You are currently viewing Χαρούλα Βερίγου: Γάμος, και σιγά τ’ αυγά…

Χαρούλα Βερίγου: Γάμος, και σιγά τ’ αυγά…

Είχαν ξεμακρύνει κακοκαιριές και νεροποντές του βίου της που κάθε άλλο παρά ανθόσπαρτος ήταν. Άλλες τις είχε πάρει ο Καλαμάς κι άλλες είχαν χαθεί με τους βοριάδες, αυτούς τους παγωμένους που στο πέρασμά τους αφήνουν μόνο ζημιές. Ο χρόνος πάντως, έδειχνε πως είχε φροντίσει να στεγνώσει τα πάντα. Ή σχεδόν τα πάντα. Και σαν να επρόκειτο για σκηνικό παλιό και ξεπερασμένο, εκείνος ο γάμος δεν σήμαινε τίποτα πια, «και σιγά τ’ αυγά…», έτσι ακριβώς, όπως είχε ειπωθεί κάποτε. Το προσκλητήριο με τα ανάγλυφα χρυσωμένα γράμματα είχε λιώσει και αυτό στο θολό νερό του ποταμού, όπως χάνονται τα μεγάλα λόγια όταν έρθει η ώρα να γίνουν πράξη.

Όσο για την τελετή, την είχε ακυρώσει μέσα της, εντελώς, από εκείνη την πρώτη στιγμή που συνειδητοποίησε ότι δεν ήταν και τόσο αρεστή, «αυτή», η ξένη νύφη, στον ξένο όμορφο τόπο, όπου άργησε να καταλάβει πόσο ήταν ανεπιθύμητη. Ξένη στα λόγια, ξένη στα βλέμματα, ξένη στα μισά χαμόγελα ως να ζητούσε φιλανθρωπία κι όχι μια θέση ανάμεσά τους. Ο γάμος της, την πρώτη δεκαετία κοινής ζωής, πήγαινε από το κακό στο χειρότερο. Η απαξίωση, οι απειλές και οι προσβολές στο πρόσωπο της, πολύ συχνό φαινόμενο….

Έβρεχε, συχνά, όπως τότε, και βούρκωνε κι ήταν σκέτη καταστροφή να επαναλαμβάνεται μέσα της πρώτα ο φόβος, κατόπιν οι έγνοιες. Και περνούσαν οι μέρες αργά, και ψήλωναν τα κυπαρίσσια, και πλανιόταν ζωντανά τα φαντάσματα, αρπαχτικά πουλιά πάνω από το κεφάλι της κι άπλωναν κάτι αόρατα βρώμικα νύχια μόνο και μόνο για να τής λερώσουν τ’ όνειρο.

Δεν ήξερε τι να κάνει. Τις περισσότερες φορές με ισκιωμένα μάτια την έβλεπαν, χλωμή με μαύρους κύκλους, έβαζαν στοίχημα πως ήταν άρρωστη, μπορεί και χτικιασμένη, κουβέντες ωμές, να την μειώσουν, να την τρομάξουν, να της θυμίσουν ότι ποτέ δεν θα γινόταν αληθινά δική τους. Το μυαλό της, λες και είχε πάθει αγκύλωση. «Έτσι είναι» μονολογούσε «όταν η ζωή απαιτεί ρόλους, κάποιος στο τέλος κινδυνεύει να μείνει χωρίς φωνή» και δεν είχε άδικο. Όταν ένας γάμος μετατρέπεται σε σκηνή όπου η συνύπαρξη απαιτεί μάσκες, κάποιος  αργά ή γρήγορα, καλείται να πληρώσει ακριβά το τίμημα.

Η απώλεια της προσωπικής της ταυτότητας δεν ήταν ένα αιφνίδιο γεγονός, όχι. Μια αργή διάβρωση της  ψυχής είχε αρχίσει με το που έπαψε να αναγνωρίζει τις επιθυμίες της ως δικές της, ζώντας σύμφωνα με προσδοκίες αταίριαστες προς την ύπαρξή της. Ούτε σκέψη, ούτε κρίση, ούτε άποψη κι όχι επειδή δεν είχε να πει κάτι -βέβαια, το σιγά τη μόρφωση, ακουγόταν ψωμοτύρι- αλλά επειδή ήταν απαγορευμένο, «μη μιλάς κραίνουν οι άντρες, μάσε τη γνώμη σου στη σκούπα και στην κουζίνα, πούθε σ’ ήβραμαν, μας χαντάκωσες, τόσες άλλες καλύτερες σ’ εσένα γκαβώθηκε, είσαι όξω απ’ εδώ εσύ…»

Το βάρος των αναμνήσεων, ένα βαρίδι, κάποτε κρεμασμένο στο λαιμό. Τώρα, ήξερε καλά πως δεν είχαν όλα στη γη την περπατησιά που είχε ονειρευτεί στη νιότη της. Ούτε οι χαρές ήταν λευκές σαν τα φτερά του κύκνου, μα ούτε και οι λύπες μαύρο κατράμι. Κι ο έρωτας, αυτός που εντελώς τυχαία είχε έρθει ξεστρατίζοντας από τα βόλτα της Σπιανάδας, στο καντούνι του Σολομού, στην Κέρκυρα σε μια ξαφνική μπόρα, άνθιζε και μαραίνονταν στο περιθώριο, καθώς τα συντηρητικά ήθη της οικογένειας, δεν επέτρεπαν ούτε τις στοιχειώδεις διαχύσεις. «Μη μού μαλάζεις το παιδί, κάτσε παρέκει μακριά, μάσε τα χέρια σου σε πελέκησα…» μόνιμη απειλή, και νύξεις πολλές για τις προηγούμενες σχέσεις «του παιδιού»,  κοπέλες εσωτερικού και εξωτερικού, που στη σύγκριση -αυτή, γιατί όνομα δεν είχε- ερχόταν πάντα τελευταία, η τελευταία άχρηστη τρύπα του ζουρνά.

