You are currently viewing Ανθούλα Δανιήλ: Μαρίνα Δημητρούλια, Ηλιάννα Λυκούδη, Κατερίνα Μπριρικάκη , Μαίρη Χάψα, Έσω τοπία 4 Εκδόσεις Βακχικόν, 2026

Ανθούλα Δανιήλ: Μαρίνα Δημητρούλια, Ηλιάννα Λυκούδη, Κατερίνα Μπριρικάκη , Μαίρη Χάψα, Έσω τοπία 4 Εκδόσεις Βακχικόν, 2026

Η συνεργασία είναι μέγιστο κοινωνικό αγαθό. Η κοινωνία είναι προϊόν συνεργασίας. Και η ποιητική συνεργασία είναι κάτι παραπάνω. Είναι ο ποιητής που  ψάχνει να βρει συνένοχο της ευαισθησίας του, λέει ο Ελύτης, και νομίζω πως εννοεί τον αναγνώστη, και ο Μπωντλαίρ που τον έχει βρει αποφαίνεται.

tu hypocrite lecteur mon semblable mon frère

εσύ υποκριτή αναγνώστη μου, όμοιέ μου και αδελφέ μου

 

Eν αρχή, λοιπόν, είναι οι τέσσερις ποιήτριες, οι πρώτες τέσσερις συνένοχες που εξασφάλισαν η κάθε μία τη συνενοχή των άλλων τριών και στη συνέχεια και των αναγνωστών. Εμείς έχουμε ολόκληρο το τέλειο σχήμα – το τετράγωνο – συγκεντρωμένο σε έναν τόμο…

 

Ο τίτλος, Έσω τοπία 4, είναι προφανής. Τέσσερις ποιήτριες, τέσσερα τοπία και οπωσδήποτε «έσω». Τέσσερα εισαγωγικά σημειώματα, τέσσερα βιβλιογραφικά σημειώματα και τέσσερα τετράστιχα παραδειγματικά στο οπισθόφυλλο.  Όλα τέλεια συναρμολογημένα στις τέσσερις πλευρές του ντελικάτου οικοδομήματος.

*

Πρώτη στη αρμονική,αλφαβητική, ποιητική συνύπαρξη, η Μαρίνα Δημήτρουλα ψάχνει να βρει «λέξεις ιερές, αιώνιες και άγιες», φορείς φωτός που έρχονται από τα Σύμπαντα για να τη συντρέξουν να πει αυτά που κρύβει μέσα της. Είναι ένας άλλος τρόπος για να επικαλεστεί τη Μούσα,κρατώντας την αλυσίδα της αφήγησης, όπως ο αρχαίος Όμηρος και οι άλλοι ποιητές.

Η ποιήτρια έχει επιλέξει την παραδοσιακή γραφή, το περιποιημένο τετράστιχο και την ομοιοκαταληξία, την πλούσια εικονοποιία, τον υπαινιγμό που υποδηλώνει την τρυφερότητα της ψυχής, τον πόνο από την απώλεια και τη στέρηση, από την ώρα που «Η πέτρα κύλησε κι η ρόδα γύρισε», κι ο κόσμος άλλαξε. Πιο κάτω θα απευθυνθεί στο φως και το «φως» θα γίνει σε κάθε στίχο το κλειδί που θα ανοίξει της ευτυχίας την πόρτα την κλειστή: «η ζωή μας… μία στιγμή ανοιχτή», σαν τη μαγική που όλα τα αλλάζει. Η συνδυαστική της ικανότητα συνταιριάζει το ερωτικό στοιχείο το οποίο συνδιαλέγεται διαρκώς με το υπαρξιακό και σε κάθε στροφή και ποίημα συρρικνώνεται στο απολύτως προσωπικό ή απλώνεται στο ευρύτερο κοινωνικό. Η στιχουργική της, με την παραδοσιακή της μορφή, διευκολύνει πάρα πολύ τον μουσικό να «παίξει» με τα ποιήματα και να τα μεταμορφώσει σε ωραία πονεμένα τραγούδια.

 

Μη ρωτήσεις απ’ όλα τι έφταιξε/τα δεσμά μου ποιο χέρι τα έπλεξε

το μαχαίρι στο στήθος ποιος έσπρωξε/ και γυρνώ με καρδιά ματωμένη

…………………………………………………..

