You are currently viewing Ανθούλα Δανιήλ: Μοναχή Μαρία Δαπέργολα,  Ανάστροφη Προοπτική.  Ποιήματα (2001-2021),  Τήνος 2022

Ανθούλα Δανιήλ: Μοναχή Μαρία Δαπέργολα, Ανάστροφη Προοπτική. Ποιήματα (2001-2021), Τήνος 2022

Εξήντα ένα ποιήματα και μία Εισαγωγή. Γραμμένα όλα την τελευταία δεκαετία.

Η Μοναχή και Ποιήτρια Μαρία Δαπέργολα, στην Εισαγωγή της ποιητικής της συλλογής, τη διανθισμένη με έργα που η ίδια έχει εικονογραφήσει,   μας εξηγεί ότι η «προοπτική», δηλαδή το  «σημείο φυγής», στη βυζαντινή εικονογραφική τέχνη λειτουργεί ανάστροφα.  Σύμφωνα με αυτή την προοπτική τα πρόσωπα και τα πράγματα δεν ξεμακραίνουν προς το βάθος, αλλά έρχονται προς τον θεατή. Παρόλα αυτά, όπως η ίδια παρατηρεί,  ισχύουν και τα δύο είδη προοπτικής. Στην ποίηση, η «ανάστροφη προοπτική» είναι η υπέρβαση της ορθολογιστικής εκδοχής και ερμηνείας των πραγμάτων. Είναι η παραδοχή  του μυστηρίου, του ακατάληπτου, του υπερβατικού.  Η αποδοχή της παντοδυναμίας του Θεού, της Πίστης, που όλα τα μπορεί ακόμα και «όρη μεθιστάνειν». Μιλάει ακόμα για την «ευαίσθητη και εύθραυστη ισορροπία ανάμεσα στην πραγματικότητα και τον κόσμο των ονείρων» και συμπληρώνει με το ‘ότι «η “ανάστροφη προοπτική” είναι η ελευθερία του ανθρώπου». Παραλείποντας πολλά και ενδιαφέροντα  από τα γραφόμενά της αποθησαυρίζω τον Επίλογο αυτού του κειμένου: «Ο Θεός μας έπλασε ελεύθερους με δυνατότητα να κατανοήσουμε την ελευθερία μας. Αυτή είναι η μόνη έννοια της “προόδου” που ταιριάζει στην ανθρωπότητα».

Παράδειγμα αυτής της προοπτικής, που ισχύει αμφίδρομα,  μας δίνει και το εξώφυλλο του βιβλίου όπου οι μεν άνεμοι έρχονται με τα φτερά τους προς τα κάτω –χαμηλώνουν- ενώ τα βουνά ανεβαίνουν προς τα πάνω∙ ωστόσο, και αυτά μοιάζουν να έχουν γλιστρήσει από τα ψηλά για να φτάσουν σε ένα βυζαντινής τεχνοτροπίας οικοδόμημα μπροστά μας, αλλά και πάλι είναι σαν να φεύγουν προς τα πίσω, σε μια αντίστροφη κίνηση προς τα σύννεφα. Σαν ένας αόρατος κύκλος να διαγράφει την άνω και κάτω οδό του Ηρακλείτου.

Η Μοναχή Μαρία Δαπέργολα μας είπε με όρους θρησκευτικούς-εκκλησιαστικούς αυτά που ήδη μας έχουν εκθέσει οι ποιητές και συγκεκριμένα οι υπερρεαλιστές, οι οποίοι υποστήριξαν τη σχέση του ονείρου με την πραγματικότητα, την υπέρβαση  των κανόνων της λογικής και την ελευθερία από τις συμβατικότητες. Για να το πούμε αλλιώς, με τον λόγο του ποιητή Οδυσσέα Ελύτη: «Η ποιητική κατάσταση είναι μια τρίτη κατάσταση που δεν υπόκειται στις αντιφάσεις και τις διακρίσεις της ζωής» καθώς επίσης και ότι «Κανένας δεν είναι υποχρεωμένος να ενδιαφέρεται για την Ποίηση. Άπαξ όμως κι ενδιαφέρεται, είναι υποχρεωμένος ‘‘να  γνωρίζει να μεταβαίνει’’  σ’ αυτή τη δεύτερη κατάσταση, να περπατεί και στον αέρα και στο νερό» (Ανοιχτά Χαρτιά, «Πρώτα-Πρώτα», σελ. 18 και στο ίδιο, «Τα κορίτσια», σελ. 133). Με άλλα λόγια ο αναγνώστης οφείλει να δέχεται το θαύμα ή, αλλιώς, να δέχεται τη σύμβαση, όπως τη δεχόμαστε  στο θέατρο.