Έρωτας όμως, βαθύς και αγνός, έκαιγε μια φλόγα σιωπηλά μέσα της, και όχι τα μέσα της, ένας έρωτας που ζητούσε ελευθερία, ενώ παγιδευόταν σε φόβους, πρέπει και σκιές, ένας έρωτας που είχε συγκεκριμένα όρια,  αυτά που της έβαζαν. Κατά τον γκρεμό έτρεχε, με φόρα μάλιστα, μα εκείνος, αναβάλλοντας συνέχεια αποφάσεις, όνειρα και σχέδια, με τα αόριστα «θα» και τα διστακτικά «μπορεί», δεν την άφηνε να το δει, έμπαινε μπροστά και με μια αγκαλιά ξεγελώντας την, τής έκρυβε τη θέα του.

Θέση στις οικογενειακές μαζώξεις, α πα- πα- πα, με ποιο δικαίωμα; Δεν είχε. Από το καθιστικό, κατέληγε τις περισσότερες φορές στο παράθυρο της κουζίνας φυσικά, σημείο αναφοράς και σύνδεσης με τον έξω κόσμο. Έπλενε κατσαρόλες, πιάτα και τεντζερέδες, ξέσπαγε με το χοντρό σύρμα στα μαυρισμένα τηγάνια κι έτριβε κι έτριβε τα καμένα λάδια, μόνο να ξεχνιέται ήθελε σε ό,τι μακρινό αγαπούσε. Στην προσπάθεια να κρατηθεί από κάτι γνώριμο, για να μη χαθεί, μαγείρευε, σχεδόν τελετουργικά, πάντα  πιστή στις άγραφες συνταγές. Έμοιαζε το μαγείρεμα μνημόσυνο στη γιαγιά και στις θείτσες – από τη γενιά της γιαγιάς μέχρι τη μάνα της- που είχαν μείνει γεροντοκόρες από πεποίθηση· μα σίγουρα όχι ανέραστες. Γυναικείες μορφές που ερχόταν να την παρηγορήσουν, ούτε σκιές ούτε παραφωνίες, κι όπως ανέμιζε η κουρτίνα με τα τυπωμένα φρούτα στο παράθυρο, εκείνη έφερνε στο μυαλό της κάποιες άλλες, που τις είχαν υφάνει χέρια αγαπημένα. Τόσο χανόταν στις αναμνήσεις που νόμιζε πως μύριζε μέχρι και τα λουλούδια στο περβάζι, τα γιούλια στα παρτέρια, το πράσινο σαπούνι στις μπουγάδες και τον ασβέστη στις αυλές τους. Σίγουρη πως εκείνες διάλεξαν τη ζωή τους μέσα στα στενά περιθώρια που τους επιτράπηκαν, τώρα τις θαύμαζε πιο πολύ. Τις θείτσες, που αρνήθηκαν προξενιά που έμοιαζαν περισσότερο με συμφωνίες, που ο χρόνος τις είχε προσπεράσει, μα καμιά δεν ένιωθε άσχημα κι ούτε είχαν μετανιώσει. Σε μια κοινωνία που όριζε την αξία της γυναίκας από το αν στάθηκε νύφη και μάνα, είχαν βρει άλλους τρόπους, άλλους ρόλους, να πουν ναι στη ζωή.

Αναπολώντας τα χέρια τους, τι κι αν ήταν ροζιασμένα, θυμόταν καλά πως ήξεραν να κανακεύουν τρυφερά. Και τα μάτια τους, που την αγκάλιαζαν με το βλέμμα ως να βρισκόταν εκεί στην κουζίνα μαζί. Ταξίδευε για να γλιτώσει, πίσω από τον χρόνο. Τα γλυκά του κουταλιού στα γυάλινα βάζα, τα ζυμωτά ψωμιά στα κανίσκια, ντολμαδάκια, σφακιανόπιτες,  ξεροτήγανα, καλιτσούνια, μυζηθρόπιτες και ξομπλιαστά κουλουράκια, όλα δηλώσεις ύπαρξης. Κάθε συνταγή και μια αφήγηση, κάθε μυρωδιά και μια θύμηση. Ακόμη και το μαγείρεμα, ένας τρόπος να αγαπούν, οι θείτσες που είχαν μάθει να κάνουν χώρο και για τους άλλους, εκείνες που κρατούσαν τα νήματα της καλοσύνης, που ήξεραν ποιος πικράθηκε και γιατί, ποιο παιδί χρειάζεται μια αγκαλιά και μια καραμέλα, ποιο μυστικό δεν έπρεπε να ειπωθεί.

Γι’ αυτό, με αξιοπρέπεια σχεδόν πεισματική νιώθοντας πως συνέχιζε μια άτυπη κληρονομιά κι ας μην ήταν η ίδια γεροντοκόρη, έφερνε πιο κοντά τις μορφές τους. Το μαγείρεμα αποκτούσε μαγική διάσταση, μια πράξη μνήμης, ίσως και δικαίωσης, σ’ ένα κακοφορμισμένο πια κόσμο. Κάπως έτσι, στην ακατάδεχτη καρδιά εκείνων που δεν ήξεραν από αγάπη, έβρισκε την αντοχή να χαμογελάσει έστω βουβά. Είχε ανάγκη να συντηρήσει τη δική της «άλλη εποχή», που δεν ήταν άχρηστα απομεινάρια, μα ρίζες, οι ρίζες της.

