Το κείμενο γράφτηκε με αφορμή το άρθρο του Γιάννη Κολοκοτρώνη, «Σχόλιο στον οπτικό αναχρονισμό» στο Περί ου, στις 17-1-26. (https://www.periou.gr/giannis-kolokotronis-scholio-ston-optiko-anachronismo/)
Το θέμα είναι γνωστό, αλλά κάθε φορά επιστρέφει αλλιώς. Ο Κολοκοτρώνης το προσεγγίζει μέσα από την Τεχνητή Νοημοσύνη, κι εγώ συνεχίζω από το σημείο αυτό πηγαίνοντας λίγο παρακάτω, για να καταθέσω πιο προσωπικές σκέψεις πάνω στο ίδιο θέμα.
Κατ’ αρχάς, χαράγματα στους βράχους, μετά ζωγραφιές, έπειτα πορτρέτα και αγάλματα, πορτρέτα –κατά κανόνα βασιλέων και άλλων ευγενών, πνευματικών ανθρώπων και μετά καλλιτεχνών- χαλκογραφίες, φωτογραφίες· αρχικά όπως είναι, αν και πάντα ο καλλιτέχνης διόρθωνε τη στάση και τον φωτισμό, στη συνέχεια οι φωτογραφίες ήταν ρετουσαρισμένες, κι έπειτα βελτιωμένες και πιο έπειτα επιχρωματισμένες και επιτέλους έγχρωμες.
Η τεχνική εξελίσσεται κι έτσι, οι μεγάλες μύτες μικραίνουν (στη φωτογραφία με τέχνασμα (στο χειρουργείο, τα λεπτά χείλη γίνονται σαρκώδη και ζουμερά, τα μικρά στήθη των γυναικών γίνονται πλούσια και προκλητικά, αρχικά με τα ενισχυμένα σουτιέν, στη συνέχεια με τη σιλικόνη (πάλι χειρουργείο). Τα κοντά πόδια μακραίνουν, η μέση στενεύει, ο λαιμός επιμηκύνεται (μόνο στη φωτογραφία), τα μαλλιά γίνονται πλούσια και πολύ μακριά, με την προσθετική, για τις γυναίκες, (στο κομμωτήριο) και κάτι ανάλογο πλέον και για τους άντρες. Τα άσπρα μαλλιά βάφονται καστανά, μαύρα, μελιά, ξανθά, αλλά και όλα τα χρώματα της παλέτας παίζουν πια πάνω σε ένα κεφάλι. Οι μόδες αλλάζουν και συχνά επανέρχονται σε ελαφρά παραλλαγή.
Όποιος και όποια, τυχερός και τυχερή, τα έχει όλα εκ κληρονομίας, έχει καλώς. Αν όχι, αλλά θέλει να τα έχει, στο βαθμό που μπορεί, τα διορθώνει. Τα στραβά, αραιά, πεταχτά δόντια δεν υπάρχουν. Όλα είναι αλφαδιασμένα και μαργαριταρένια.
Δόντια πυκνά και μαργαριταρένια λέει ένα δημοτικό τραγούδι. Καημένε, όμορφε, κατά τα άλλα, Ζακ Μπρελ γιατί βιάστηκες να γεννηθείς;
Η βιομηχανία της ομορφιάς έχει πάμπολλα μέσα για να βελτιώσει τα πάντα. Πάμε στον φωτογράφο και παίρνουμε πόζα. Δείχνουμε το καλό μας προφίλ για να φανεί η γαλλική μυτούλα και στο ανφάς, οι μακριές μας βλεφαρίδες, το γοητευτικό, το σαγηνευτικό χαμόγελο μιας σταρ, το μάγκικο, το πονηρό, το σημαίνον βλέμμα ενός χολιγουντιανού τύπου Μπόγκυ.
Βγάζουμε φωτογραφία, ασπρόμαυρη, έγχρωμη, καλλιτεχνική. Την βάζουμε σε κάδρο, σε κορνίζα και την καμαρώνουμε.
Βεβαίως, αν κατά τύχη μοιάζουμε με κάποιον διάσημο σταρ, κυρίως τότε, καμαρώνουμε πιο πολύ. Γενικά μπορεί να ντυνόμαστε όπως οι ηθοποιοί στο σινεμά και στο θέατρο, περπατάμε, καπνίζουμε, μιλάμε, βάζουμε το καπελάκι μας, το μπερεδάκι μας ή τη ρεπούμπλικα στραβά, ανοίγουμε το ντεκολτέ προκλητικά, βάζουμε το δείχτη του χεριού μας στον κρόταφο, a la maniére de Baudelaire, ξανά φωτογραφιζόμαστε.