Μα αν με ζώνουν τριγύρω χαλάσματα/κι αγριεμένα θεριά και φαντάσματα

στων αιώνων τ’ αρχαία κοιτάσματα/μένω από χρόνο φτιαγμένη

*

Η Ηλιάννα Λυκούδη, επίσης αρχίζει το καθοδηγητικό σημείωμά της με τις λέξεις, τις οποίες θεωρεί προσωπική της περιουσία και ας λέει ο Σεφέρης ότι «είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας». Φυσικά και αυτό ισχύει, αφού οι λέξεις που χρησιμοποιούμε μας έρχονται από τον Όμηρο, εδώ και 25 αιώνες, αλλά είναι και προσωπική του καθενός μας κληρονομιά. Αυτές είναι τα μαγικά κλειδιά με τα οποία θα ανοίξει την πόρτα του ποιητικού της παραδείσου. Ανάμεσα στις μεταμορφώσεις της, ή στις αντιφάσεις της, η ποιήτρια είναι βράχος και χαραμάδα του ουρανού που ράγισε σε μια διαδικασία αρχής τέλους και αναγέννησης.  Συμβουλή της: Να χορεύεις στο ενδιάμεσο. Διονυσιακά χορεύοντας και εκστασιαζόμενη, μας δίνει στίχους  δημοτικούς, λαϊκούς και λεβέντικους δεκαπεντασύλλαβους.

Ο παραδοσιακά πλούσιος κι πληθωρικός Αύγουστος σε αισθήσεις και αισθήματα, ακυρώνεται μέσα «στη μαύρη μοναξιά» της. Δραματικό φαίνεται το «Τι καιρό κάνει εκεί» «στου ποτέ την αυλή», θλιμμένο και με ανήκεστο βλάβη. Γενικά και της Λυκούδη ο στίχος τρέχει, ρέει σαν γάργαρο νερό, όπου συναντώνται και ανταποκρίνονται αισθήματα και συναισθήματα,αρώματα, θλίψη και ελλείψεις, ξερίζωμα δυναμικό αλλά και δύναμη αντίστασης σε κάθε κακό· όλα έτοιμα να πάρουν θέση στο πεντάγραμμο να γίνουν τραγούδια, να τα απογειώσει ο καημός.

 

Να θυμηθώ να σβήσω τη φωτιά/να ρίξω μακριά την πέτρα/

να πάρει ο ποταμός τον αναστεναγμό/να μην πνιγώ στα δύο μέτρα

…………………………………………

Να θυμηθώ ν’ αφήσω τα κλειδιά/στου ουρανού την μπλε κορνίζα

Το δέντρο με τα  δύο αρχικά/ να πάω να κόψω από τη ρίζα

Να θυμηθώ να μην ξεχάσω /πως είμαι βράχος και δεν θα σπάσω

 

*

Η Κατερίνα Μπιρικάκη αρχίζει επίσης από τις λέξεις που αναδύονται από το χάος «πριν αποκτήσουν φωνή». Αυτή η φωνή γίνεται αναπνοή, στίχος ποιήματος και τραγουδιού συνάμα. Και σ’ αυτήν την ενότητα τα ποιήματα της Μπιρικάκη έχουν χορευτικό ρυθμό, όποιο κι αν είναι το θέμα. Η ποιήτρια πιάνεται από τον μύθο της Ελένης και της Πηνελόπης, βρίσκει την έλξη και την απώθηση, την θέση και την άρση,  ανάμεσά τους. Άλλωστε, όπως η ζωή είναι αντινομική, έτσι είναι και η ποίηση και η  ποιήτρια η ίδια και δεν μας το κρύβει. Γράφει όπως ο άνεμος,  όπως το ποτάμι της ψυχής της και της ζωής της δείχνει το δρόμο. Άλλοτε απλά κι άλλοτε ορμητικά, και με χάδι και με ορμή, με γαλήνη και με πάθος και δέντρο δυνατό και φύλλα στο έδαφος. Τα αισθήματα γίνονται λέξεις και στίχοι και ποίημα και τραγούδι που πάει να ριζώσει σε άλλες καρδιές. Όλα αυτά βεβαίως εκκινούν από την δική της, αλλά βρίσκουν την πρώτη διαμόρφωσή τους στη γλώσσα, σ’ αυτά που έχει διαβάσει, σ’ αυτά που την έχουν συγκινήσει. Όμως το βίωμα το προσωπικό είναι που βάζει την προσωπική του σφραγίδα στα λόγια της, γίνεται ψίθυρος, κραυγή, τραγούδι  κι εξομολόγηση εκ βαθέων.

 

Τραγούδησέ μου πάλι /κείνο το μαϊστράλι/ της νύχτας τον σκοπό/

Να θυμηθώ τον ήχο/ τον ξεχασμένο στίχο/ που ψάχνω να σου πω

……………………………………………………………….

Ν’ ακούω τη φωνή σου,/και να μου λέει κοιμήσου/ οι φόβοι να χαθούν

Του ονείρου μου οι γλάροι/ σ’ αυτό το μαϊστράλι/ να μάθουν να πετούν

 

*

Το ποιητικό τετράγωνο ολοκληρώνει η Μαίρη Χάψα, δοκιμασμένη ήδη στο είδος της  στιχουργίας που φλέγεται να γίνει ήχος. Και εκείνη θα σταθεί στις λέξεις, που τις βλέπει να ανασαίνουν «πάνω στο λευκό χαρτί» και να μεταμορφώνουν τους στίχους σε παρτιτούρα. Φυσικά ο στίχος ο τυχερός, που του έλαχε να γίνει τραγούδι, έχει τη χαρά να επικοινωνήσει πιο εύκολα με τον ευαίσθητο αναγνώστη, να απλωθεί στα χείλη των πολλών, στην καρδιά και στο μυαλό, να συγκινήσει με οικεία πάθη. Γιατί το τραγούδι αποδεικνύει τη δύναμη που έχει η συναισθηματική αλληλεγγύη και αυτός είναι ο προορισμός της τέχνης· να απλώνει το χέρι στον άλλον, εκείνον τον «υποκριτή αναγνώστη», εκείνον που νιώθει σαν εμάς. Έτσι, οι στίχοι των ποιητών και οι στροφές των τραγουδιών γίνονται χέρια απλωμένα.