«Οι ρίζες, όσο βαθιά κι αν μένουν κρυμμένες, είναι αυτές που κρατούν το σφεντάμι όρθιο κι ας είναι στην άκρη του γκρεμού», στο χορό της μνήμης άκουσε πρώτα τη φωνή της γιαγιάς Γαρυφαλιάς.

Με το μάτι το λάδι, τόσο-όσο, όπως ορμήνευε η Αγλαΐα, η μοδίστρα, ίσα να φανεί στον πάτο, να χρυσώσει το άσπρο κρεμμύδι, θυμόταν την Ερωφίλη, να μαρουβίσει το κόκκινο, πεταγόταν η Χαρίκλεια, η καλύτερη ξομπλιάστρα. Μια μεταλαβιά κρασί, άκουγε τη Δόξα, τη φουρνάρισσα. Να μελώσει το κρέας η Εργίνα, η καφετζού. Μια μύτη ζάχαρη, αναγκαία, η Μαλαματένια του γλυκοπωλείου. Κουκιστό το χοντρό αλάτι η Ισμήνη, η κεντήστρα, και βιαζόταν να συμπληρώσει πως «παντού και πάντα η αγάπη, λένε πως έχει κάτι-κάτι, από πληγή κι από αλάτι». Μια τσιμπιά κανέλλα η Ερμιόνη, η ράφτρα. Τα μπαχάρια, ένα κουταλάκι μόνο, η Αρχοντούλα, η κομμώτρια. Μια ιδέα καυτερή πιπεριά η Ανίκα, η ψυχοκόρη του στρατηγού. Στο τέλος, ο μαϊντανός κι ο δυόσμος η Αριστέα, η ψάλτρια. Να λες κι ένα τραγούδι η Ανεζίνα με την ωραία φωνή. Το  νου σου στη φωτιά, μήτε να κλαίει, μήτε και να γελά η Λωξάντρα, η περβολάρισσα,  χαμογελώντας αινιγματικά. Και όσο έβραζε το φαγητό, έβραζαν κι εκείνα που δεν έλεγε.

Άφηνε την ξύλινη κουτάλα πάνω στο καπάκι της κατσαρόλας, στεκόταν ξανά και ξανά στο παράθυρο, να κοιτάζει έξω χωρίς να βλέπει. Οι υδρατμοί θόλωναν τα τζάμια, όπως θόλωναν και οι σκέψεις της, μα ήλπιζε πως στο τέλος όλα θα δέσουν κι ας έδειχναν τόσο παράταιρα. Το φαγητό τουλάχιστον, κι αυτό τής έφτανε… Καμιά φορά, με τις άκριες των δαχτύλων σκούπιζε το κρύο τζάμι. Παρατηρούσε τις μαύρες γκρεμισμένες στέγες του μαχαλά, τις καμινάδες στα εγκαταλελειμμένα κονάκια,  τους καπνισμένους τοίχους, και να  πέφτουν από τα μάτια δάκρυα, το ίδιο θλιβερά όπως η βροχή στα χαλάσματα. Η εικόνα του μαχαλά ερειπωμένη κι ως η εξωτερική φθορά να  έμοιαζε με την εσωτερική της δυστυχία, την κύκλωνε από παντού τ’ άδικο. Και μαζί με τα σύννεφα που ανεμοδέρνονταν πέρα στα βουνά σερνόταν και η ψυχή της, σκλάβα τους, μετρώντας τα χρόνια με τις εποχές, πόσες φορές άνθισαν και μαράθηκαν τα γεράνια, πόσες φορές είχαν έρθει και φύγει τα χελιδόνια, πόσες φορές είχε κρατήσει την ψυχή της στα δόντια για να μην πει βαριά κουβέντα.

Παρ’ όλα αυτά, ποτέ δεν πότισε τη χλόη στις αλτάνες της λήθης, μα ούτε και τη λύπη συνήθισε τόσο όσο νόμιζαν. Τις νύχτες άκουγε στο λιθόστρωτο ν’ αντηχούν χαμένα βήματα, βήματα απαλά σαν παράπονα και μαζί μ’ αυτά άκουγε μαντολίνα και βιολιά. Άφηνε την καρδιά της να παραδίδεται σε άυλη αγκαλιά, έγνοιες κι απελπισιές έμεναν έξω. Ζώντας στις δικές της ώρες μάζευε ρόδα αμύριστα στα περβόλια της φαντασίας.

Θυμόταν, στο νου της η λέξη και μόνο «γάμος», ισοδυναμούσε με τόπο εξορίας, ένα άγονο μέρος που τίποτε δικό της δεν θα επέτρεπαν ποτέ να υπάρξει όπως θα ήθελε. Ένιωθε πως το πρώτο φως της αυγής για κάποιον ανεξήγητο λόγο έμενε πάντα πίσω της, στο παρελθόν. Και οι μέρες του μέλλοντος, καρφωμένες στο μπρούτζινο ρόπτρο, εκεί στο ξεσαρκωμένο ξύλο της εξώπορτας.  Μητρυιά ἡ ξένη κωμόπολη, αφορμή κι αιτία στην αναπόληση της γειτονιάς που είχε μεγαλώσει, γι’ αυτό λοξοδρομούσε, επέστρεφε και σεργιάνιζε στα λημέρια της μάνας της.

Θυμόταν, ένα μεγάλο ολάνθιστο γαϊδουράγκαθο, -αγιάγκαθο ήθελε να το λέει, όπως το ’λεγε και η γιαγιά της- φύτρωνε στο χέρσο πλάι στο δρόμο, λίγο πριν το πρανές της αυλόπορτας του σπιτιού των πεθερικών. Αυτό τής έταζαν για νυφική ανθοδέσμη με τη βεβαιότητα, πως έτσι έδειχναν την απόρριψη, την αποστροφή στο πρόσωπό της, «αυτηνής», της νεοφερμένης, της ξένης… Εκείνη πάλι, δεν έδειχνε να ενοχλείται, ίσως επειδή αγαπούσε το μωβ χρώμα του άνθους, ή επειδή γνώριζε τη σημασία και το συμβολισμό του, που για κάποιους άλλους ήταν πολύ διαφορετικός.

