Η δομή του ρεαλισμού ως έκφραση και ως εικονοποιία
Η συλλογή διηγημάτων του Κωνσταντίνου Λίχνου με τίτλο Οι αχθοφόροι (εκδόσεις Υψικάμινος, Αθήνα, 2025)δεν είναι μία συλλογή κειμένων της μυθοπλασίας η οποία στηρίζει τα αποτελέσματά της στη ρεαλιστική απεικόνιση και τη ρεαλιστική μορφική συμπύκνωση. Είναι η επιτομή της μεταβολής των όρων πρόσληψης της εικονοποιίας μέσα από την προσέγγιση των κοινωνικών εκείνων στρωμάτων που περνούν στο περιθώριο της συλλογικής ζωής και λειτουργίας, μέσα από μία δομικά άρτια σύνθεση ιστορικών στιγμών, που συνομιλούν με τον χρόνο και τον χώρο, επενδύοντας στο βάθος του ιστορικού πεδίου αντιστοιχίας, έχοντας τα πρόσωπα των εκάστοτε ιστοριών στο προσκήνιο της πραγματολογικής ανάλυσης των δεδομένων. Με άλλα λόγια, τα διηγήματα της συλλογής δύνανται να διαβαστούν αυτοτελώς, ως αυτόνομες ιστορίες με αρχή μέση και τέλος, αλλά η συνολική τους οπτική αποκαθίσταται όταν η ανάγνωσή τους γεφυρώσει τις αιτίες των γεγονότων από το ένα ιστορικό περιστατικό στο επόμενο, σχηματοποιώντας μία ενιαία εικόνα και μορφή, στον πυρήνα της οποίας εντοπίζει ο αναγνώστης τους αφανείς ήρωες της κοινωνικής δραματικότητας. Έτσι, η συλλογή στο σύνολό της μπορεί να διαβαστεί ως ενιαίος τόπος γεγονότων με χρονολογική ακολουθία, με τους ήρωες από τον έναν χωροχρόνο να μετατοπίζονται στην προέκτασή τους στον επόμενο, συγκροτώντας μία γεφυρωμένη ενότητα πεπραγμένων σε εξελικτική διάσταση. Ο Κωνσταντίνος Λίχνος σκηνοθετεί με δεξιοτεχνική μαεστρία τόπους και πράξεις στις διασταλτικές ερμηνείες των οποίων κανείς αντικρίζει τις πτυχές ενός εμπειρικού κοινωνικού συνδέσμου μεταξύ αιτίου και αιτιατού, δηλαδή επενδύει στον μορφικό και δομικό ρεαλισμό των ενεργειών, εντός ενός περιθωρίου του κυρίαρχου χαρακτήρα των διαδραματιζομένων γεγονότων, έτσι ώστε η απόληξη των πράξεων να διαπερνά τις αιτίες κορύφωσης των κορυφώσεων, αφήνοντας ως παρακαταθήκη την πολιτική αιχμή στην κατάληξη των αποτελεσμάτων.
Αυτή η επένδυση είναι ενδεικτική των λεκτικών σχημάτων τα οποία μεταχειρίζεται, επιλέγοντας προσεκτικά τον τρόπο με τον οποίο θα εξετάσει τις λεπτομέρειες των σκηνικών που συνθέτουν την κυρίαρχη κάθε φορά εικόνα εστίασης της οπτικής θέασης των πραγμάτων, οπτική η οποία μεταβάλλεται εξαιτίας της αλλαγής των όρων προβολής των γεγονότων, δίχως, όμως, να επηρεάζει τον πυρήνα της ρεαλιστικής καταγραφής αυτής καθαυτής. «Μέσα σε λίγες ημέρες, άλλαξε ο τόπος μας εντελώς και γίνηκε αγνώριστος. Στις πλατείες στήνονταν ολοένα συσσίτια και λαϊκοί έρανοι, ενώ σε κάθε γωνιά ξεφύτρωνε κι απ’ ένα γραφείο ευρέσεως εργασίας. Μαζί με τις συνθήκες, άλλαζαν κι οι άνθρωποι: βολόδερναν φοβισμένοι γυρεύοντας προοπτική, ενώ οι δουλειές ήταν λιγοστές, τα μεροκάματα ισχνά και οι τιμές των αγαθών όλο και αύξαιναν. Κι έτσι, οι λαϊκοί