Απρόσκλητος επισκέπτης.
Ξαφνική καταιγίδα έσπασε την ησυχία της νύχτας. Αέρας βίαιος κτύπησε τη μισάνοιχτη μπαλκονόπορτα και μ΄ένα κραχ γκρεμίστηκε παρασύροντας και τη διάφανη κουρτίνα στα συντρίμμια της. Πετάχτηκα αλαφιασμένη. Τα γαλανά διασταλμένα από φόβο μάτια μου ήταν δύο κομμάτια παγωμένου ουρανού.
-Είμαι ο χρόνος, αυτοσυστήθηκε ο εισβολέας άνεμος και κάθισε αγέρωχος στη μπερζέρα δίπλα στο τζάκι ανάβοντας το πούρο του.
Ο ανθισμένος κήπος, λαθραίος επιβάτης, σύρθηκε στο σαλόνι μου απ΄το απρόσμενο άνοιγμα. Το αναρριχώμενο αγιόκλημα έντυσε τους τοίχους κι ο κισσός έστρωσε το πάτωμα όμοιο με υφαντό χαλί. Οι ανθισμένες βιολέτες άπλωσαν τα μωβ πέταλα τους γύρω απ΄το σώμα μου. Η άχρωμη ρόμπα μου άνθισε κι έγινε το λουλουδάτο φόρεμα της νιότης μου.
Το κορμί μου ρίγησε από το άρωμα τους. Τα άσπρα μαλλιά μου κάνιστρο έτοιμο για τη γιορτή του Βάκχου.
Οι κουβαρίστρες με τα πολύχρωμα νήματα από το καλάθι της ραπτικής και του πλεξίματος, βάλθηκαν να στολίσουν το αχτένιστο κεφάλι μου. Ρολά μικρά και μεγάλα με πολύχρωμες μεταξωτές κλωστές άρχισαν να πλέκουν το νυφικό μου φόρεμα. Μία καλή, μία ανάποδη. Κι οι χαρακιές του χρόνου στο πρόσωπο μου λείαιναν το δρόμο με λέξεις και νότες γράφοντας τον μύθο μου.
Στάθηκα δίπλα στην πράσινη βελούδινη πολυθρόνα μου και έριξα το κεντημένο πέπλο στους ώμους μου. Άπλωσα το χέρι μου στον απρόσκλητο καλεσμένο. Η παλάμη μου πανάρχαιος πάπυρος γεμάτος σύμβολά κι ιερογλυφικά.
-Είμαι έτοιμη για το επόμενο ταξίδι μας, είπα στον εισβολέα χρόνο.
Χαμογέλασε και με βαθιά υπόκλιση με τύλιξε στη χοάνη της αεροδίνης του.
Ξαφνική καταιγίδα έσπασε την ησυχία της νύχτας. Αέρας βίαιος κτύπησε τη μισάνοιχτη μπαλκονόπορτα και μ΄ένα κραχ γκρεμίστηκε παρασύροντας και τη διάφανη κουρτίνα στα συντρίμμια της. Πετάχτηκα αλαφιασμένη. Τα γαλανά διασταλμένα από φόβο μάτια μου ήταν δύο κομμάτια παγωμένου ουρανού.
-Είμαι ο χρόνος, αυτοσυστήθηκε ο εισβολέας άνεμος και κάθισε αγέρωχος στη μπερζέρα δίπλα στο τζάκι ανάβοντας το πούρο του.
Ο ανθισμένος κήπος, λαθραίος επιβάτης, σύρθηκε στο σαλόνι μου απ΄το απρόσμενο άνοιγμα. Το αναρριχώμενο αγιόκλημα έντυσε τους τοίχους κι ο κισσός έστρωσε το πάτωμα όμοιο με υφαντό χαλί. Οι ανθισμένες βιολέτες άπλωσαν τα μωβ πέταλα τους γύρω απ΄το σώμα μου. Η άχρωμη ρόμπα μου άνθισε κι έγινε το λουλουδάτο φόρεμα της νιότης μου.
Το κορμί μου ρίγησε από το άρωμα τους. Τα άσπρα μαλλιά μου κάνιστρο έτοιμο για τη γιορτή του Βάκχου.
Οι κουβαρίστρες με τα πολύχρωμα νήματα από το καλάθι της ραπτικής και του πλεξίματος, βάλθηκαν να στολίσουν το αχτένιστο κεφάλι μου. Ρολά μικρά και μεγάλα με πολύχρωμες μεταξωτές κλωστές άρχισαν να πλέκουν το νυφικό μου φόρεμα. Μία καλή, μία ανάποδη. Κι οι χαρακιές του χρόνου στο πρόσωπο μου λείαιναν το δρόμο με λέξεις και νότες γράφοντας τον μύθο μου.
Στάθηκα δίπλα στην πράσινη βελούδινη πολυθρόνα μου και έριξα το κεντημένο πέπλο στους ώμους μου. Άπλωσα το χέρι μου στον απρόσκλητο καλεσμένο. Η παλάμη μου πανάρχαιος πάπυρος γεμάτος σύμβολά κι ιερογλυφικά.
-Είμαι έτοιμη για το επόμενο ταξίδι μας, είπα στον εισβολέα χρόνο.
Χαμογέλασε και με βαθιά υπόκλιση με τύλιξε στη χοάνη της αεροδίνης του.