Στην λαϊκή παράδοση, τ’ αγκάθια σήμαιναν πόνο, τιμωρία, κάτι που σε κρατά σε απόσταση, που σε πληγώνει, σε ματώνει αν το πλησιάσεις. Κι όμως, εκείνη δεν μπορούσε να το δει μ’ αυτό τον τρόπο. Το γαϊδουράγκαθο, που της έταζαν για ανθοδέσμη, δεν της μιλούσε για απανθρωπιά και ματαίωση αλλά για γνώση. Έβλεπε μέσα του την εσωτερική αντοχή που χρειάζεται για να στέκεται η ίδια όρθια σε χέρσα, άκαρπα μέρη, ν’ ανθίζει πεισματικά κι από τη θλιμμένη ομορφιά να ξεπεταχτούν λουλούδια μυρωμένα. Χωρίς να το λέει σε κανέναν, είχε φτιάξει τη δική της προσωπική ανάγνωση, παρηγορητική, όπου ακόμη και τ’ αγκάθια, καθαρογραμμένα στην ψυχή, μπορούσαν να σημαίνουν αν όχι ζωή σαν παραμύθι, τουλάχιστον ζωή  με νόημα…

Θυμόταν, τη γιαγιά, όταν τής έδειχνε τις άσπρες κηλίδες στις νευρώσεις των φύλλων, «σταγόνες από το γάλα της Μαρίας είχαν πέσει όταν θήλαζε τον Χριστό, καλά σημάδια», γι’ αυτό το έλεγε αγιάγκαθο. Παιδάκι τότε, όλα τα πίστευε. Με κάποια νοσταλγία τώρα, έφερνε και ξανάφερνε στη σκέψη της τις όμορφες βόλτες, τότε που την κρατούσε από το χέρι και της ξεφύλλιζε το αλφαβητάρι του κόσμου στην αγάπη.

Θυμόταν, την καθηγήτρια στο λύκειο, τη Χατζηδάκη, όταν κάποτε σε μια εκδρομή στην Κρουσταλλένια, βλέποντας στις όχθες του Χαυγά τα γαϊδουράγκαθα είχε πει σχεδόν απνευστί: «αυτό το αγκάθι, ένα ταπεινό αλλά αδάμαστο φυτό, -νεανίαι και νεάνιδες παρακαλώ την προσοχή σας δεν είναι μια άχρηστη πληροφορία- είναι το εθνικό σύμβολο της Σκωτίας, απεικονίζεται σε εμβλήματα και παράσημα, αντιπροσωπεύει την περηφάνια, το θάρρος, την ανθεκτικότητα, την τιμή αλλά και την καλή τύχη ας είναι μετ’ εμποδίων, εμφανίζεται δε σε νομίσματα, μενταγιόν, όπλα και ασπίδες, τελετουργικά ενδύματα, υφάσματα και κοσμήματα, το γαϊδουράγκαθο, μάλιστα, ενθύμηση ότι η αγάπη έχει πόνο, αλλά και δόξα!», έτσι με θαυμαστικό στο τέλος.

Νοέμβρης. Μια σκηνή ψευδαίσθησης με νυφικό που στην πραγματικότητα δεν διέφερε από σάβανο έτσι όπως την τύλιγε, να τρέμει από φόβο, βουλιαγμένη στη σιωπή. Χαρές του κόσμου ετούτου, είχε σκεφτεί, και πίκρες της ψυχής μαζί στην ίδια ραφή, σ’ ένα ύφασμα λευκό που νόμισε πως φόρεσε για τη χαρά, μα ακουμπούσε πάνω της βαρύ, όχι σαν πουπουλένια υπόσχεση αλλά καταδίκη, ακόμα και οι πτυχές, ήταν σίγουρη πως έκρυβαν πυρωμένα καρφιά, που θα πλήγωναν πότε το νου και πότε την καρδιά της. Δεν θυμόταν κανένα τραγούδι, μόνο ο ακανόνιστος χτύπος της καρδιάς, ένας πανσές μαβής κλεισμένος στο στήθος, δώρο μιας μελαγχολικής φύσης, ως να της θύμιζε πως ήταν ζωντανή μεν αλλά έτοιμη να παραδοθεί κρατώντας μέσα της το χρώμα μιας αγάπης που δεν θα θριάμβευε.

Και τα στέφανα, δύο συρμάτινοι κύκλοι ψυχροί στην αφή, περιτυλιγμένοι με ψεύτικα μπουμπούκια λεμονιάς, να προσπαθούν να μιμηθούν τη φυσική χάρη του ανθού, αλλά να παραμένουν ψεύτικα, αδύναμα να γεμίσουν την καρδιά της με αληθινό άρωμα. Κι όμως, εκεί, σιωπηλοί μάρτυρες μύριζαν απελπισία και παραίτηση. Δυο  κύκλοι κλειστοί, ο ορίζοντας της στένεψε απότομα, σε ένα αδιέξοδο «έτσι πρέπει». Με την άκρη του ματιού, φευγαλέα, είχε προσέξει έξω, ξεχασμένο ένα λευκό μισοφέγγαρο, πάνω από την κληματαριά. Εκεί θα έμενε, όχι για να το πιει στο ποτήρι, μα για να φέγγει, αύριο, πλάι σ’ ένα παράθυρο που δεν θα άνοιγε ποτέ διάπλατα, ένα φως κοντινό και άπιαστο μαζί, μια ελπίδα που θα έμενε δίπλα της, συντροφιαστά, μα δεν θα έμπαινε ποτέ μέσα σ’ εκείνο το αφιλόξενο σπίτι. Κι όταν το βλέμμα της επιστρέφοντας, καρφώθηκε στον καθρέφτη της ντουλάπας, αναγνώρισε την ίδια τη φρίκη, τη χαρά να πνίγεται  μέσα της, τον έρωτα να τσακίζει τα μουδιασμένα του φτερά κι ό,τι είχε μπροστά της κι ό,τι της έλειπε, πλησίαζε να το αγγίξει, μα έμενε μακριά. Αναλαμπές ζαφειρένιες οι τελευταίες αχτίδες έγερναν για να σβήσουν στο δαντελένιο πέπλο, κι έμοιαζε να ψιθύριζαν «λυπήσου εκείνους που πονούν, βουβά κι ανώφελα, για κάτι…»

