You are currently viewing Ανθούλα Δανιήλ: Νάντια Στυλιανού  Ο μυστικός θίασος  Εκδόσεις Καστανιώτη 2025

Ανθούλα Δανιήλ: Νάντια Στυλιανού Ο μυστικός θίασος Εκδόσεις Καστανιώτη 2025

Το ψυχικό τραύμα μόνο η ποίηση μπορεί να το γιατρέψει και η Νάντια Στυλιανού με την  πλούσια κληρονομιά που έχει στις αποσκευές της -και εννοώ την ποιητική, συν πάσα άλλη- βγήκε στη θάλασσα που μας ξεπλένει από τις αμαρτίες μας, όπως λέει ο Σεφέρης, και από τα πάθη μας. Η απώλεια του γονιού είναι πάντα τραυματική. Είναι η απώλεια της βάσης, του θεμελίου, και μας αφήνει έκθετους πλέον στον ήλιο, να καταπροσωπίσουμε την ανθρώπινη μοίρα μας· το μόρσιμον, το πεπρωμένο, τον θάνατο. Άλλωστε όλη η τέχνη και με Φως και με θάνατο υφαίνεται και μας διπλώνει ακαταπαύστως. Τι καλά το έθεσε ο Ανδρέας Κάλβος αλλά και κάθε ένας που ντύθηκε ποιητής σαν να τανε στρατιώτης στην υπηρεσία των ήχων και των φωνών που ξεπηδούν από τα βάθη της ψυχής του ή της αιωνιότητας για να παλέψουν με το Αδύνατον.

Ο τίτλος της ποιητικής συλλογής. Ο μυστικός θίασος παραπέμπει βεβαίως στον Κ.Π. Καβάφη και στο ποίημα «Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον». Είναι η Αλεξάνδρεια, όπου ο μέγας ο εραστής και πολεμιστής, ζούσε με την Κλεοπάτρα το  «αμιμητόβιον», ένας Άρης με την Αφροδίτη του, σε άλλη κλίμακα, και δεν υποψιαζότανε τον θάνατο που ερχόταν όσο ο θίασος απομακρυνόταν.

Με αυτόν τον εμβληματικό ποιητικό τίτλο, μας μιλάει η Στυλιανού για τη δική της μεγάλη και οδυνηρή απώλεια. Στις «Αντηχήσεις», στο τέλος του βιβλίου της, μας πληροφορεί από πού εμπνεύστηκε ή δανείστηκε μια ιδέα, έναν ήχο ή έναν στίχο. Μα είναι πολύ ευρύ το φάσμα.  Και δεν είναι τυχαία η λέξη «Αντηχήσεις» που φανερώνουν μια βαθιά ανταπόκριση του εγώ στο εσύ του κάθε ποιητή που την συγκίνησε και πίσω του κάποιοι άλλοι συνοδοιπορούντες συμπλέουν.

 

Η ποιήτρια κάνει λόγο για το «Δείπνο». Η λέξη είναι βαριά. Δεν πρόκειται βεβαίως για το βραδινό φαγητό, τα κεριά και τη μανόλια που  «άνθιζε στο δωμάτιο». Είναι η σημασία της λέξης που συνδέεται με την ευαγγελική περικοπή, που φόρτωσε τον «δείπνο» μέσα στη λογοτεχνία μας με ένα είδος μετάστασης και υπέρβασης του κοινού και καθημερινού σε θείο:

 

Ο ετεροθαλής αδελφός μου/ ήρθε σε δείπνο/ Κεριά αναμμένα/

η μανόλια άνθισε στο δωμάτιο/ θα μπορούσε να την πεις και ερωτική/

έξω ένα σκύλος γαβγίζει /-γιατί είπες ότι το αλύχτισμα αυτό/ μοιάζει με την κραυγή της Ποίησης;-/ ρέει στις φλέβες / το λογικό/ δεν είναι λίγο/ να γονιμοποιείς το χάσμα / με τον άγνωστό σου εαυτό.