ξεσηκωμοί και οι εργατικές απεργίες είχαν καταντήσει φαινόμενο καθημερινό, μα λύση δε δινόταν, ούτε ανακούφιση. Ο κόσμος πεινούσε, και πιότερο απ’ όλους πεινούσαν οι νεοφερμένοι μας γείτονες. Να εμφανιστεί τέτοια ανάγκη σε τρόφιμα,φάρμακα και κλινοσκεπάσματα δυο μέτρα έξω απ’ το σπίτι μας, δεν το περίμενε ποτέ του κανείς μας πως θα συμβεί. Αλλά τι μπορούσαμε να προσφέρουμε στον έχοντα ανάγκη και τον δοκιμαζόμενο, αφού δε μας περίσσευε τίποτα για να το δώσουμε απλόχερα; Ήτανε, εκείνες τις ώρες, να σταυροκοπιέται κανένας και με τα δυο του τα χέρια» (απόσπασμα από το διήγημα Στον καφενέ). Σε αυτήν την παράγραφο διαπιστώνουμε το πρώτο νήμα της οπτικής παρουσίασης του συγγραφέα έναντι της κατασκευής των προσώπων. Τα τελευταία αποκτούν γνωρίσματα που συνάδουν με την κοινωνική διαστρωμάτωση, τις βιωμένες εμπειρίες που σκιαγραφούν τους χαρακτήρες και τις προσωποποιημένες πια οικονομικές παραμέτρους που επενεργούν στη διακόσμηση των εξωτερικών διακριτών γνωρισμάτων. Η εξέλιξη αυτή συνεπάγεται εκ των προτέρων την κατεύθυνση την οποία υιοθετεί ο συγγραφέας, επιδιώκοντας την ταύτιση των εξωτερικών και των εσωτερικών μεταβολών στις επιλογές των πρωταγωνιστών ως αποτέλεσμα των κοινωνικών παραγόντων. Με άλλα λόγια, ο εξωτερικός κόσμος των πραγμάτων σε άμεση συνάφεια των αιτιακών σχέσεων, που επενεργούν στο σύνολο των ατομικών και συλλογικών αντιστοιχιών, διαμορφώνει ένα σχήμα περιγραφής το οποίο είναι κυρίαρχο σε όλα τα διηγήματα. Οι περιγραφές δηλαδή δεν περιορίζονται στην επιφάνεια των δεδομένων, αλλά λειτουργούν ως πρώιμες αναλύσεις των εξελίξεων που θα συναντήσει ο αναγνώστης στις ιστορίες που ξεδιπλώνονται μπροστά του. Η φαντασία λοιπόν καλείται να επεξεργαστεί σε κάθε επίπεδο ανάλυσης του συγγραφέα τις συνδηλώσεις των αιτιακών σχέσεων, όπως ακριβώς αποτυπώνονται στα χαρακτηριστικά των προσώπων, τα οποία με τη σειρά τους αποτελούν προεκτάσεις του κοινωνικού περιβάλλοντος, εντός του οποίου οι ήρωες των ιστοριών αναπτύσσουν τη δράση τους.
Ας δούμε, όμως, και την περίπτωση εκείνη κατά την οποία η μορφική διάσταση σχετίζεται με τη φύση αυτή καθαυτή, στην πλέον αναπλαστική της εκδοχή: «Πλάι στον περιφερειακό δρόμο για τ’ Αγρίνιο, στο Ξηρόμερο Αιτωλοακαρνανίας, περί τα πενήντα χιλιόμετρα βορειοδυτικά του Μεσολογγίου, βρίσκεται το σπίτι που ζω από τότε που γεννήθηκα. Το σπίτι με τα δυο τετράγωνα παραθύρια σκουροπράσινου χρώματος, που μένουν μονίμως κλειστά, την κατάμαυρη καγκελωτή αυλόπορτα, μισή οργιά από ’κείθε που τελειώνει η άσφαλτος, και τη μακρόστενη αυλή –πάντοτες ασβεστωμένη– που τη σκεπάζει απ’ άκρη ως άκρη μια πολύκλωνη κληματαριά. Η ξύλινη ταμπλαδωτή εξώθυρα του σπιτιού είναι βαμμένη σκουροπράσινη κι αυτή, να θυμίζει κυπαρίσσι, και στ’ αριστερά της, πέντε στενόφαρδα σκαλοπάτια σ’ οδηγούν