Η πεθερά, μια μεσόκοπη νταρντανογυναίκα, δεν υπήρξε απλώς μια γυναίκα που την δυσκόλεψε με όσους τρόπους ήξερε. Μια αδιάκριτη παρουσία είχε εισβάλλει στη ζωή της, χωρίς την άδειά της, μια σκιερή επιβολή, μια παλιά κακή συνήθεια που δεν χωρούσε άλλη κουλτούρα, ούτε αλλαγή, ούτε κουβέντα. Μόνο κανόνες, άγραφοι, και ήταν δεδομένο ότι έπρεπε να τηρούνται κατά γράμμα, να εννοούνται χωρίς να λέγονται.

Πιπίλιζε κάθε φορά ό,τι φάνταζε πιο βολικό. Και δεν χρειάστηκε να φωνάζει για να την πληγώνει. Είχε το δικό της τρόπο, πιστή στο «να μην ακούει η γειτονιά», σφάλιζε πόρτες και παράθυρα, να μη διαφύγει τίποτα προς τα έξω, ούτε λέξη, ούτε αλήθεια. Ύστερα άρχιζε τον εξάψαλμο, με ψυχρή ειρωνεία, συχνά με λόγια ακαταλαβίστικα, μα δεν σήκωναν αμφισβήτηση ή αντίρρηση. Ακόμα και οι παύσεις, για την ξένη εκείνη νύφη που μάταια είχε ονειρευτεί στιγμές αγγελικές, κρατούσαν περισσότερο απ’ όσο άντεχε.

Η πεθερά λοιπόν, όταν ερχόταν απ’ έξω σέρνοντας το βήμα της νωθρό -πού πήγαινε λογαριασμό δεν έδινε- συνήθιζε να κάθεται συνοφρυωμένη, τις κρύες μέρες πάνω στην παχιά πράσινη βελέντζα, σταυροπόδι μπροστά στο τζάκι και το καλοκαίρι στην αυλή, σε μια φαρδιά σιδερένια πολυθρόνα με το σαγόνι στηριγμένο στην παλάμη και το τσεμπέρι λυτό, πάσκιζε να διαφεντεύει τα πράγματα όλα, γιατί όλα πίστευε πως ανήκαν στην εξουσία της. Παραληρήματα θυμού, ένα πρόσωπο σκληρό, καταδικασμένο ισόβια στην αμφιβολία. Τα μάτια της ζύγιζαν και έκριναν. Λόγια κοφτά, φαρμακερά, ειπωμένα όμως πάντα για το καλό της. Κάθε κουβέντα έπεφτε με ακρίβεια, μαζί με μια κατάρα στο τέλος, κι ήταν ως να ήξερε ακριβώς πού να χτυπήσει.

Το βλέμμα, το ύφος, οι «καλοπροαίρετες» συμβουλές, όλα γίνονταν εργαλείο ελέγχου. Τέτοια αφροσύνη, αντί να αγαπήσει το παρόν, έβγαινε σεργιάνι χωρίς λόγο, στο πραγματικά σκληρό παρελθόν της, μάζευε από χίλιες μεριές, όλα τα κακά της μοίρας της και τα έσπερνε αλόγιστα στις καινούργιες μέρες της νύφης, έτσι από γινάτι, από πείσμα να τής μαυρίσει την ψυχή.  Ευτυχώς είχε γλιτώσει τουλάχιστον από την αξίωση της μόνιμης συγκατοίκησης, αλλιώς δεν θα την άφηνε καν να υπάρξει. Η νύφη –και σιγά το πρόσωπο, αυτή με τα σγουρά μαλλιά σαν φίδια, η πούτκα με τα παντελόνια- θα είχε θέση ξένης, μιας παρείσακτης, τι κι αν είχε γίνει μέρος της ζωής της.

Δεν θα ξεχνούσε ποτέ, τον τρόπο που την είχε κοιτάξει, με τόσο θυμό, παραμονή του γάμου, θαρρείς μόνο και μόνο για να της υπενθυμίσει ότι σε καμία περίπτωση δεν είχε το δικαίωμα να είναι ευτυχισμένη χωρίς την άδεια της. Αναρωτήθηκε πολλές φορές, τί θα μπορούσε να τής έλεγε και να έπιανε τόπο, μα κατέληγε από μέσα της, ίσως και με κάποια περιφρόνηση «ασ’ το να πάει στα κομμάτια, με τόσο παραφουσκωμένο εγώ, είναι ζήτημα να είναι χρήσιμη σε κάτι, ούτε στον εαυτό της». Τσιμουδιά λοιπόν.

