πατέρα του και τον μικρό του γιο Ασκάνιο από το χέρι για να ψάξει και να βρει νέα πατρίδα.
Το ταξίδι του θα τον οδηγήσει στο Λάτιο, όπου θα ιδρυθεί η Ρώμη. Πριν όμως φτάσει εκεί, η μοίρα του θα τον φέρει στην Καρχηδόνα, όπου θα συναντήσει την βασίλισσα Διδώ (Ραψ. Α΄) και θα ερωτευθούν. Η μοίρα του, ωστόσο, που εξακολουθεί να τον κατατρέχει και οι μηχανορραφίες των θεών, θα τον αναγκάσουν να φύγει. Τότε η Διδώ αποφασίζει να αυτοκτονήσει (Ραψ. Δ΄), νομίζοντας πως ο Αινείας την εγκαταλείπει, επειδή δεν την αγαπά πια. «Θα πεθάνω χωρίς εκδίκηση, αλλά ας πεθάνω» και εκείνος «απ’ το πέλαγος ας βλέπει τη φωτιά της πυράς μου, και ας φέρει μαζί του τους οιωνούς του θανάτου μου», είπε και «έπεσε πάνω στο ξίφος που άφριζε από το αίμα της», το ξίφος που εκείνος της είχε χαρίσει. Αυτά μας αφηγείται ο Βιργίλιος στην Αινειάδα του.
Η Διδώ είναι μια όπερα για μεγάλη ορχήστρα και απαιτεί πλούσια σκηνικά, όπως και η ανάλογή της – Διδώ και Αινείας- του Henry Purcell (1659-1695), το σημαντικότερο έργο του μεγάλου Άγγλου μουσικού που θεωρείται ο καλύτερος της εποχής του Μπαρόκ. Η Διδώ του Λαυράγκα όμως δεν ευτύχησε μιας οπερατικής εμφάνισης, αλλά μιας κορτσεντάντε, συναυλιακής εκδοχής. Έστω, είχαμε τη χαρά να την ακούσουμε μόνο, αλλά και να απολαύσουμε τους καλλιτέχνες και την ορχήστρα δια ζώσης.
Η εκδήλωση ήταν συγκινητική. Η Σοφία Κυανίδου με την εντυπωσιακή ενδυμασία ως Διδώ, κεντρικό τραγικό πρόσωπα και οι άλλοι οι επιβλητικοί επί σκηνής καλλιτέχνες , Αναστασία Ευδαίμων, Φίλιππος Μοδινός, Γιάννης Σελητσανιώτης, Χριστόφορος Σταμπόγλης, Χρήστος Ραμμόπουλος, πάντα με τη δυναμική και ορμητική Διεύθυνση του καταξιωμένου Βύρωνα Φιδετζή, μας προσέφεραν μια μεγάλη εμπειρία και ευκαιρία για πνευματική συγκίνηση.
*
1.Tο πρωτογενές μουσικό υλικό φυλάσσεται στο Κέντρο Ερευνών και Τεκμηρίωσης του Ωδείου Αθηνών.
- Η Διδώ ηχογραφήθηκε από τη Φιλαρμόνια Ορχήστρα Αθηνών για την εταιρία MelismRecords. Αποτελεί την πρώτη κυκλοφορία ελληνικής όπερας μεγάλων διαστάσεων εξολοκλήρου ηχογραφημένη από ελληνική ορχήστρα και τραγουδιστές. Πρόκειται για μία μοναδική δισκογραφική εργασία αφιερωμένη σε ένα από τα σημαντικότερα έργα της ελληνικής μελοδραματικής κληρονομιάς.
Ανθούλα Δανιήλ