 

Η συλλογή μοιάζει να ισορροπεί ανάμεσα σε δύο απροσδιόριστα, τυπικώς, μέρη. Από τη μία ο Θεός και κόσμος της εκκλησίας, της ιεράς Μονής, όπου έχει προσδεθεί και από την άλλη η ποιήτρια και οι σκέψεις της. Στην πρώτη επηρεάζεται από το θρησκευτικό κλίμα, στην άλλη το νήμα που τη συνδέει γίνεται αφανές, ωστόσο και πάλι διακριτό. Στην μια ακούει βαθιά μέσα της τις αόρατες θεϊκές δυνάμεις που την κινούν, στην άλλη βλέπει έξω τη Φύση και μεταμορφώνει μέσα της τον κόσμο όπως η δική της  αντιληπτική δύναμη μπορεί. Πρόκειται γι’ αυτή την άλλη διάσταση που έχουν τα πράγματα πολύ πέρα από την τρέχουσα. Δεν πρέπει να μας διαφύγει η παιδεία της, χριστιανική και θύραθεν. Αφιερώνει ποίημα  «Στην Κυρία Θεοτόκο» -την «Κυρία των Αγγέλων», λέει ο Ελύτης- όπου στον λόγο του Αγ. Ιω. Δαμασκηνού «Όρθρος των Χριστουγέννων»  προσθέτει το δικό της σεμνό τετράστιχο για τη σιωπή, την αγάπη που διώχνει τον φόβο  και ο θείος έρως γίνεται λόγος και δύναμη.

 

Η ποιήτρια μετά από χρόνια σιωπής και προσευχής βρήκε και μας ανακοινώνει αυτό που υπάρχει βαθιά μέσα της

 

Ο χρόνος υπάρχει / μόνον βαθιά εντός μου…

Οι αισθήσεις υπάρχουν/ μόνον βαθιά εντός μου…

Η μετατόπισις! / Αυτό το κλικ! Σε έναν τόπο άλλο!

Αυτός ο τόπος δεν είναι ουτοπία ….

 

Έτσι, και ίσως αγνοώντας (;) επαναλαμβάνει αυτό που πριν εκατό περίπου χρόνια (στα 1938) ο Άγγελος Σικελιανός μας είχε ήδη πει  «Γιατί βαθιά μου εδόξασα» και μετά από πολλές απογοητεύσεις είχε καταλήξει στη συμφιλίωση με τον μεγάλο εχθρό.

 

Γιατί βαθιά μου δόξασα και πίστεψα τη γη

και στη φυγή άπλωσα τα μυστικά φτερά μου,
μα ολάκερον ερίζωσα το νου μου στη σιγή,
να που και πάλι αναπηδά στη δίψα μου η πηγή,
πηγὴ ζωής, χορευτική πηγή, πηγή χαρά
μου…

 

να που κι ο μέγας θάνατος μου γίνηκε αδελφός!…

 

Ο Σικελιανός έβγαινε από μια μεγάλη περιπέτεια υγείας. Η Δαπέργολα ; Κανείς δεν ξέρει τα άρρητα, παρά μόνο  εκείνη η οποία έχει εναποθέσει τα πάντα στον Θεό. Ο χρόνος, ο τόπος και η καθημερινή πραγματικότητα εξαφανίζονται και στη θέση τους έρχεται ένα  άλλος τόπος – που δεν είναι η ουτοπία- και μόνον όποιος μπορεί να θεωρηθεί κάτοικός της είναι σε θέση να παραλάβει κάθε μήνυμα. Η συμβουλή της προς τους συνανθρώπους μας είναι να μη διστάσουν να του απευθυνθούν, σαν  «σε αποδέκτη μακρινό», αφού ο Θεός όλα τα μπορεί.