Γάμος, ο γάμος της, σκηνή της μεγαλύτερης τραγωδίας του κόσμου της που κατέρρεε σε ατμόσφαιρα φτηνής θεατρικής παράστασης, μιας παράστασης, που ελάχιστοι και αυτοί από διάθεση κουτσομπολιού και διεγερμένης περιέργειας, ήθελαν να παρακολουθήσουν. Σκηνικά αδιάφορα, και η ίδια, η νύφη, υποχρεωμένη να παίξει ένα ρόλο που ποτέ δεν θέλησε, πρωταγωνίστρια σε μια κωμωδία που εύκολα μετατράπηκε σε δράμα, χωρίς λόγο και εν τέλει χωρίς ουσία. Χειρονομίες και λέξεις πεταμένες. Το χειροκρότημα στη δήθεν ευτυχία, ψεύτικο, ένα κακόγουστο ακουστικό εφέ, κι εκείνη, θεατής και πρωταγωνίστρια ταυτόχρονα ήξερε καλά ότι η παράσταση είχε αποτύχει πριν καν αρχίσει.

Έκλεισε τα μάτια η ποιητική κραυγή, τραύμα και θραύσμα για όσα δεν τόλμησε ούτε να δει, ούτε να πει:

 Μις κα δν ταν ν σταθες σ κενα πού χες τάξει,

τότε γιατ τ λόγο ατ μ᾿ νάγκασες ν π;

Τν ρκο σου τν πάτησες, μ γ δν χω λλάξει:

κόμα σ᾿ γαπ! (Ναπολέων Λαπαθιώτης)

Ένας γάμος, μια φάρσα, στην οποία συμμετείχε εκτελώντας οδηγίες και υποδείξεις άλλων, έπαιζε ένα ρόλο αδιάφορο «είσαι υποχρεωμένη», βούιζε στ’ αυτιά της και την τρέλαινε, μια φωνή που έκανε τη λεπτή μεμβράνη στα τύμπανα να τρίζει. «Αν γινόταν», έλεγε από μέσα της, «αν μπορούσα, θα δενόμουν ξανά με τον ομφάλιο λώρο στην κοιλιά της μάνας μου, εκεί, προστατευμένη από όλους και όλα» κι ήταν έτοιμη να ξεσπάσει σε λυγμούς, μα το αυτί της είχε πιάσει μια άλλη βραχνή φωνή «μην κλαις».

Συμβαίνει καμιά φορά, η αλήθεια του έρωτα να θάβεται στα «πρέπει». Περίμενε να ζήσει με αγάπη, όχι να συμμορφωθεί στο «όπως τα ’βρες νύφη». Κι όταν η αυλαία έπεσε, φοβόταν πως η αγάπη  μπορεί και να είχε χαθεί στα παρασκήνια…

Θυμόταν, μια εκκλησία γεμάτη φασαρία, κουτσομπολιά, χαμόγελα ψεύτικα, βλέμματα περίεργα. Στεκόταν στη θέση της, αμήχανη, ανταλλάσσοντας κρύες,  τυπικές χειραψίες. Και τότε, κάποια στιγμή, ανάμεσα σε δάκρυα και τον κόμπο που άφηνε ο λυγμός στο λαιμό, μια σκιά πλησίαζε. Η Χατζηδάκη, άλλη μια φορά, ως άλλη Ασπασία, αυτή της αρχαιότητας, μορφή απαλλαγμένη από συμβιβασμούς και πρέπει. Ένιωσε τον χρόνο να ακινητεί, «μην ξεχνάς», ψιθυριστά, «ο γάμος δεν είναι ικανός να σε κρατήσει αν η καρδιά δεν το θέλει. Κανένα τελετουργικό, δεν μπορεί να εξασφαλίσει τη ζωή που σου διάλεξαν. Η αγάπη, η ελευθερία, η τιμή, αυτά καίνε μέσα μας, αυτά μας ενώνουν μόνο όταν τα διαλέγουμε ελεύθερα».

Χαμήλωσε τα μάτια στο πάτωμα. Αισθάνθηκε μέσα στο χάος της τελετής ένα φτερούγισμα να την αγγίζει. Η Ασπασία, η δική της Σωσώ, γλυκιά και αυστηρή μαζί, ήθελε να της πει, ότι η συνύπαρξη είναι αλλιώς, ότι η δική της αλήθεια, η δική της ζωή, δεν είχε ανάγκη κανένα πρέπει.

Συχνά, μετά το επεισόδιο «γάμος» επέστρεφε σε όσα την είχε διδάξει η καθηγήτρια. Μέσα της, την δικαίωνε, η Ασπασία Χατζηδάκη, κόντρα στην εποχή της, δεν σύναψε γάμο, επέλεξε τον ανοιχτό δρόμο της ελευθερίας βαδίζοντας μόνη, σε μια κοινωνία που όχι μόνο φοβόταν, μα και μισούσε τις γυναίκες χωρίς άγκυρες.

Και μήπως δεν είναι αλήθεια; Ο γάμος δεν ενώνει απαραίτητα δύο ανθρώπους. Η αληθινή ένωση, εκείνη που αντέχει στον χρόνο, δεν εξαγοράζεται ούτε επιβάλλεται με τελετές, υπογραφές, μυστήρια και ληξιαρχικές πράξεις. Οι άνθρωποι μπορεί να ζουν δίπλα δίπλα και να μην αγγίζονται ποτέ, να μοιράζονται ένα σπίτι και να μην μοιράζονται ούτε μια σκέψη, να φέρνουν παιδιά στον κόσμο από καθαρή σύμπτωση, να προχωρούν υποταγμένοι και ανελεύθεροι και στο τέλος να κατασπαράσσουν τις ψυχές τους. Ο έρωτας, η εμπιστοσύνη, η κοινή επιθυμία να εξελίσσονται μαζί, όλα αυτά δεν τα διασφαλίζει ούτε τα προστατεύει ένα τελετουργικό όπου και αν αυτό γίνεται. Είναι η αγάπη, αυτή χρειάζεται να καίει, να βάζει φωτιά στο μέσα σκοτάδι, είναι ο σεβασμός, η ευγένεια, η κατανόηση, αλλιώς η ένωση, μια αποτυχημένη παράσταση θα μοιάζει, μια αποτυχημένη παράσταση χωρίς ταυτότητα…»

Αρκετά χρόνια μετά, δεν θα την έπιανε μελαγχολία όπως τότε, τότε που είχε αναγκαστεί να περπατήσει λυπημένη και ξένη μέχρι τα σκαλοπάτια της εκκλησίας του αγίου Δημητρίου. Ήταν μια τυπική πράξη, μια σφραγίδα. Η επιβεβαίωση μιας ταυτότητας που δεν ήταν δική της.