στο κατώι· έναν σκοτεινό λάκκο με ίσια τοιχώματα από λάσπη και πέτρα, στηριγμένα με στύλους βελανιδιάς, στερεωμένους στο χώμα με άχυρο και πηλό. Με το που σπρώξεις προς τα μέσα την πρόχειρη πορτούλα από χοντροκομμένες πευκοσανίδες, και μπεις στο κατώι, θα δεις έναν σιδερένιο πάγκο εργασίας στη μια γωνιά, ένα μεγάλο ξύλινο κρασοβάρελο με τέσσερα σκουριασμένα στεφάνια στο κέντρο του χώρου, διάφορα αγροτικά εργαλεία, πριόνια, δρεπάνια και δικράνια, ακουμπισμένα στους τοίχους, μερικές τριχιές να κρέμονται κουλουριασμένες σε καρφωμένες πρόγκες και σιδερένιους γάντζους, που προεξέχουν από αλάξευτες πέτρες, και κάποια σακιά με πατάτες, αφημένα πάνω στο χωμάτινο δάπεδο. Βγαίνοντας απ’ το κατώι, κι ανεβαίνοντας τα σκαλοπάτια προς την αυλή, προσπερνάς μικρές γλάστρες με βασιλικό και μέντα, τοποθετημένες απάνω σ’ ένα στενό και ασβεστωμένο κράσπεδο, γεμάτο από σβόλους χώματος και μικρά ζωύφια· ενώ έχεις την πλάτη στραμμένη στην αυλόπορτα, κοιτάζοντας αντιπέρα απ’ τον δρόμο, όπου η γης βαθαίνει απότομα, κι απλώνεται κάμπος μέχρι το ξεροβούνι. Σαν βγεις απ’ το πισωπόρτι, στην άλλη πλευρά του σπιτιού, και σταθείς κάτω απ’ το ακρόστεγο,σε μια μικρή αυλή όπου είναι το πλυσταριό, βλέπεις εμπρός σου το μικρό περβόλι του οικοπέδου, έναν παραμελημένο πετρότοπο γιομάτο αγκαθερά αγριόχορτα· μα μπορείς ν’ αγναντέψεις και τα γειτονικά, τα εύφορα κήπια, με καρπούς να κρέμονται απ’ τα κλαδιά κάθε δέντρου τους. Κι αν είναι ηλιόλουστη η μέρα και ανέφιαστος ο ορίζοντας, μπορείς να θαυμάσεις ολάκερο τον κάμπο από ’κεί:». Διαπιστώνουμε ότι η φύση των πραγμάτων δεν είναι δεδομένη, μολονότι το εξωτερικό περίβλημα παραμένει στην επιφάνειά του το γνώριμο και συνηθισμένο, όπως το εισπράττουν τα συμβαλλόμενα μέρη σε κάθε περίπτωση. Αντίθετα, το περιεχόμενο και η ταυτότητα των διακριτών μερών έχουν καταβολές κοινωνικού χαρακτήρα που επιτρέπουν στον συγγραφέα να μεταχειρίζεται τους ήρωες ως προεκτάσεις ενός διασταλτικού ορίζοντα πρακτικών, εντός του οποίου ενυπάρχει ζώσα η ερμηνεία της φύσης των πραγμάτων. Παρατηρούμε τον τρόπο με τον οποίο τα εξωτερικά γνωρίσματα των προσώπων, η σύνδεση με στοιχεία της φύσης και ο κοινωνικός περίβολος στην πλέον περιορισμένη του θέαση αλληλοσυμπληρώνονται, διαμορφώνοντας ανά διήγημα μία ενότητα, ακόμη και στη διακριτή ανάγνωση των διηγημάτων και των ιστοριών τους. Αυτό δηλαδή που πετυχαίνει έντεχνα ο δημιουργός είναι να διαμορφώνει τους όρους μίας ενιαίας καταγραφής όπως αυτή εξατομικεύεται στα δρώντα πρόσωπα των γεγονότων, έτσι ώστε οι ιστορίες αυτές καθαυτές να περιλαμβάνουν μία σειρά από περιγραφές ικανές να προσγειώσουν τη φαντασία του αναγνώστη στη ρεαλιστική πραγματικότητα, δίχως, όμως, να υπερφορτώνει τις λεπτομέρειες στον βαθμό εκείνο που θα υπονομευόταν η συνοχή της εικονοποιίας.