Γράφει ο Γιώργος Σεφέρης για κάποιον που έχει στηθεί μπροστά σε έναν πλανόδιο φωτογράφο·
«δέχουνταν το χέρι του γερο-φωτογράφου να του στρώνει τις ρυτίδες
που είχαν αφήσει στο πρόσωπό του όλα τα πετεινά τ’ ουρανού» (a la maniére de Γ. Σ.).
Ερωτήσεις: τι θα γίνεις όταν μεγαλώσεις, σε ποιον θα ήθελες να μοιάσεις; Τι είναι της μόδας αυτή την εποχή; Μου πάει, είμαι ωραία μ’ αυτό το γύψινο τελάρο στο κεφάλι; θα αρέσω; (a la maniére de Κώστας Καρυωτάκης).
Φυλλομετρώ ένα παλιό οικογενειακό άλμπουμ. Όλα τα νεογέννητα αγοράκια γυμνά, να φαίνεται το πουλάκι τους, είναι μεγάλη τιμή να είσαι αγόρι. Τα κορίτσια οργάντζες και φιόγκους σαν αεροπλάνα στα μαλλιά.
Τι θα γίνεις άμα μεγαλώσεις; Θα γίνω στρατηγός, θα γίνω Μέγας Αλέξανδρος (τα αγόρια). Θα γίνω νοσοκόμα, μαμή, άντε και δασκάλα (τα κορίτσια). Οι πιο φιλόδοξες όμως: θα γίνω βασίλισσα, ηθοποιός, χορεύτρια, τραγουδίστρια, θα παντρευτώ έναν πλούσιο… Θα γίνω γιατρός, οικονομολόγος, θα οδηγήσω τραίνο και αεροπλάνο. Θα γίνω ο άρχων του κόσμου (ο Λεονάρντο ντι Κάπριο πάνω στον Τιτανικό).
Αυτά λέγαμε όταν ήμασταν παιδιά και τώρα ήρθε η Τεχνητή Νοημοσύνη που μας δίνει τη δυνατότητα να γίνουμε ό,τι λέγαμε, αλλά δεν γίναμε, γιατί η φύση, οι κοινωνικές περιστάσεις και τα ταμπού της εποχής δεν μας επέτρεψαν. Προσωπικά, θα ήθελα, αλλά δεν το είπα από την αρχή, να τραγουδήσω εκείνο το
Ήθελα να μου όμορφος, να ’μουν και παλικάρι
να ’μουνα και τραγουδιστής δεν ήθελα άλλη χάρη
Με λίγα λόγια τα ήθελα όλα. Έκανα όσα μπόρεσα. Λοιπόν!!! Τώρα, ρωτώ: Μπορώ με την Τεχνητή Νοημοσύνη να είμαι σαν εκείνη τη βασίλισσα, ή την ηρωίδα ή την αγωνίστρια; Ναι, μπορώ, να ’μαι, έτοιμη και επιλέγω ρόλους και τίτλους:
- θέλω να είμαι σαν τη κοπέλα εκείνη στην ταράτσα του Ιάκωβου Ρίζου, η όρθια που με κοιτάζει κατάματα και μου λέει. Εμένα κοίτα, εσύ μου μοιάζεις…
Θέλω να είμαι σαν εκείνη την Ελευθερία που οδηγεί τον λαό στα οδοφράγματα του Ντελακρουά ή σαν την Ελλάδα στα ερείπια του Μεσολογγίου ή σαν τη Μπουμπουλίνα όταν δείχνει πέρα με το χέρι τον στόχο. Εκεί, εκεί θα βαρέσουν τα κανόνια μου…
Μέσα από αυτές τις μεταμορφώσεις τι συμπέρασμα βγάζεις αναγνώστη για μένα; Τι νομίζεις πως δείχνουν οι επιλογές μου; Κακό είναι αυτό που δείχνουν; Πού είναι το κακό; Σαν ηθοποιός που μπαίνει στον ρόλο μπήκα κι εγώ και συμμορφώθηκα εμφανισιακά, στυλιστικά, κινητικά, συνειδητοποιώντας ότι πρέπει να πείσω για να είμαι σωστή σ’ αυτό που καλούμαι να υπηρετήσω.