Θυμόταν, τη δική της αστυνομική ταυτότητα και τη χαρά του ιερέα όταν πήρε το ψαλίδι και κόβοντάς την στη γωνία χωρίς δισταγμό με μια κίνηση γρήγορη, σίγουρος ότι διόρθωνε κάποιο λάθος, ή ως να έκοβε κάτι περιττό, είπε «τώρα σε κάναμαν δική μας, δε λέγεσαι πια όπως ήξερες, τώρα είσαι η κυρία του κυρίου, κυρία …» δεν το άκουσε. Τόσο νέα τότε, τόσο πρόθυμη να αποδεχτεί όσα της ξεφούρνιζαν, να ζήσει σε μια πλάνη που της δηλητηρίαζε τα χρόνια. Ή ίσως δεν είχε πια σημασία. Στεκόταν ανάμεσά τους σαστισμένη, χωρίς σώμα, χωρίς φωνή, χωρίς δικαίωμα. Μια υπογραφή, ένα ψαλίδι, μια φράση ήταν αρκετά. Κάποια χρόνια μετά κατάλαβε. Εκείνη η κομμένη γωνία δεν ήταν μια ασήμαντη λεπτομέρεια, ούτε και τυπική πράξη. Ήταν κι αυτή ένα σύνορο. Μια σκοτεινή γραμμή που χώριζε όσα υπήρξε από όσα της επέβαλαν να γίνει. Η ταυτότητα της, είχε άραγε ήδη χαθεί;

Θυμόταν, ανάμεσα στα άλλα και ένα κακό όνειρο να επαναλαμβάνεται. Έβλεπε τον εαυτό της, με μια άσπρη και μια μαύρη φτερούγα, να αιωρείται, παγωμένη σαν κρύσταλλο από χιόνι πάνω από μια καταχνιά και κάπου-κάπου, να φυσάει δυνατός ο άνεμος, να την παρασύρει πιο μακριά και πιο ψηλά, αβέβαιη, ανάμεσα στην ελπίδα και το φόβο. Το νυφικό, από γάζα, σκισμένο σε λωρίδες, κρεμόταν λέει, ίσαμε κάτω χαμηλά, οι άσπρες γάζες μάκραιναν, γίνονταν σκοινιά και καθώς την τραβούσαν σε δίνη, βάραινε, βάραινε, κι είχε χάσει -πάντα στο όνειρο- μαζί με το μυαλό της και κάθε επαφή με την πραγματικότητα. Κι ήθελε να φωνάξει ένα όνομα, μα δεν είχε φωνή, κι έκλαιγε, κι έκλαιγε, κι έκλαιγε. Κι ήταν θαρρείς και τις όμορφες εικόνες της φύσης -ήλιο, βουνά, θάλασσα, δέντρα, λουλούδια, ποτάμια, πουλιά- να τις κατάπινε η ομίχλη κι άκουγε μέσα σε αχό νερού που πέφτει από καταρράκτη, γέλια και κλάματα μαζί… Η επαναλαμβανόμενη παρουσία του εφιαλτικού ονείρου, κατάφερνε να επιστρέφει τακτικά, φάντασμα στη σκέψη της, αρκετές φορές και στη διάρκεια της μέρας, μια ατέρμονη επανάληψη της εσωτερικής της αγωνίας, μια παγίδα της ίδιας της της ύπαρξης.

Κι όσο θυμόταν, τόσο μεγάλωνε μέσα της η αποστροφή για τον «ευλογημένο γάμο», μια πληγή όχι επιφανειακή, μα ριζωμένη στην ψίχα της ψυχής. Με τα χρόνια έλεγες έκλεινε κάποιες φορές, μα εκεί που δεν το περίμενε, χωρίς προειδοποίηση, άνοιγε ξανά. Είχε έρθει όμως η ώρα της σύγκρουσης ανάμεσα στον κοινωνικά επιβεβλημένο ρόλο και την προσωπική της αλήθεια. Ο γάμος, ένας μηχανισμός συμμόρφωσης, ένας θεσμός που, ενώ επαγγελλόταν αξίες και σταθερότητα, λειτουργούσε αφαιρετικά, απογυμνώνοντάς την σταδιακά από φωνή, ταυτότητα και ελευθερία μέσα από απειλές και επαναλαμβανόμενα μοτίβα καταναγκασμού. Στις πρώτες ρυτίδες, όσο ωρίμαζε, σίγουρη πια πως ο γάμος, ο δικός της, δεν ήταν παρά μια πράξη συμμόρφωσης, ένα παλιό βρώμικο συμβόλαιο που ζητούσε να παραδώσει το σώμα, την καρδιά, την ψυχή της, είχε πάρει την απόφαση να αντιδράσει. Κάλλιο αργά παρά ποτέ.

Κάποια φορά, ανάμεσα στα άλλα θυμήθηκε κάτι που είχε διαβάσει:

«Αν μείνουνε τα πράγματα όπως είναι, είσαστε χαμένοι.

