You are currently viewing Αριστούλα Δάλλη: Στέλλα Ζερβάκη, «Το ταξίδι του εγώ στο τώρα», ποιητική συλλογή εκδόσεις Μετρονόμος. 2023.

Αριστούλα Δάλλη: Στέλλα Ζερβάκη, «Το ταξίδι του εγώ στο τώρα», ποιητική συλλογή εκδόσεις Μετρονόμος. 2023.

Το «Ταξίδι του εγώ στο τώρα», ποίηση, εκδόσεις Μετρονόμος, της Στέλλας Ζερβάκη, είναι το πρώτο βιβλίο της. Με φωνή ανθρώπινα ευαίσθητη καταφέρνει να μας ταξιδέψει σε περιοχές που δεν μας είναι άγνωστες, ίσως οικείες, αγγίζοντας την δυστοπική πραγματικότητα του τώρα με λόγο ανεπιτήδευτο, καθαρό, ειλικρινή.

Η ποιητική συλλογή  αρθρωμένη σε εβδομήντα τρία ποιήματα, αφηγείται προσωπικές σκέψεις και εμπειρίες, τις ανατέμνει με τον δικό της τρόπο χωρίς να κρύβεται πίσω από θεωρητικές και γενικευμένες εκφράσεις.

 

Με λόγο υπεύθυνο, συναισθηματική προσέγγιση και υπαρξιακή αναζήτηση, κινείται κυκλικά στον βιωμένο χρόνο ανασκαλεύοντας τη μνήμη με όσο περισσότερη ειλικρίνεια μπορεί στο πεδίο της σκέψης.

Υπερίπταται του εξωτερικού χώρου, στοχάζεται και αναστοχάζεται καθώς βυθίζεται στο χώρο του έσω εαυτού και προσπαθεί να συνενώσει τις ιδέες του προσωπικού και συλλογικού ασυνειδήτου. Ως ένας άλλος μυθολογικός Υπερίων καταγράφει τις αντιληπτικές παρατηρήσεις του υπαρκτού, εστιάζεται στο ανθρώπινο γίγνεσθαι του τώρα, με το χρώμα του δικού της προσωπικού ταξιδιού στον διαχρονικό κόσμο.

Από την αρχή, με τον αυτό-αναφορικό τίτλο του βιβλίου «Το ταξίδι του εγώ στο τώρα» και την εικόνα του εξωφύλλου ,με την υπέρβαση του  άλματος σε ουρανό και θάλασσα, η ποιήτρια ορίζει το ταξίδι της με δύο σημαντικές παραμέτρους, τον χώρο που σηματοδοτείται με το Εγώ, και τον παρόντα  χρόνο που ορίζεται με το τώρα».

Έτσι το ποιητικό υποκείμενο μας συστήνεται με την φωνή του Εγώ στο  εδώ και τώρα, συμπυκνώνοντας τις αναμνήσεις του παρελθόντος και τις προσδοκίες του μέλλοντος.

 

Με πρωτοπρόσωπη και τριτοπρόσωπη αφήγηση, στήνει τις ποιητικές εικόνες του ταξιδιού της επιτρέποντας τον αναγνώστη να συνταξιδέψει μαζί της, άλλοτε με ταύτιση και άλλοτε με αποστασιοποίηση από τις προσωπικές της εμπειρίες.

Στην προμετωπίδα, η Στέλλα Ζερβάκη ανοίγει την αυλαία του ποιητικού, σχεδόν λυρικού, έργου της με τους στίχους του Ζαρατούστρα, που σε όλο το ταξίδι του σχοινοβατεί  αναζητώντας  την ισορροπία ανάμεσα σε ουρανό και άβυσσο. Με τον δάνειο λόγο του ποιητή Φ.Νίτσε, απ΄ αρχής στέλνει το μήνυμα της προσωπικής της επιθυμίας για ελευθερία τολμώντας την συμβολική πτώση της ύλης και επιτυγχάνοντας την πνευματική ανάταση. Καταγράφει την διαδικασία της σύγκρουσης αλλά και την αποδοχή των δύο διαστάσεων της ανθρώπινης φύσης,  πνεύμα- ύλη, καλό-κακό, φως-σκοτάδι, εγώ-εμείς, την οποία συναντούμε σε όλο το πνευματικό ταξίδι της.

 

Η ποιητική συλλογή περιστρέφεται, ως καρουσέλ, σε πέντε άξονες επιτρέποντας τον αναγνώστη να παρακολουθεί τα ίδια τοπία , που όμως δεν είναι ποτέ τα ίδια μορφικά μέσα στις αλλαγές του χρόνου.  Ο χρόνος-Κρόνος κατατρώει και ξαναγεννά απ΄ αρχής τα ίδια τοπία σώζοντας τα από την θνητότητα.