Αν πρόκειται για την πραγματική ζωή, ο ρόλος απαιτεί ψυχή, πνεύμα και συμπεριφορά, αν είναι στην τέχνη απαιτεί να τα υποδυθώ αρχίζοντας από τα εξωτερικά γνωρίσματα…Η ΑΙ θα με βοηθήσει….Και με την αυταπάτη αυτή θα γίνω για λίγο ευτυχής, όπως όταν σε μια φωτογραφία νομίζω πως είμαι πολύ ωραία και αυτήν ανεβάζω πάντα στα media.
*
Ο Γιάννης Κολοκοτρώνης μπήκε στο εργαστήριο της ΑΙ ή, ελληνιστί, της Τ.Ν. της τεχνητής νοημοσύνης δηλαδή, και μας έδωσε αρχικά τον ρόλο που αρμόζει στο όνομά του. Ένα ήρωα του ’21. Κι επειδή η φύση και η γενιά του τον έχουν ευεργετήσει το πείραμα πέτυχε 100%.
Μετά, ως καθ’ ύλην αρμόδιος, Καθηγητής Ιστορίας της Τέχνης, μπήκε και σε άλλα ιστορικά πορτρέτα ιπποτών, πολεμιστών κ.λπ., διότι τον βοηθάει όπως είπαμε η φύση του, η κορμοστασιά του, η λεβεντιά του και η επιστημονική ειδικότητά του. Άλλωστε, μεταξύ μας, η μόδα του απεριποίητου και οκαζιόν ντυμένου, ήρθε για να βολέψει τους έχοντας τα προσόντα για να υποστηρίξουν και αυτή την πτυχή της πραγματικότητας. Γιατί, ποιος στραβός, δεν θέλει το φως του, λέει μια παροιμία, να είναι δηλαδή όμορφος και να του πηγαίνουν τα ωραία ρούχα, τα βασιλικά αξιώματα και άλλα της τέχνης και της εξουσίας εξαρτήματα; Ωστόσο, για να μη μας θυμώσουν κάποιοι, το παραδεχόμαστε πως όλοι οι καλοντυμένοι δεν είναι όμορφοι και όλοι οι όμορφοι δεν είναι καλοντυμένοι.
Παρόλα αυτά, τα κοστούμια κόβονται για όλες τις ποικιλίες και πανομοιότυπα, λέει ο Ελύτης, στην Αναφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο. Συγκεκριμένα «Οι στολές κάπου, σε κάποιο αόρατο εργαστήριο, ετοιμάζονται. Είναι κομμένες ομοιόμορφα όπως οι ιδέες· κι επί πλέον προσφέρονται δωρεάν·…».
Κι ένα μπλουτζίν είναι ο βασιλιάς του ρούχου σήμερα, αλλά από μπλουτζίν σε μπλουτζίν και από άνθρωπο σε άνθρωπο υπάρχει μερικές φορές παρασάγγες απόσταση που πρέπει κανείς να διατρέξει για να εξομοιωθεί… Μιλάμε πάντα για το απέξω και όχι για ό,τι ένας άνθρωπος έχει μέσα στο μυαλό του και στην ψυχή του…
Ξεφεύγω από την ηγετική φυσιογνωμία του οπλαρχηγού του ’21 ή του πολεμιστή στη Μάχη του σαν Ρομάνο, αφήνω τον Άντι Γουώρχολ που ποτέ δεν μου άρεσε, αφήνω τον Πόλλοκ που αυτός μου άρεσε, αλλά δεν μου άρεσε και πάω στην Μαντάμ Ρεκαμιέ. Εδώ θα σταθώ.