Πάρε τη λέξι μου. Δώσε μου το χέρι σου, λέει ο Ανδρέας Εμπειρίκος,

στο απόσπασμα  18 από τον «Πλόκαμο της Αλταμίρας». Σαν να λέει πάρε την καρδιά μου και τη σκέψη μου. Ανοίγομαι και αποκαλύπτομαι σε σένα, αναγνώστη.

Η Χάψα θα ρίξει τις ζαριές της στην πίστα. Θα στήσει σκηνικό, το ποτήρι αδειανό (όσο πιο μεγάλος ο καημός), τα χείλη χωρίς τα άλλα χείλη και τα «μαξιλάρια ξένα». Το ποίημα το είπε «Δανεικά κλειδιά». Ο Γιώργης Παυλόπουλος ήθελε αντικλείδια για να μπει στην Ποίηση, ο Παλαμάς, επίσης ζητούσε κλειδιά από τον Καρυωτάκη… Σαν να μας λένε όλοι τους θέλω κλειδιά αληθινά για τ’ άγνωστο, για το ωραίο, για το κλεισμένο στην καρδιά ή καταδικασμένο  στην Αλταμίρα της καρδιάς σου, την κλειστή και άστατη. Όλα τα ανθρώπινα αφημένα στη ροή, στην αλλαγή. Μένει μόνο σταθερή μια ψυχή που βρίσκει τρόπους να μεταμορφώνεται, συστρέφοντας από τον πόνο το πρόσωπο. Απόσπασμα από το «Μάνα είσαι εδώ» κι ένα δεύτερο από το «Πατρικό φιλί:

  1. Τα λόγια σου σαν μια ηχώ/ στο στήθος μου τα κουβαλώ/

        είσαι αθώα και καλή/ όμως αλλάζουν οι καιροί

 

Μάνα σ’ ακούω, μάνα είσαι εδώ;/ Μάνα μ’ ακούς/

Μάνα είμαι εδώ

 

  1. Πατέρα, δώσε μου ευχή/ απ’ την αρχή ν’ αρχίσω/

         με πατρικό γλυκό φιλί/ πάλι να μ’ αγαπήσω

…………………………………………………….

Με λιονταρίσια αναπνοή/ έτρεφες κάθε ελπίδα/

Και ν’ απαρνιέσαι τη ζωή ποτέ μου δεν σε είδα

 

*

Όπως βλέπουμε στην συμπαρουσία των τεσσάρων ποιητριών η «λέξη» συνιστά τον πιο ασφαλή και ειλικρινή κρίκο της επικοινωνίας. Άνοιγμα της ψυχής, έκθεση του έσω τοπίου έξω. Αν, ακόμα, υπολογίσουμε την ένωση των σωμάτων ως ερωτική πράξη – που τέτοια είναι-  και το «χέρι» και η «λέξη» τον ίδιο τίτλο διεκδικούν και τέτοιο ρόλο έχουν. Η ποίηση είναι μια ερωτική πράξη.

Αν επεκταθούμε λίγο στον «πλόκαμο», το ζωτικό στοιχείο στον στίχο του Εμπειρίκου,  και άλλο λίγο στην «Αλταμίρα» –  ένα σπήλαιο προϊστορικό με εικόνες ζωγραφισμένες στους βράχους του- (όπως και τα σχήματα στο εξώφυλλο του Στράτου Προύσαλη), τότε έχουμε τη θαυμαστή συνάντηση του  ζωικού –πλόκαμος- με το άψυχο,άχρονο, γεωγραφικό στίγμα που, ωστόσο συνδαυλίζει την έννοια της πανάρχαιας ανάγκης και του αισθήματος για επικοινωνία. Και αυτό το στοιχείο έχει κάθε ποίημα και κάθε τραγούδι. Το πείραμα πέτυχε και η τετράς ολόκληρη οδεύει για το πάλκο…Γιατί,από όλων των ποιητριών τα ποιήματα, έχουν κάποια ήδη μελοποιηθεί, με μεράκι από τον Γιάννη Νικολάου, που δίνει μιλιά στις λέξεις, ήχο, κίνηση, βαρύτητα, πνοή, καρδιά και προέκταση στο όνειρο.

 

 

 

 

Ανθούλα Δανιήλ

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.