Αυτή η επιδιωκόμενη συνοχή εμφανίζεται σε όλα τα διηγήματα. Είναι δε κυρίαρχη στις περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες τα πρόσωπα επιζητούν την ιστορική αντιστοιχία, όχι ως κατάδειξη μεταβολής των όρων σύνθεσης των νέων πραγματικοτήτων που βιώνουν, αλλά ως αποκαλυπτικές των δεδομένων που όριζαν το παρελθόν και τώρα αλλάζουν άρδην την πρόσληψή τους. Έτσι, στο διήγημα με τίτλο «Η Ανάσταση» ο συγγραφέας επενδύει στον ψυχισμό των συμβαλλόμενων μερών, όπως επανέρχονται στο προσκήνιο του ιστορικού χρόνου, αναγνωρίζοντας τις μεταβολές που έχουν υποστεί στο μεσοδιάστημα. Γράφει χαρακτηριστικά: «Τα νέα εξαπλώθηκαν σαν αυγουστιάτικη πυρκαγιά και το σούσουρο, που προκλήθηκε, ήταν πρωτόγνωρο.Στους δρόμους έβλεπες διαρκώς ανθρώπους να διαδίδουν την είδηση, ψιθυρίζοντας συνωμοτικά, ενώ παρίσταναν δήθεν τους αδιάφορους. Στους καφενέδες δε θιγόταν άλλο θέμα πέραν αυτού, και οι πάντες ένιωθαν αρμόδιοι να εκφέρουν μια γνώμη. Ο πάπα Ιερόθεος, ανέστη εκ νεκρών!, τούτη ήταν η επικρατούσα υπόθεση και υπήρχαν ήδη, τουλάχιστον, δυο καταμετρημένες θεάσεις να τη στηρίζουν· μια στο παλιό νεκροταφείο, κοντά στον ανοιγμένο τάφο του, και μια μέσα στο ιερό της εκκλησίας. Περισσότερες,αν συνυπολογίσουμε πως μερικοί, αν και δεν είδαν τον ίδιο τον αναστημένο, παρατήρησαν τα ράσα του να ξεπροβάλουν φευγαλέα μπροστά απ’ τον πολυέλεο της εκκλησίας.Οι φήμες οργίαζαν και επηρέαζαν σταδιακά μέχρι και όσους αρχικά παρουσιάστηκαν δύσπιστοι». Σε όλες τις περιπτώσεις, όπως αυτή που αναφέρθηκε μόλις παραπάνω, η θετική προοπτική ενός συμβάντος συνυπάρχει με τη διαλεκτική της άρνησής του, ως απώλεια ενός βασικού κεκτημένου, το οποίο σε κάθε περίσταση μεταμορφώνεται σε μία εναλλακτική σχεδίαση, δίχως, ωστόσο, να υπονομεύει τις συνθήκες έκφρασής του. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο συγγραφέας δε λησμονεί όπως καταγράψει στην εξέλιξη των γεγονότων την έννοια της ματαίωσης, της ήττας και της οπισθοχώρησης, ως συντεταγμένες μίας εναρμόνισης συσχετισμών χωρίς τεχνητές προϋποθέσεις ή πλασματικές εισαγωγές. Επιδιώκει όπως αναδείξει τον συγκρουσιακό χαρακτήρα των αιτιών έως ότου η προοπτική αυτών στη μετεξέλιξή τους μεταπλάσει τις αφετηρίες σε κορυφώσεις διαδραματιζομένων πρακτικών με ιστορική αναφορά. Αυτός ο χώρος και ο χρόνος δεν αποτελούν απλώς μία εσκεμμένη χειραγώγηση έναντι του αναγνώστη, με στόχο την απλοποίηση των συντεταγμένων ερμηνείας των εικόνων που οδηγούν στη συγκρότηση των κοινωνικών αιτιακών σχέσεων ως πλέγμα σχέσεων ιεραρχημένων μηχανισμών παραγωγής συγκεκριμένων πρακτικών, αλλά, αντίθετα, είναι ο χώρος και χρόνος μία ενιαία υπόσταση μέσω της οποίας τα δρώντα πρόσωπα γνωρίζουν τον εαυτό τους, αναδεικνύοντας την εμπειρία των γεγονότων ως ορίζοντες της ατομικής τους υπόστασης, τέτοιας που είναι σε θέση να αποτυπώσει τις κοινωνικές αναφορές ως συμπληρώματα των εξατομικευμένων ενεργειών.
Συμπερασματικά, η συλλογή διηγημάτων του Κωνσταντίνου Λίχνου συνιστά μία κατεξοχήν υπεύθυνη λογοτεχνική εργασία, με την έννοια της αντίληψης την οποία μεταφέρει στον γραπτό λόγο ο συγγραφέας, αντίληψη του ρεαλισμού ως πρόταγμα πολιτικής και κοινωνικής πρακτικής κριτικής, υιοθετώντας μία συλλογική στάση έναντι των πραγμάτων τέτοια που είναι ικανή να αναδείξει τις αιτίες που οδηγούν τους ήρωες των καθημερινών ιστοριών στην αποκάλυψη του εσωτερικού περιβόλου του εαυτού τους ως έκταση ενός κοινωνικού ορίζοντα πολλαπλών επιπέδων ανάγνωσης, δίχως να αρνούνται την πιθανότητα της ήττας και της πτώσης στο πεδίο των πεπραγμένων, πάντοτε, ωστόσο με την ελπίδα η εκάστοτε πράξη να είναι η ύστατη σε μία πορεία ολίσθησης των αξιακών προταγμάτων της ανθρώπινης υπόστασης και αξιοπρέπειας, αντιστρέφοντας τους όρους αυτής της κατεύθυνσης, διατηρώντας άσβεστη την ελπίδα της κοινωνικής αλλαγής, εκκινώντας από το άτομο για να καταλήξει στο συλλογικό υποκείμενο.
