You are currently viewing Αριστούλα Δάλλη: Ξανθίππη Ζαχοπούλου, «ΣΤΥΒΟΝΤΑΣ ΠΑΠΑΡΟΥΝΕΣ , ποιήματα, Εκδόσεις ΤΟ ΡΟΔΑΚΙΟ, 2022.

Αριστούλα Δάλλη: Ξανθίππη Ζαχοπούλου, «ΣΤΥΒΟΝΤΑΣ ΠΑΠΑΡΟΥΝΕΣ , ποιήματα, Εκδόσεις ΤΟ ΡΟΔΑΚΙΟ, 2022.

Η ποιήτρια Ξανθίππη Ζαχοπούλου, με τη νέα ποιητική συλλογή της « Στύβοντας παπαρούνες», ξαφνιάζει ευχάριστα μέσα από τις εναλλαγές του προσωπικού ταξιδιού της αυτογνωσίας  στο χρόνο, ενώ παράλληλα επώδυνα προβληματίζει με  τη βύθιση στο ασυνείδητο και το πέρασμα από το ένα επίπεδο συνειδητότητας στο άλλο, αγγίζοντας παράλληλα το συλλογικό ασυνείδητο με φιλοσοφική, ψυχολογική και λογοτεχνική  προσέγγιση. Ο λόγος της πετάει με τα φτερωτά πέδιλα της ποίησης, στα τρία επίπεδα του κόσμου, της ύλης, του πνεύματος, της ψυχής.

Από την πρώτη σελίδα της ποιητικής συλλογής, η ποιήτρια με τον ζωγραφικό πίνακα-τίτλο «Στύβοντας παπαρούνες», μας μεταφέρει στο συμβολικό κατακόκκινο ανθισμένο λιβάδι, όπου τα πέταλα της παπαρούνας  στάζουν και βάφουν με το αίμα τους τη γη, την ποτίζουν, την τρέφουν, μετουσιώνουν τη φθορά της ύλης σε νέα γέννηση, τον θάνατο σε ζωή σ΄ ένα αέναο κύκλο δημιουργίας.

Η Ξανθίππη Ζαχοπούλου με διακριτή σεμνότητα, ως ποιητικό υποκείμενο, στη  προμετωπίδα της συλλογής μας καλεί με την φωνή από βάθους χρόνου του Ηράκλειτου, να ακούσουμε από καρδιάς το μήνυμα του ορθού Λόγου, «Όχι εμένα αλλά τον Λόγο…ακούστε» και μας εισάγει με αυτό τον τρόπο στη φιλοσοφική σκέψη και την αναζήτηση της πνευματικής ανθρώπινης ύπαρξης.

Με τον στίχο, γραμμένο ΠΡΟΤΟΓΛΩΣΣΑ «ΧΡΟΝΟΣΑΨΕΓΑΔΙΑΣΤΟΣΜΕΤΟΜΙΚΡΟ ΝΥΣΤΕΡΙΤΟΥΝΑΡΑΜΦΙΖΕΙΑΙΩΝΙΟ», ξεδιπλώνει το χρόνο, ανοίγει δρόμο για το πέρασμα της, με ανοιχτά μάτια ψυχής βαδίζει και χαράζει με το νυστέρι της γραφής τα ίχνη της, άλλοτε υπαινικτικά, αλληγορικά και άλλοτε με ευθύ λόγο, διαγράφοντας κύκλους  που απλώνονται στο νερό  όπως με την πτώση μιας πέτρας στην επιφάνεια του.

Έτσι, πέτρες οι λέξεις στο χρόνο, ανοίγουν κύκλους που φτάνουν στη σοφία των ιερών κειμένων και μας θυμίζουν τη ρήση του πρώτου εδαφίου στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο, «Εν αρχή ην ο Λόγος και ο Λόγος είναι παρά τω θεώ  και Θεός ην ο Λόγος». Εξεγερμένοι του ονείρου και της ζωής, όπως γράφει με στοχασμό η ποιήτρια, ταξιδεύουμε μαζί της στο γαλάζιο του ουρανού, διανύουμε αποστάσεις φωτός στην αναζήτηση της υπαρξιακής μας οντότητας, ακολουθώντας τη φιλοσοφική έννοια  « περί της αρμονικής ενότητας των όλων» που πηγάζει από την ένωση των αντιθέτων. Είναι σοφό, λέει ο Ηράκλειτος, αφού ακούσουμε τον Λόγο, να ομολογήσουμε ότι «το ΈΝΑ είναι τα πάντα και τα πάντα είναι ΈΝΑ ».