Στο σώμα της συλλογής και στην σύνθεση των ποιημάτων αναγνωρίζονται οι πέντε θεματικές ενότητες, που αφορούν τον χρόνο, τον υπαρξιακό φόβο, την μοναξιά, το δίπολο φως –σκοτάδι και τον σχεσιακό χορό του Εγώ με το Εσύ-δημιουργώντας χώρο για την συνύπαρξη στο  Εμείς.

 

Η γνώση του «Εγώ είμαι» και η αυτό-αναφορά στον  άνθρωπο από τη πρώτη αίσθηση της ύπαρξης του, μετά την απώλεια της παραδείσιας ευδαιμονίας, διαμορφώνεται με την τριβή και τον πόνο της απώλειας, την επιθυμία για επίτευξη του σκοπού, την θέληση για αρμονία μέσα στον χρόνο. Η ποιήτρια ως μέσον επίτευξης υποστηρίζει και προτείνει την Τέχνη, μιας και η ζωή είναι έργο τέχνης του ποιητή δημιουργού.

 

Γράφει στο πρώτο ομώνυμο ποίημα ( σελ,11) για την πρώτη σύλληψη, για την πρωταρχική σχέση συμβολικά με το κόκκινο χρώμα του αίματος και του πάθους  και για την εξέλιξη και την αναγνώριση  της όμορφης ανθρώπινης ζωής.

   « Πιάστηκε το κόκκινο φουλάρι στην καρέκλα/…../και ύστερα από χρόνια/ καθώς το τρένο από το σκοτάδι στο φως μπαινοβγαίνει/ με κόκκινη κλωστή ανέμιζε/ την ανθρώπινη ομορφιά θύμιζε».

 

Πλέκει με κόκκινη κλωστή την μοίρα η Κλωθώ του ανθρώπου όταν γεννιέται, όταν μεταβαίνει από το σκοτάδι στο φως, από την ανυπαρξία στην ύπαρξη,  με καταγραμμένο στο σώμα του τον φόβο της μοναξιάς, την ενστικτώδη ανάγκη του έρωτα.

Στο ποίημα της « χαραμάδα» γράφει:

« Σαν την ηλιαχτίδα που φοβάται την πόρτα να διαβεί / άφησε την μοναξιά να εισχωρήσει / πλέον δεν φοβάται τη ζωή / εγώ που πίστευα ότι ο κόσμος θα με σώσει/  έμεινε η πόρτα μου ανοιχτή / μα ο φόβος δεν τόλμησε να περάσει»

 

Συνδέει τις αναμνήσεις του παρελθόντος χρόνου με τις προσδοκίες του μέλλοντος βιώνοντας το παρόν. Δυνατός κρίκος η γενεσιουργός δύναμη του έρωτα, η αδιαχώριστη σχέση του εγώ με τον πρωταρχικό πυρήνα του εαυτού. Δεν ξέρει ποια είναι. Αναγνωρίζει την ύπαρξη της μέσα από το είδωλο του καθρέφτη, το βλέμμα της μητέρας, μία κατάσταση ασφάλειας και παραδείσιας ολότητας. Και ύστερα ο αποχωρισμός, η διάσχιση και η αναγνώριση ότι εγώ είμαι κάτι άλλο από το είδωλο του καθρέφτη. Τώρα είμαι εγώ, έχω ταυτότητα και σχετίζομαι μ΄ ένα άλλο εγώ, το Εσύ τον απέναντι άλλον. Έτσι υπάρχω, λέει η ποιήτρια, στο δικό μου χρόνο και συνυπάρχω μέσα από το εμείς .

Γράφει στο ποίημα «Ανθρώπινα σταυροδρόμια», σελ 30.

« Πόσους ανθρώπους γνώρισα / Οι δρόμοι μας ενώθηκαν/ οι δρόμοι μας χώρισαν./Λόγια ειπώθηκαν / λόγια θάφτηκαν /Μέσα μου όλους τους κρατώ / είναι κομμάτια  μου / δικό τους είμαι εγώ ./»

 

Το ταξίδι αρχίζει με την αναγνώριση της ταυτότητας και της μοναδικότητας, μαζί με τις αμφισβητήσεις περί αλήθειας και ψέματος, αγάπης και προδοσίας, ονείρου και πραγματικότητας..