 

Είναι σαφές το τι συμβαίνει και ποια σημασία έχουν πλέον τα κεριά και η έκδηλη αντίδραση του σκύλου· είναι η ώρα που ο άνθρωπος γεμίζει το κενό του… Το «χάσμα» λέει η ποιήτρια, αλλά αυτό το χάσμα, το οποίο στον Σολωμό «ευθύς γιόμισε άνθη» και στον Ελύτη γίνεται  το «κενό του Θανάτου», «το “κενό” που υπάρχει όσο δεν πέφτεις μέσα του», στην  Στυλιανού γεμίζει από την ποιητική της παρουσία και τις αγαπημένες, συμπλέουσες  φωνές των συνοδοιπορούντων ποιητών. Ποιητών που έχει αποστηθίσει, αλλά και οι εμπειρίες  που έχει βιώσει και ειδικά εκείνες οι πολύ πικρές και οι άλλες, οι πολύ προσωπικές.

Οι τίτλοι της συλλογής είναι σήματα και νήματα που έρχονται από πολύ βαθιά στον χρόνο για να φτάσουν σε μας βιαίως. Οι Ικέτιδες του σκηνοθέτη Νίκου Χαραλάμπους  ξεκινούν από την αρχαία τραγωδία για να καταλήξουν, μετά από μακρύ ταξίδι στον χρόνο, στις σύγχρονες ομότυχες, δύστυχες, που πνίγονται στο Αιγαίο. Η Εκάβη, στο μότο του ποιήματος, λέει πως δεν έχει ξαναμπεί ποτέ της σε καράβι, μόνο από ζωγραφιές και ιστορίες είναι η γνώμη της γι’  αυτά- τα καράβια. Αλλά και σήμερα η μοίρα της Εκάβης, της Ανδρομάχης, της Κασσάνδρας διαγράφεται ίδια με της Εσίν, της Λεϊλά, της Εσμεράι «με τα πολύχρωμα καράβια παραμάσχαλα» που και αυτές ίσως δεν έχουν ξαναμπεί σε καράβι. Τα ίδια δεινά πάντα και πάντοτε.  ·  Οι Ικέτιδες μετανάστριες / κρατούν στη χούφτα τους / ζεστό το χώμα της πατρίδας / με το ηδονικό  νυστέρι/ ξύνουν τις πληγές/ τα σώματά τους.

 

Η παιδεία της Στυλιανού βρίσκει πολλές ευκαιρίες να μας φέρει στο φως παλαιότερες μορφές της τέχνης της. Συγκεκριμένα, οι Ικέτιδες με  «ζεστό το χώμα της πατρίδας» στη χούφτα τους μας θυμίζουν τον πριν από 100 χρόνια Γεώργιο Δροσίνη που ’χε μιλήσει ανάλογα για το «Χώμα Ελληνικό» που ο μετανάστης έπαιρνε μαζί του για φυλαχτό στην ξενιτιά. Και ακόμα  πιο πίσω στο χρόνο, είναι ο Άγγλος στρατιώτης του Σολωμού, πριν το σπαράξει ο Πόρφυρας, που είχε εκφράσει την ευχή, αστραπιαία να πάει στην πατρίδα του  και να ’ρθει «με δύο φιλιά της μάνας μου, με φούχτα γη της γης μου».

Ακόμα, η Στυλιανού θα συναντηθεί με έναν άλλο ομόλογό της, τον «γλύπτη»  Γιώργη Παυλόπουλο που ερωτοτροπεί με το άγαλμα, μέσα στο Μουσείο της αρχαίας Ολυμπίας. Η ποιήτρια ακολουθεί πιστά το πρότυπο: βλέπει την ηδονή που κορυφώνεται στα ίδια σημεία του σώματος στο «ωραίο μπούστο», στα «κυματιστά μαλλιά», στα «σκαλιστά τα χείλη». Κι αφού σβήσουν τα φώτα το δωμάτιο γεμίζει πουλιά στα τζάμια, ένα αναστεναγμός γεμίζει τον χώρο,  κι εκείνος ξαναρχίζει το έργο του…