Το σώμα της συλλογής απαρτίζουν τρεις ενότητες: Α) ΡΑΝΙΔΕΣ ΦΩΣ, με υποενότητα «Παιχνίδια ονείρου». Α) ΑΛΗΘΕΙΑ x 3. και Γ) ΣΤΥΒΟΝΤΑΣ ΠΑΠΑΡΟΥΝΕΣ.

Κάθε μία ενότητα  αφορά στην αναζήτηση του Φωτός, της Αλήθειας και της Ζωής και μας παραπέμπει στο σύμβολο της Τριαδικής θεότητας.

 

Η δημιουργός ανοίγει την αυλαία της ποιητικής σκηνής με το ποίημα  της συλλογής «Σταγόνες παπαρούνες»:

« Χάραξε/ένα μικρό πέταλο τριαντάφυλλου/ και θα δεις/το αίμα της γης να αναβλύζει/ Τότε θα καταλάβεις /πως το αίμα ζητάει αίμα/και πως αναίμακτα τίποτε δεν γεννιέται/ ίσως τότε /το παίρνεις πίσω/στύβοντας παπαρούνες της περασμένης σου ζωής/ μέχρι που στο τέλος αυτή/ να αιμορ/ραγή/σει». (σελ.12)..

Ανακαλεί μνήμες, κινείται ανάμεσα σε παρόντα και παρελθόντα χρόνο, «Μ΄ αρχαίους ναούς/Κιονόκρανα χορταριασμένο ουρανό/Μια πύλη με  λωτούς για τις ατασθαλίες του χρόνου». Συνειρμικά αφήνει τη γραφίδα της και ζωγραφίζει με λέξεις τοπία χλωρίδας και πανίδας, όπου  «ενδημούν» ο έρωτας, το φως, η θάλασσα, ο ουρανός, τ΄ αστέρια, οι μέλισσες, οι πυγολαμπίδες, τα πουλιά, οι άνθρωποι, οι πόλεις, διατρέχοντας όλες τις εποχές του χρόνου, όπου αδιάλειπτα η μία εποχή ακολουθεί την άλλη σε ένα αέναο κύκλο ζωής και θανάτου.

Γράφει στο ποίημα « ΕΥΟΙ ΕΥΑΝ »:

« Κόκκοι της άμμου/σε απέραντη έρημο/ όμως γυαλίζοντες/κάτω απ΄ τον ήλιο/ και τη χάρη/αρδεύοντας σμήνη φωτός/μεθυστικά πίνοντας/μια ζωή που χωράμε μόνο σ΄ αυτήν/κι έτσι όπως η κλεψύδρα κυλάει/κυλάμε σε ανύποπτες αγκαλιές/που κρατάνε/το σχήμα του αρχαίου αγγείου/και χωράνε/ το κρασί μεθυστικών χρόνων/ Ευοί ευάν/και μία πόρπη που λύνεται» ( σελ.14)

 

Η Ξανθίππη Ζαχοπούλου παλινδρομεί στον παρελθόντα χρόνο, σε αυτόν που ενυπάρχει μέσα μας απ΄ αρχής της ύπαρξης μας, σε αυτή την ύπαρξη  που αναδύθηκε από το σκοτάδι και διέτρεξε αποστάσεις φωτός, αυτή που αφυπνίστηκε από  το όνειρο και με οδηγό τον έρωτα περπάτησε στα σύννεφα, σε υπερπόντια ταξίδια φωτός περιπλανήθηκε, φυτίλι ήλιου στο στέρνο φύλαξε και « Εξεγερμένος της ζωής/γονυκλινής της γης/ κερδισμένος της ζωής», συνεχίζει την αναζήτηση της δικής της πατρίδας.