Οι επιθυμίες όμως του ονείρου βρίσκονται απέναντι από την άχρωμη σκληρή πραγματικότητα. Τα τείχη κτισμένα με αυστηρά όρια και πρέπει, άμυνες του εγώ για να μην χαθεί στο χωρίς όρια υπαρξιακό χάος, χάνει το κόκκινο χρώμα της ζωής και καταρρέει καθώς βλέπει τα νεκρά φύλλα στη μέση του δρόμου και τα συντρίμμια των κάστρων της ψευδαίσθησης. Όνειρο και πραγματικότητα αδιαίρετο ζευγάρι.

Πονάει το ποιητικό υποκείμενο, ακολουθεί η φύση του στην εξελικτική σκάλα της ενηλικίωσης, χάνει την αθωότητα της παιδικής  ηλικίας, την πίστη στους θεούς γονείς, στους ανθρώπους, στη ματαίωση της μαγείας και της φαντασίας, την απομάκρυνση από τα στοιχεία της  θεϊκής φύσης. Με το ποίημα «Γήρας» αγγίζει το φόβο του θανάτου, την αδυναμία του υλικού σώματος, τον πόνο των ματαιωμένων προσδοκιών, χωρίς να υπάρχει χρόνος για την ικανοποίηση τους.

 

Σώζει την ανθρώπινη φύση της βιώνοντας αλληγορικά και μεταφορικά τα στοιχεία της φύσης σε μια προσομοίωση συναισθημάτων και πράξεων. Αγωνιά η ποιήτρια και δομεί τις λέξεις με σύμβολα αρχέτυπα, όπως η θάλασσα, αρχέγονη μήτρα που γεννοβολά ζωή.  Γίνεται ένα με τον άνεμο, τα δάση, τα φύλλα , το νερό. Γίνεται παιδί, παίζει, χαίρεται τη ζωή και την ίδια στιγμή θρηνεί για το ψέμα των ανθρώπων, την προδοσία, το αδηφάγο άνοιγμα της μαύρης τρύπας που καταπίνει λόγω βαρύτητας έναν ολόκληρο ήλιο .

 

Σαν σε πίνακα του Σαγκάλ υπερίπταται της πόλης  και θρηνεί για την απώλεια του έρωτα, τις ανισότητες, τις ταξικές διαφορές, την βία και την ζωώδη παρακμή,  την σκοτεινιά πάνω από τις καπνισμένες στέγες των σπιτιών ποτισμένες από θλίψη για τις απώλειες της αληθινής ανθρώπινης σχέσης,, της ποιητικής δημιουργίας του κόσμου με αστερόσκονη  όνειρα και αγάπη.

Γράφει στο ποίημα «Ο  φοίνικας »,( σελ.27) για το φόβο και την έλλειψη της εμπιστοσύνης στον απέναντι άλλον:

« Έφτασα να αποφεύγω τους ανθρώπους / στην άκρη το κεφάλι έσκυβα /  Το άγγιγμα του μου προκαλούσε πόνο / Η οσμή του απέχθεια γεννούσε στην ψυχή / με μία του φράση ευθύς κουφός γινόμουν/ Πως άραγε έγινε αυτό; / το ανθρώπινο τόσο μισητό;/ Η οργή ασπίδα στη θλίψη. / Μια ζωώδης παρακμή .

 

Και στο ποίημα « Μοναξιά», σελ. 17 αγγίζει τον αναγνώστη καθώς ταξιδεύει σε χαρτογραφημένα νερά.

« Μια μέρα μίλησα στη μοναξιά / Γελάσαμε, κλάψαμε, αγαπηθήκαμε/ μισηθήκαμε πάλι / και αγαπηθήκαμε ξανά/ Καθώς αποχωριστήκαμε στα δάκρυα μου πνίγηκα/ Όλη τη ζωή περπατούσα χέρι χέρι με τη μοναξιά/.

 

Το δίπολο φως και σκιά είναι μέρος της σκηνικής παρουσίας στο ποιητικό «ταξίδι του εγώ στο τώρα». Τα αρχέτυπα ζεύγη της ψυχικής ενέργειας, φως και σκιά, αρσενική και θηλυκή ψυχή, περσόνα ψέμα και αλήθεια, κατεργάρης και παιδί αναγέννησης, εμπεριέχονται με αλληγορικό τρόπο στον στιχουργικό λόγο της ποιήτριας.  Συνδιαλέγεται με τον χρόνο και τις αλλαγές που επιφέρει  στο υλικό και ψυχικό σώμα.