 

Το μότο του ποιήματος στο ποίημα «Απάντηση» είναι και αυτό ένα ποίημα: «Στου Πανορμίτη τα εξαίσια νερά / καράβια –ταχυδρόμοι ταξιδεύουν».

 

Να θυμίσουμε εδώ πώς και ο Οδυσσέας Ελύτης έχει και εκείνος επισημάνει την από μακριά επικοινωνία:

 

Κι όπως οι φίλοι, φαίνεται, /και οι θάλασσες από μακριά επικοινωνούνε/ Φτάνει λίγος αέρας, μια σταλιά τριμμένης/ Μεσ’ στα δάχτυλα, σκούρας, λυγαριάς και να: /Το κύμα; Είναι αυτό;/ Είναι αυτό που σου μιλάει στον ενικό και λέει. “Μη με ξεχνάς”, “Μη με ξεχνάς;».

 

Η παράθεση των αποσπασμάτων από τους μεγάλους μας ποιητές αποδεικνύει ότι ο κάθε άνθρωπος και, κυρίως,  όταν είναι ποιητής/ ποιήτρια έχει τον τρόπο να επικοινωνήσει με τα αόρατα και ανάκουστα και λόγω μεγάλη ψυχικής και πνευματική άσκησης να αντλήσει τη δύναμη που του χρειάζεται για να συνδεθεί με τη θεία ουσία.

Η Μοναχή Μαρία έχει βρει την οδό προς τον Θεό αλλά και ο ποιητής την ίδια οδό έχει και ας μεταφράζει με τα δικά του όπλα τα μηνύματα της φύσης. Η «Παράκληση» αποδεικνύει ότι όστις έχει ώτα ακούειν … ακούει και όποιος έχει μάτια βλέπει και όποιος έχει πίστη σώζεται, επειδή

Δίπλα μας/ η Δόξα του θεού/ μες στη Νεφέλη κατεβαίνει!

 

Ελπίζω μόνο/ πως μπορεί η Προσευχή/ αναδρομικά να δράσει/

να καταργήσει γεγονότα //ν’ ανοίξει μυστήρια/  τ’ αδύνατα να φέρει από το παρελθόν/ παρόν και μέλλον να τα κάνει!… / Η Προσευχή/  είναι  από τον Άλλο Κόσμο!

 

Με άλλα λόγια η ποιήτρια με την ανάστροφη προοπτική της μπορεί

  τ’ αδύνατα να φέρει από το παρελθόν/ παρόν και μέλλον να τα κάνει!…

 

κρατώντας σε ισχύ τον λώρο που την δένει με τα γεγονότα της ζωής. Τίποτα από ό,τι έγινε δεν χάθηκε, όσο χρόνια κι αν πέρασαν όλα ζουν μέσα της/ μέσα μας. Η πίστη της έχει τη δύναμη να διώξει από κοντά της το κακό, να διώξει τον φόβο και να δει ότι άγγελοι αρωγοί  / αντιλήπτορες θα τρέξουν/ με υψωμένες τις ρομφαίες!

 

Στο ποίημα «Θα γονατίζω στους αγρούς» στήνει έναν παράδεισο όπου δεν υπάρχει κούραση και πόνος. Τα γόνατα δεν πονούν, μπορούν να λυγίζουν και  να γονατίζουν. Κάποια μέρα θα συναντηθεί με τις αδελφές της:

 

Ύστερα θα βγούμε στους αγρούς./ Να μαζέψουμε   νέκταρ μέλι

 

και  η   όλη εικόνα μας θυμίζει τη θαυμάσια εκείνη σκηνή που περιγράφει ο Γιάννης Ρίτσος στο «Όνειρο καλοκαιρινού μεσημεριού», όπου ο Ιησούς παίζει με τα παιδιά στους αγρούς και στολίζονται όλοι με λουλούδια.