Ο Αχιλλέας Δρούγκας πάντα με κέρδιζε με τα έργα του και την ιδεολογία που εγώ αναγνώριζα σ’ αυτά τα έργα. Κυρίως με γοήτευαν τα χρώματα. H Madame Récamier η δική του δραπέτευσε από τον καναπέ, αφήνοντας εκεί τα σημάδια της γήινης παρουσίας της· ένα λευκό σεντόνι, μια κόκκινη κορδέλα, τα ακουστικά της και στο πάτωμα τις γόβες της και βρήκε καταφύγιο στην άλλη, στον πίνακα του Ζακ Λουί Νταβίντ, που κρέμεται πάνω από τον καναπέ της. Πλατωνικά σκεπτόμενη, θα έλεγα πως πήγε να συναντήσει την «ιδέα» της. Ο Δρούγκας με το έργο του αναπαρήγαγε, με αφορμή την ωραία γυναίκα του Γάλλου ομοτέχνου του, μια δική του σύγχρονη εκδοχή της. Όμως, η ζωή τέλος δεν έχει και η επανάληψη δεν θα σταματήσει ποτέ… απλώς η πρωταγωνίστρια θα αλλάζει ρούχα και εξαρτήματα… Κάποιος άλλος καναπές, πιο μοντέρνος, κάποιες άλλες γόβες κι άλλα ακουστικά θα είναι εκεί για να δείχνουν το εκάστοτε τώρα που δεν παύει να αναπαράγει το περασμένο, το ιδανικό «κάποτε». Ειδικά βλέπω την κόκκινη κορδέλα σαν αιμάτινη γραμμή, σαν λώρο που συνδέει το τώρα με το κάποτε κι εκείνο το σεντόνι, στη φαντασία μου, δεν απέχει πολύ από φόρεμά της στον πίνακα ή δεν απέχει πολύ από την Ιερά Σινδόνη που βρέθηκε στον άδειο τάφο του αναστημένου Χριστού για να θυμίζει κάποιον που ήταν εδώ κι έφυγε ή ακόμα να θυμίζει το «άδειο πουκάμισο» μιας άλλης Ωραίας –της Ελένης του Ομήρου, του Μενελάου, του Σεφέρη- ή απλώς την εφήμερη ζωή μας.
Μοιάζει κάπως σαν τα «πατήματα στο χιόνι» του Ντεμπισί, ή τις σκιές των φύλλων πατήματα της λεύκας στον άσπρο τοίχο, στη μικρή αυλή του Σεφέρη.
Επιστρέφω στον Κολοκοτρώνη και τονίζω πως ο καλλιτέχνης μέσα του, πέρα από τον τίτλο που Καθηγητή που κατακυρώνει τη γνώμη του, μας έδειξε τι μπορούμε να κάνουμε για να αναπαραγάγουμε τον φανταστικό εαυτό μας, εννοείται, εξωτερικά, έτσι μόνο και μόνο για να παίξουμε… Ή μήπως συμβαίνει και κάτι βαθύτερο; Να μας δείξει δηλαδή ποιες θα μπορούσαν να είναι οι κρυμμένες φιλοδοξίες μας, οι ανεκπλήρωτοι πόθοι που δεν ευδοκιμούν στη ζωή μας. Βεβαίως, θα μου πείτε πως τα ρούχα δεν κάνουν τον παπά· θα συμφωνήσω, αλλά στην Τέχνη μόνο τα ρούχα κάνουν τον παπά, τον βασιλιά, τον ιππότη και ό,τι άλλο θα ήθελε κανείς να είναι, και αν του δινόταν η ευκαιρία να ταξιδέψει με τη μηχανή του Ουέλς στον χρόνο και να αλλάξει ρόλο, για να διορθώσει τα κακώς έχοντα, θα επικαλούνταν την ….
Η Τεχνητή Νοημοσύνη, σαν Μεφιστοφελής ίσως, μου προσφέρει την περίφημη illusion, την αυταπάτη, μου δίνει τα εργαλεία για να γίνω, παπάς, του Θεού ιππότης ή Δον Κιχώτης… Πίσω από τον Δον Κιχώτη δεν ήταν ο Θερβάντες. Αυτός δεν ήταν που είπε στους απορούντες ότι δεν του αρέσει ο κόσμος όπως είναι και προτιμά αυτόν που έχει στη φαντασία του; Ο ήρωας που διάλεξε δεν είναι το κυφό απωθημένο του; Το άπιαστο ιδανικό; Ε, η Τεχνητή Νοημοσύνη ήρθε να βοηθήσει τη φαντασία του, μέσω της λογοτεχνίας. «Χρυσή μου φαντασία» έλεγε ο Breton.
Τα χρόνια τρέχουν, έχουν πόδια σαν φτερά και η νέα γενιά, εν έτει 1968, ξεσηκώνεται στο Παρίσι και μας υποδεικνύει, ανάμεσα σε άλλα, να είμαστε ρεαλιστές και να ζητάμε το αδύνατο…
Και τι ζητάω, τι ζητάω, μια ευκαιρία στον Παράδεισο να πάω (Σαββόπουλος και Μαχαιρίτσας έχουν ήδη φτάσει).