Γράφει στο ποίημα «Ταξίδι στην άκρη του εγώ» σελ. 34

«Λούστηκα με αίμα/ ένας καθρέφτης κι εγώ/ το είδωλο μου ερωτεύθηκα / για σένα πόνεσα / για σένα θυσιάστηκα/ κουράστηκα/ […]και συνεχίζει « έγινα ξάφνου ελαφρός / βρέθηκα στην ακρογιαλιά / με άμμο να φτιάχνω όνειρα / Τώρα το είδωλο μου όταν κοιτώ / δεν είσαι εσύ, άραγε είμαι εγώ;».

 

Ο συγγραφέας Σκοτ Πεκ, στο έργο του «Ο δρόμος ο λιγότερο ταξιδεμένος»  αρχίζει με την κατάφαση «Η ζωή είναι δύσκολη», και με αποδοχή προτείνει τον δρόμο όπου η  τέχνη, ο χορός και η μουσική, η χάρη και η αγάπη χαρτογραφούν νέες ιδέες και λύσεις για την βίωση της. Η ποιήτρια στήνει ένα χώρο όπου τα όρια του δεν εμποδίζουν την επικοινωνία του μέσα με το έξω, ούτε υποχρεώνουν τον άνθρωπο να κινηθεί με βηματισμό φυλακισμένου με βαρίδια στα πόδια πεπερασμένες ιδέες.

Προτείνει την ελευθερία της σκέψης, το πέταγμα από το σκοτάδι στο φως, την ισορροπία ανάμεσα στο φυσικό περιβάλλον και τον εσωτερικό κήπο της καρδιάς. Ακροβατεί το ποιητικό υποκείμενο μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας και με την ιδιότητα της γιατρού, που βιώνει τον πόνο και τις απώλειες, μας θυμίζει με το ποίημα «Για όλους υπάρχει Ιθάκη», (σελ.40 ) ,ότι με πυξίδα το φως και την ενέργεια της ψυχής δεν υπάρχουν αδιέξοδα, ότι όλα είναι κατασκευές του μυαλού και υπάρχει λύση.

Γράφει: « Ξύπνησα μεγαλύτερος- τα κατάφερα / Δεν ήταν εύκολο ταξίδι/ το τέλος γνωρίζω, δεν ελέγχω/ Αλλά όταν την Ιθάκη προσπεράσεις και ξέρεις / ποιος πάντα είναι ο προορισμός σου / τότε παίρνει μορφή Θεού ο καβάφης/ και η κάθε στιγμή αιώνια αξία».

 

Η Στέλλα Ζερβάκη γράφει στίχους, ακούει την εσωτερική φωνή, σπάει από ευαισθησία στην απειλή του θανάτου, αλλά συγχρόνως στέκει  με δύναμη  και σώζει τον ξεθεωμένο ναυαγό Οδυσσέα κυνηγημένο από τον θυμό του Ποσειδώνα. Τέχνη, μουσική, χορός είναι τα μέσα με τα οποία  επαναπροσδιορίζει τις αξίες, την διαμάχη ανάμεσα στην επιθυμία για ζωή και την παραίτηση μπροστά στο φόβο του θανάτου και το απάνθρωπο πρόσωπο του.

Γράφει στο ποίημα « Ύλη και μνήμη» της σελ 67.

«  Πραγματικότητα / Ένας ουρανός κι εγώ  στη γη τρέχω/ χωρίς στόχο κυνηγού» […] και συνεχίζει « σταμάτησε ο κύκλος ν΄ναι παραμύθι / και ο καιρός γυρίσματα δεν θυμάμαι να έχει/  ότι είχε τέλος  είχε αρχή και ότι η αρχή είχε τέλος/ . Αλλά το τέλος δεν δέχτηκα ποτέ ότι υπάρχει/ ίσως είναι ο ήχος που μιλά σε όποιον τον ακούει»/

 

 Θα ήθελα να κλείσω με δύο φιλοσοφικές ρήσεις, φανοστάτες στο « Ταξίδι του εγώ στο τώρα» αλλά και στα μελλοντικά υπαρξιακά ταξίδια μας.

Λέει ο Επίκτητος: « Οι άνθρωποι αναστατώνονται, όχι από τα ίδια τα γεγονότα αλλά απ΄ τον τρόπο με τα οποία τα ερμηνεύουν»

και

Ο Νίκος Καζαντζάκης με την σύγχρονη φωνή του λέει:

« Ν΄ απομείνεις μόνος και ν΄ αρχίζεις να πλάθεις εσύ, με μόνο την δύναμη σου, έναν κόσμο που να μην ντροπιάζει την καρδιά σου» !

 

Αριστούλα Δάλλη
 Απρίλιος 5/ 2024.  Θεσσαλονίκη.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.