«Σμιλεμένο το δάκρυ» από την εμπειρία, το μικρό κορίτσι τρέχει ανέμελο στους αγρούς, ύστερα γίνεται « γυναίκα με ανθέμια στα μαλλιά» και φτιάχνει την δική της πολιτεία.

 

Μέσα από το προσωπικό ταξίδι της αυτεπίγνωσης η ποιήτρια ξετυλίγει τις δοκιμασίες που η ψυχή βιώνει, σαν αυτές που η θεά Αφροδίτη τής επέβαλλε, προκειμένου να κερδίσει τον αγαπημένο εραστή Έρωτα.

Φέρνει στο προσκήνιο μνήμες της βιωμένης σκιάς, την συναισθηματική γύμνια, τη χρόνια κατάληψη του νου από τους δόλιους μνηστήρες της ψευδαίσθησης, την εκχώρηση και υποδούλωση του εαυτού στην εξουσία, τη φτώχεια της άδειας πόλης με τα κέρινα ομοιώματα, την θλίψη για την απώλεια της χαράς, του ονείρου, της «μυρωδιάς του φωτός».

Η αναφορά σε εικόνες προσομοίωσης μιας καθημερινότητας βασανιστικής, ακολουθούν μία επανάληψη, όπως και στην ζωή, στα ποιήματα «Γύμνια απογεύματος», «Ζερο-τονίνη», Σαν Φάουστ», «Η μπότα», «Ίνα παραδείσου», «Ενύπνιο», «Της αμεριμνησίας»,(σελ. 19-25),

Το ποιητικό υποκείμενο περίτεχνα μας τυλίγει με στίχους στο πέπλο της ομίχλης με τον ίδιο τρόπο, όπως η ύπαρξη βιώνει την «Σκοτεινή νύχτα της ψυχής». Σαν σπόρος που θυσιάζεται για να υπάρξει πάλι στο φως με άλλη ένδυση και πρόσωπο.

Και ύστερα ανάδυση από το σκοτάδι και τον φόβο, μετάβαση στην απέναντι όχθη, υπόσχεση και προσμονή ενός άλλου κόσμου, φτιαγμένου από τα θραύσματα και τα απομεινάρια του παλιού .

Γράφει στο ποίημα « Τεχνοτροπία της ζωής» ( σελ.26)

« Ο σπόρος/τεχνοτροπία της ζωής/Να σκάει το βλέμμα του στον ήλιο/ Να ξεδιπλώνει το τσαλακωμένο του πουκάμισο/Να πρασινίσει η καρδιά του/Να καταπίνει ουρανό μ΄ αδέσποτες αχτίδες /Ανάσες από τις στάλες του φωτός/Ύστερα να φορά τα γιορτινά του/σημάδι ερωτοτροπίας/Να ιδρύει με τη μέλισσα κόσμους απερίσπαστους/Να μαραζώνει υπέρ του καρπού/και εντέλει να αφήνεται στην παραδείσια χαρά/του θανάτου της αυτοτέλειας».

 

Καινούργιο δρόμο ζωής χαράζει μετά «τον θάνατο της αυτοτέλειας» και με παιάνα καλεί τον νέο εαυτό να βαδίσει σε χαρτογραφημένους τόπους, σε αρχέγονες πηγές ύδατος, σε σχέσεις δημιουργικής αγάπης.

Στην υποενότητα «Παιχνίδια Ονείρου», με νοσταλγία μοιράζεται τη χαρά της μεταμόρφωσης, τη συνάντηση με το Φως, τη βύθιση στην Κασταλία πηγή, την επίγευση ενός άλλου κόσμου της αιωνιότητας. Τώρα ο αναγεννημένος εαυτός βιώνει την ολοκλήρωση στη ρήση « Το ΕΝΑ είναι τα πάντα και τα πάντα είναι το ΕΝΑ»

 

Η δεύτερη ενότητα « Αλήθεια x 3» είναι ένας ύμνος στη Ζωή, ένα απαύγασμα σοφίας και εμπειρίας. Α-λήθεια, αφύπνιση και έξοδος από την Λήθη. Η ποιήτρια μας μεταφέρει με παλινδρομικές κινήσεις πέρα από τον τρισδιάστατο κόσμο, σε ένα κόσμο τεσσάρων διαστάσεων, σε χωρόχρονο όπου όλα προϋπάρχουν, όπου το κέντρο της ύπαρξης μας είναι Ενέργεια, Φωτιά, Ζωή. Εκεί όπου η κίνηση αέναα μας επιστρέφει στο γαλαξιακό σύμπαν, εκεί από όπου ξεκινήσαμε, από το σκοτάδι στο φως και τανάπαλιν.