 

Θα σταματήσω για λίγο στο συγκλονιστικό ποίημα «Της Ξενητειάς» και στο μότο του, «Δος μοι τούτον τον ξένον»,  από το Εσπέρας της Μεγάλης  Παρασκευής. Όπου σε έναν άλλο Κήπο θα βρεθούμε  και θα αναλογιστούμε για ποιον προσευχήθηκε ο Ιησούς εκείνη τη νύχτα, τι ζητά η «Αδελφή Ταρσώ», «τι ακούς μέσ’ απ’ τα έγκατα;» τη ρωτούν κι εκείνη απαντά:  «Φωνές στενάζουν των νεκρών./   Θέλουμε αέρα!».

Λοιπόν τίποτα δεν τελειώνει μέσα στον τάφο. Η ζωή και από εκεί ζητά επικοινωνία και δικαίωση.

Ξαναπάμε και πάλι από την αρχή :

Η θάλασσα με ξέβρασε / ναυαγό σε βράχο./ Κι ύστερα έγινε παρηγοριά/ με φλοίσβο,/ με αεράκι

 

Όσο προχωρούμε από το κέντρο της συλλογής και μετά, η ποιήτρια σαν να ελευθερώνεται από τα γήινα δεσμά της, αφήνεται  περισσότερο στον ποιητικό αέρα. Τα συναισθήματα αβίαστα μεταμορφώνονται,  γίνονται υπαινικτικά, γίνονται μακρινά και συγχρόνως κοντινά και δικά μας.

Τα πέντε ποιήματα με τον τίτλο «Γιατί όχι, παραμύθια» με ελαφρά παρέκκλιση από τα γνωστά, μας οδηγούν σε  κόσμους άγνωστους αλλά και γνωστούς, στο βάθος των περιστάσεων ή στα εσώτερα του νου και της ψυχής, στην ουσία των πραγμάτων, όπου δεν υπάρχει ούτε χώρος ούτε χρόνος. Θα τολμούσα να πω πως εδώ λειτουργεί πλέον φανερά η ανάστροφη προοπτική, αλλιώς η βουστροφηδόν γραφή και εικόνα. Το ανεστραμμένο είδωλο.

Στο εικαστικό ποίημα, στις παραλλαγές του, «Μια πινελιά κιννάβαρι», με υπότιτλο διευκρινιστικό εντός παρενθέσεως «ιμπρεσιονιστικό», όπου όλα τα χρώματα συμφώνησαν, όλες οι γεύσεις  ανταποκρίθηκαν, αλλά μια πινελιά κιννάβαρι θα κάνει νεύμα στον θεατή του πίνακα ή στον αναγνώστη του ποιήματος να εντοπίσει την «αδιόρατη  ένδειξη πόνου».

Και το μονόγραμμά της -κεφαλαίο και μικρό, το Μ με το μ κολλημένο στο μπράτσο του… Κι αν δεν ανθίσει η γλάστρα, τότε ο κόπος χαμένος πήγε, το αναμενόμενο δεν στάθηκε δυνατό.

Στον ουρανό το φεγγαράκι, σαν  πεπονάκι, σαν  αστεράκι –όλα υποκοριστικά- ένα «φωσάκι» που θα έλεγε ο Παπαδιαμάντης, σαν μια μικρούλα φωτεινή υπόμνηση στον σκούρο, αχανή μπλε ουρανό, σαν μια απόλυτη, απελπισμένη μοναξιά σε έναν απέραντα ψυχρό κόσμο μοιάζει. Όμως τα ποιήματα ανθίζουν τη νύχτα και πολλά από αυτά είναι περισσότερο εικαστικά και λόγω του σημείου φυγής και της ανάστροφης προοπτικής,  όλα έρχονται, όπως δείχνουν και τα αετόμορφα βουνά, είτε έχουν φτερά στην πλάτη  είτε είναι άσπρα ή μαύρα πουλιά που πετούν κι  έρχονται, είτε είναι

 

Οι σημάντορες άνεμοι που ιερουργούνε

που σηκώνουν το πέλαγο σαν Θεοτόκο

    που φυσούν και ανάβουνε τα πορτοκάλια

 που σφυρίζουν στα όρη κι έρχονται

 

όπως τους βλέπει ο Ελύτης  στο Άξιον Εστί και να η ανάστροφη προοπτική, κρυμμένη μέσα στη λέξη «έρχονται»…

Κι ακόμα, δεν είναι μόνο η ποίηση και η ζωγραφική αλλά και η μουσική, η οποία συμμετέχει με ένα πιάνο στην αυλή κάτω από το σεληνόφως, ο διακριτικά φαινόμενος Μπετόβεν και ο Σοπέν, στη σάλα ένα βιολί.

