Θα μπορούσαμε να ιδωθούμε οι τρεις φίλες τη Δευτέρα; Ήταν για την καθαρά Δευτέρα το ραντεβού, αν μπορούσε. Ναι, βέβαια, ακόμα καλύτερα, ναι, μέσα. Μια μέρα μετά, έκλεισα, στο Γεωργιανό εστιατόριο, ακούστηκε η Νανά.Στις δύο να είσαι εκεί, ερχόμαστε κι εμείς,το τραπέζι στο όνομά μου. Από το πρωί ανάμεσα σε διάφορες δουλειές γύριζε κάθε τόσο στο δωμάτιο με την τηλεόραση και στα ρεπορτάζ με τις τιμές στη Βαρβάκειο και στο Καπάνι, τις εικόνες για το σαρακοστιανό μενού – ψάρια και θαλασσινά που σπαρταρούσαν, μύδια , σουπιές, χταπόδια και καλαμαράκια, λαγάνες που μοσχοβολούσαν διαπερνώντας το τιτάνιο, χαλβάς σιμιγδαλένιος και ταραμάς λευκός και ρόδινος και τσίπουρα και κρασάκια της φαντασίας , εις υγείαν.
Δεν περνούσε η ώρα και στις δύο παρά έμπαινε πρώτη στο εστιατόριο με άδεια τα τραπέζια του, χωρίς τις χαρακτηριστικές ουράνιες μυρωδιές ψητών και τηγανητών, χωρίς φωνές και γέλια, στριμωξίδι και χαρές. Κάθισε ,και ζήτησε τον κατάλογο, με μαύρα προαισθήματα, και ..πουθενά τα φαγητά της γιορτής. Γιορτή ήτανε, πρώτη μέρα της νηστείας, σαρακοστή, σαράντα μέρες ώς το Πάσχα . Γιορτή κατά τη λαογραφικής μας παράδοση, που υπερκάλυπταν πάντοτε φιλότιμα,κυρίως το γαστριμαργικό της μέρος. Όλοι τους. Παγιδευμένη, γύριζε τώρα τις σελίδες, συλλαβίζοντας ανόρεχτα τα ονόματα εξωτικών φαγητών.Χατσαπούρι, μερούλι, χινκάλι με κιμά και χινκάλι με τυρί, Οτζαχούρι, Ζουλιέν.Α, νάτες ήρθαν κι οι φιλενάδες . Τις καλωσόρισε με μισό χαμόγελο και περιορίστηκε να μυκτηρίσει τις επιλογές του εστιατορίου και την περίεργη ροπή του προς τη λαγνεία και τα κρεατικά, μέρα που είναι..