Γράφει:

« Η αλήθεια αναλύεται σε άσπρο και μπλε όταν ενώνονται για να πάρουν το χρώμα του ουρανού και στάζει στην ψυχή με ολόγιομα φεγγάρια. Αν είσαι τυχερός και βρεθείς εκεί  τη μία και μοναδική στιγμή που οι ακτίνες συγκλίνουν στο σημείο της Ζωής, έχεις κερδίσει την αιωνιότητα. Αλλιώς, αν δε χαθείς στ΄ απολιθωμένα δάση, δοκιμάζεις ξανά. Πάλι με κινήσεις. Κινήσεις παλινδρομικές. Μία κίνηση μπροστά στο φως και μία πίσω στον πόνο, που είναι πάλι μπροστά».

Το τέλος είναι και η αρχή, μία αιωνιότητα « φτάνει να το αισθανθείς», τονίζει με καυτό ζωντανό λόγο η ποιήτρια, ικανό να «εξεγείρει» τον αναγνώστη σε μία αναζήτηση του δικού του Ουρανού. « Μέσα στους ψιθύρους της καρδιάς μας».

 

Στην Τρίτη ενότητα « Στύβοντας παπαρούνες», η ποιήτρια επιστρέφει από το ταξίδι και τη βύθιση στη προσωπική της Νέκυια και αναζητά να βιώσει τον «καθαρμένο εαυτό»  μέσα στις ανθρώπινες σχέσεις. Αναζητάει στη δυαδική σχέση του « Εγώ και του Εσύ», να ξεπεράσει τα τραύματα και να γευτεί την ηδονή του έρωτα και της αγάπης. Με την αναδρομή στις μνήμες, την ανάκληση των εμπειριών, την μετάβαση από το σκοτάδι στο φως, από τον πόνο στην γεύση του γλυκού φιλιού, η ποιήτρια βάζει στα χέρια μας ένα μπουκέτο παπαρούνες και μας καλεί να τις στύψουμε στα δάχτυλα μας. Τα χλωμά του θανάτου χέρια να βαφτούν κόκκινα, οι αισθήσεις να ξυπνήσουν το παγωμένο σώμα για να γνωρίσει και να ζήσει τη ζωή μέσα από τον αναγεννημένο εαυτό.

Γράφει:

« Η νύχτα ραγίζει/ και τα κομμάτια τα μοιράζονται/ αυτοί που τρώνε το μήλο με το κουκούτσι/. Αύριο πάλι/θ ενώσουμε την αλήθεια μας/γιατί ο χειμώνας δεν αντέχεται/

Ζήσε με τη μορφή/ στραμμένη στο φως/Το αύριο είναι άδηλο/κι το κορμί καλπάζει με τον χρόνο κι αλλάζει/ Πρόλαβε /τις μυστικές συναντήσεις των κυμάτων στη θάλασσα σου/ Είναι αυτή που περιμένει/ τους βυθούς της να σε γνωρίσουν/ γνώρισε την ζωή/γνώρισε τον εαυτό σου.( σελ.66-67).

 

Η ποιητική συλλογή της Ξανθίππης  Ζαχοπούλου είναι ένα « Άσμα Ασμάτων» που υμνεί την ενότητα των πραγμάτων στη φύση, την ένωση των αντιθέτων, τον συνεκτικό κρίκο του έρωτα και της αγάπης, της Ύλης και της Ψυχής.

 

Δώρο στον αναγνώστη-μία ευχή- το τελευταίο τρίστιχο ποίημα της.

« Μίλησες με το χελιδόνι

Βρήκες την Ποίηση φωνή σου

Η φύση σου διδάσκει την αρχέγονη γλώσσα».

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.