Το επ’ εμοί και ενόσω ζω και αναπνέω και δεν έχω πάει στον παράδεισο ακόμα αγωνίζομαι στη γη. Το ’68 στο Παρίσι στους ώμους των συμφοιτητών μου διεκδικούσα κι εγώ, με τον τρόπο μου, τον δικό μου Παράδεισο. Όμως «η αληθινή επανάσταση δεν εξαντλείται στα φαινόμενα … φτάνει στα όνειρα», λέει ο Ελύτης στην Αναφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο. Θα συμφωνήσω, γιατί μπορεί μέσα μου να βράζω, απέξω μου όμως παραμένω ψύχραιμη. I want to stand still and dance inside, έλεγε ο Λόρενς Ντάρελ (Σεφέρης, Μέρες Γ΄, σελ. 153).
Αυτός ο «ακίνητος χορός», όπως ονόμασε ο Σεφέρης την ένταση των αγαλμάτων, το inside, την εσωτερική πάλη, που είναι κρυφή και που φτάνει στα όνειρα, αυτός μπορεί να έχει μια άλλου είδους εκτόνωση…
Μέρες Γ΄
Ιδού η κλασική φωτογραφία μου μού θύμιζε εκείνον τον πίνακα του Ντελακρουά, Η ελευθερία οδηγεί τον λαό…. la liberte guidant le people.
και εκείνη η Ελευθερία μου θύμιζε την Ελλάδα στα ερείπια του Μεσολογγίου, η οποία σιωπά αλλά όλα της φωνάζουν «γιατί»;
Και ακόμα μου θύμισε τη Μπουμπουλίνα που θα ήθελα να είμαι. Η ίδια γυναίκα πάντοτε, ανάλογα με την εποχή, τις συνθήκες και τα μέσα της.
Όμως σε ειρηνικές εποχές ήμουν πάντα ένα κορίτσι που διάβαζε και θα ήθελα να είμαι σαν την Ασπασία του Περικλή για να κάθομαι στο ίδιο Συμπόσιο με τους σοφούς να συζητώ, ή σαν την Κλεονίκη Γενναδίου, καθιστή μ’ ένα βιβλίο, σεμνή και σοβαρή, κυρία καθιστή, με ύφος σοφιστικέ, και αποφασιστική.
ή σαν εκείνη την ωραία κόρη, στην ταράτσα του Ιάκωβου Ρίζου, την όρθια στα κάγκελα που ακούει προσεκτικά τι εξηγεί ο στρατιώτης- ποιητής… Είμαστε από καλή γενιά. Μην το ξεχνάς. Κραυγάζει μέσα σε ένα ρόδινο φως, πίσω σου.
Κι ακόμα, ποτέ μην ξεχνάς ποιος είναι ο προορισμός σου. Πάντα στο νου σου να ’χεις ότι πρέπει να τελειώσεις εδώ για να μπορέσεις να πας στον Παράδεισο. Η αλήθεια μόνον έναντι θανάτου δίδεται. Για τον Παράδεισο δεν χρειάζεσαι αποσκευές. Φεύγεις με άδεια χέρια και άδειο καλάθι. Πρόσεχε τους συμβολισμούς, δίνε σημασία στα σημάδια. Τους βλέπεις όλους με χοντρά ρούχα, γάντια, γούνες, καπέλα και ομπρέλα; Μιλώ για τον πίνακα του Ρενουάρ, «Οι ομπρέλες». Και είναι όλες μπλε. Εσύ δεν έχεις να φοβάσαι τίποτα πια. Μόλις πέρασες από την άλλη όχθη του ποταμού… Εσύ πέρασες, αλλά η ζωή δεν περνάει ποτέ· είναι παντοτινή. Γι’ αυτό όσο ζεις παίξε όσους ρόλους αγαπάς και γίνε το remake όποιας δεκαετίας σου προτιμάς.
Μια τραγουδίστρια, γνωστή όμορφη και αγέραστη, μεταμφιέζεται με ρούχα εποχής διαφορετικής σε κάθε της εμφάνιση. Τη λένε Μαντόνα και είναι θεά στο είδος της, και βασίλισσα και σούπερ σε ό,τι κάνει. Εκμεταλλεύεται τις δυνατότητές της. Κι εσύ με τα μέσα που σου προσφέρει η εποχή και η Α.Ι., γίνε για λίγο αυτό που θα ήθελες να είσαι…χαρά θα νιώσεις, όπως από μια φωτογραφία που σου έβγαλε ένας φωτογράφος στο ατελιέ του κάποτε και τώρα τη βλέπεις και καμαρώνεις: ήμουν μικρή πράσινη κόρη δεκατριών χρονών και είχα ντυθεί βασίλισσα Αμαλία. Κοίτα !!!…
Ανθούλα Δανιήλ






Πολύ ωραία ανάλυση με ευρύτητα παραδείγματα!