Η ποιήτρια δεν απομακρύνεται από το σταθερό κέντρο της που είναι ο Θεός και η προστασία του, ωστόσο, το βλέμμα της απλώνεται στο βάθος – όλα εκείνα τα παλιά που έφυγαν -τρένα και άνθρωποι- έρχονται πάλι εδώ μπροστά. Έρχονται από τα ύψη τα βάθη στεριά και θάλασσα. Γι’ αυτό και σε όλα τα ζωγραφικά έργα είναι εμφανής η καταγωγή του τοπίου, του από ψηλά φερμένου σε πρώτο πλάνο. Το ίδιο  συμβαίνει και με τον ναυαγό που ξέβρασε η θάλασσα σε βράχο, το ίδιο και η οδοιπορία στην έρημο χωρίς συνοδοιπόρο, όμως κάπου έστω και στην έρημο θα βρεθεί μια όαση.

Και ο  «Ξένος» που «Κάθισε ώρες δίπλα στη σόμπα» και «έπινε αμίλητος τσάι» και Εκείνος από μακριά ήρθε, για να δείξει τον δρόμο του θεού και της καρδιάς.   Με αυτή την «προοπτική» φθάνει σε μας και ο Θεός. «Δρόμος Εγκάρδιος»:

 

Δεν ζητάει πολλά η Χάρις. /Μια συγκατάθεση.

 

Χτυπά την πόρτα. Περιμένει./Όχι σεισμός./Όχι βροντή. /Σαν αύρα λεπτή

Έπεσε ο Θεός /Στις καρδιές μας.

  (…)

Είναι ο εγκάρδιος δρόμος /που η Χάρις σου άνοιξε,

όταν εσύ, αποφάσισες /την πόρτα σου ν’ ανοίξεις.

 

Ο Ποιητής, η Ποιήτρια στην περίπτωσή μας, έχει τις λέξεις για να εκφραστεί, ο ζωγράφος το χρώμα, ο μουσικός τους ήχους.  Η Μοναχή Μαρία Δαπέργολα παίρνει τις λέξεις σαν παιδιά και τις σπαργανώνει. Εικόνα αγαλλίασης είναι τα φωνήεντά της που ανοίγουν τις καρδιές· σφιχτά σαν χέρια δεμένα σε προσευχή τα σύμφωνά της, λέξεις πλούσιες σε οδοντικά. Φτύνεις τις λέξεις σαν κουκούτσια βγάζοντας φθόγγους φορείς των συναισθημάτων της,  ήχους ψυχής.  Φιλόλογος με λεπτή αίσθηση αναζητεί τον δρόμο της στις λέξεις:

Λέξεις άγνωστες εσείς τα μυστικά σας μου τα λέτε

 

Κι έτσι με λέξεις και με χρώματα, με ήχους και συναισθήματα, με ποιητικούς και εικαστικούς όρους μας έδειξε αυτό που ο αρχαίος Ηράκλειτος είχε πει: Άνω και κάτω οδός μία. Αλλιώς, ο δρόμος που πάει και ο δρόμος που έρχεται  ο ίδιος δρόμος είναι, αρκεί να προσηλωθείς με πίστη στο σημείο φυγής ή να πιστέψεις στην ανάστροφη προοπτική, τα κολλημένα πάνω σου βρεγμένα ρούχα να απαρνηθείς κι έτσι  και πάλι από τον πυθμένα στην επιφάνεια να αναδυθείς…

Όπως ο Σικελιανός είχε την Ιερά Οδό σαν δρόμο της ψυχής η Μοναχή Μαρία Δαπέργολα έχει τον δικό της εγκάρδιο δρόμο που είναι η Ανάστροφη Προοπτική …

 

Μπορούμε να υποστηρίξουμε πως μια μεγάλη ποιήτρια μόλις γεννήθηκε και περιμένουμε να απολαύσουμε και την εξέλιξή της …

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.