Η ποιήτρια ονομάζει το έργο «ατελές αριστούργημα» και παραπέμπει βεβαίως στο «Άγνωστο Αριστούργημα» του Μπαλζάκ… μια ωραία ιστορία για την Τέχνη που βρίσκεται πάντα εν προόδω και όπως από την τελειότητα μια μικρή λεπτομέρεια βλέπουμε μόνο έτσι και η ρίμα αιωρείται στον αέρα ή η μισή λέξη. Η εντύπωση, πως βλέπουμε πίνακες ζωγραφικής, είναι  συχνή,  στην ποιητική συλλογή:

Την παρακολουθούσε / αργά μέσα από τις γρίλιες/ καθώς έβγαζε την καλτσοδέτα της / Βούιζε το παράθυρο/  μέλισσες που σου έτρωγαν τα μάτια /…παιδιά που πίστεψαν στα παραμύθια/ η βασιλοπούλα η κεκοιμημένη /με τα μαγεμένα σύννεφα στα μάτια/ και αδράχτι αιμάτινο / που όλο γνέθει/

Ανάερη κοπέλα / διάστικτη με φύλλα λεμονιάς/ από το σώμα σου θα γεννηθεί / το αιώνιο Ποίημα ……

 

Και πώς αλλάζει το κλίμα από κρυφοερωτικό σε κρυφοπατριδολατρικό για να εξελιχθεί και να γεννηθεί το αιώνιο Ποίημα, όπως;

Ο Νίκος Εγγονόπουλος / σκαρφάλωσε στον τοίχο / για να περάσει από την άλλη μεριά/ στην περιοχή των φαντασμάτων και των κρουνών/

Και   Ξαφνικά η Κόρη / άρχισε να γεμίζει /το πιθάρι νερό/ στα μινυρίσματα του νερού/ ήχοι πρωτόγνωροι ακούγονταν / ήχοι τηλαυγείς/ βεγγαλικά σπιθοβολούσανε / στον ουρανό// Ο Ποιητής  μάζεψε/  όλους τους ήχους / για να ζωγραφίσει / στον καμβά του / με τα λαμπερά τα χρώματα /…Λέξεις ζωοποιούσες/λέξεις εξορυσσόμενες/ από το βαθύ τελάρο της ψυχής

Ήχοι, χρώματα, εικόνες, όλες οι τέχνες σε ανταπόκριση, όπως έλεγε ο Μπωντλαίρ και όπως έκανε ο Καζαντζάκης· «Μαζεύω τα σύνεργα μου. Όραση, ακοή, γέψη, όσφρηση, αφή, μυαλό, βράδυασε πια» (Αναφορά στον Γκρέκο). Και  ο Ελύτης ανάλογα: «Έβαλα τα βιβλία μου στα ράφια και στη γωνιά μια λυπημένη Αγγελική./Το ποσοστό της ομορφιάς που μου αναλογούσε πάει το ξόδεψα όλο». (Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου, «Πέμπτη» 2γ).

 

Η Στυλιανού ξέρει να παίρνει τον μύθο και να τον εξοικειώνει, να κάνει το μακρινό κοντινό, να μεταγγίζει το παλιό κρασί σε νέα μποτίλια χωρίς να χάνει τη γεύση του, να μεταμορφώνει το «χώμα και τον πηλό» σε «αθανασία», να ταξιδεύει με τον Πιερό στο όνειρο, να ζει στο θέατρο, να αλλάζει προσωπεία, να   συμπληρώνει το φως της μέρας με το σκοτάδι της νύχτας και να μπορεί να απαντά στην πρόκληση : Για πες απόψε τι δες.

Νύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια.

Το κενό της μεγάλης απώλειας  δημιούργησε το ρωγμή για το πέρασμα στα πέρα μέρη, στα οποία μόνο η φαντασία έχει πρόσβαση…

Στο εξώφυλλο οι Αρλεκίνοι τη νύχτα,  έργο που  Μαρκ Σαγκάλ συνάδουν απολύτως αρμονικά αφού ο Αρλεκίνος είναι και αυτός μια λυπητερή αλλά και ζωντανή ψυχή που μας επαναφέρει στην αλήθεια: τις αντινομίες της ζωής.

 

 

  Ανθούλα Δανιήλ

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.