Η μεταβολή, ναι, είναι εσάς ο φίλος σας,

και η διαφωνία ο σύμμαχός σας στον αγώνα.

Από το τίποτα

κάτι πρέπει εσείς να φτιάξετε,

οι δε του κόσμου οι παντοδύναμοι

να γίνουν πρέπει τίποτα.

Αυτό που ήδη κατέχετε αφήστε το·

πιάστε πάρτε αυτό που σας αρνιούνται.»

(Μπέρτολτ Μπρεχτ)

Οι λέξεις κύλησαν μέσα της, ένα ποτάμι που δεν λογάριαζε εμπόδια στο πέρασμά του. Είχε φέρει στον κόσμο δύο παιδιά, τι όμορφα αλήθεια! Ένιωθε μέσα της να απλώνεται μια δύναμη πιο βαθιά από κάθε φόβο και αμφιβολία. «Αν μείνουνε τα πράγματα όπως είναι, είσαστε χαμένοι», ένας αντίλογος, ξανά και ξανά. Λέξεις που δεν μιλούσαν για ελπίδα, αλλά για ευθύνη. Έκρινε πως δεν αφορούσαν πια μόνο εκείνη. Αφορούσαν τις ψυχές που είχε γεννήσει, τις καινούργιες ζωές, τα παιδιά της που θα τα μάθαινε να χωρούν στη ζωή, στο πολύ της χαράς, στο ψηλά του ονείρου, στο βαθύ της καλοσύνης. Εκεί όπου εκείνη είχε σωπάσει, ήξερε πια πως δεν είχε το ίδιο δικαίωμα για τα παιδιά της. «Πιάστε και πάρτε αυτό που σας αρνιούνται», εντολή. Όχι γενική, ούτε και αόριστη. Συγκεκριμένη. Αδιαπραγμάτευτη. Να μην παραδώσει ποτέ πια όνομα, σώμα, φωνή, ψυχή, ζωή. Ούτε τη δική της. Ούτε των παιδιών.  Δεν χρειαζόταν κανένα γάμο, για να ζήσει όπως ήθελε. Η καρδιά ήξερε. Το ερώτημα ήταν άλλο, πόσα είχε ήδη πληρώσει για να το μάθει…

Ήταν καιρός, από το μηδέν να δημιουργήσει τα πάντα. Ώρα να πάρει πίσω όλα όσα της αρνήθηκαν, να ξεφορτώσει όσα της χρέωσαν, να ακολουθήσει τον δικό της ανήφορο ως την απόλυτη ελευθερία. Η ελευθερία δεν ήταν πια ιδέα, αλλά η μία, η μοναδική επιλογή που της έμενε για να μην καταρρεύσει μέσα στην ίδια της τη ζωή. Αποφασισμένη αρνήθηκε να συνεχίσει να αντιμετωπίζει με την ίδια ανεκτικότητα πρόσωπα και καταστάσεις. Και δεν θα έδειχνε πια κατανόηση, ούτε θα συγχωρούσε. Να τα πετάξει όλα τα παράταιρα, αυτό ήθελε. Να τα σβήσει από μέσα της.

Ναι και πρέπει, διαγράφτηκαν μονοκοντυλιά, είχε έρθει η ώρα να μάθει να λέει «εγώ». Ναι και πρέπει δεν την έσωζαν, είχαν μαζευτεί πολλά. Μόνο το «εγώ» μπορούσε να σπάσει την αλυσίδα, «εγώ», δεν έμοιαζε λέξη, μα πράξη, το πρώτο βήμα για να μη γίνει ξανά θύμα, υποχωρητική, διαθέσιμη, άνευρη, και αυτή τη φορά δεν θα το έκανε για να σωθεί. Θα το έκανε για να ζήσει.

Ζούσε η μάνα της, όλα τής τα είχε κρύψει κι ας καταλάβαινε τα περισσότερα, δεν ήθελε να στενοχωριέται, φιλάσθενη η καημένη, είχε τα δικά της βάσανα. Έβγαινε από το λαγούμι του φόβου κρατώντας τα «ναι» και τα «πρέπει» στα χέρια, μαζί μ’ εκείνα τα κιτρινισμένα πια στέφανα. Θυμήθηκε την παλιά της βαλίτσα. Μ’ εκείνη είχε φτάσει νύφη στον ξένο τόπο. Θα ταξίδευε άλλη μια φορά μαζί της, φορτωμένη αναμνήσεις, σε μια διαφορετική επιστροφή.

«Κάθε χιλιοστό της κρατάει την αξία και την οδύνη όσων έζησα, παράσημα αντοχής», περνούσαν από το μυαλό εικόνες πολλές καθώς τακτοποιούσε  τα πράγματα της στην παλιά μικρή βαλίτσα. Μια βαλίτσα, γεμάτη και από τα σπασμένα, χρωματιστά γυαλάκια της αγάπης. «Τι κι αν είναι ξεφτισμένη απ’ τον καιρό, μέσα της θαρρείς κι ανάβουν μικρά λαμπιόνια, εμπειρίες, χαρές, λύπες, πληγές, σημάδια, ονόματα, όλα πολύτιμα» συλλογίστηκε. Με τα χρόνια είχαν απλώσει πιο μικρές τις σκιές τους πάνω της, τώρα μπορούσε να τα κοιτάζει χωρίς να πονά. Οι αναμνήσεις δεν ήταν πια λιωμένο μολύβι στην ψυχή, τώρα, παλιό χαρτί και ξεθωριασμένο μελάνι, «στο κάτω κάτω της γραφής, δεν είμαστε γυναίκες μόνο για να πονούμε, όρτσα η ψυχή, λεύτερη και κατάντικρυ στον ήλιο», όπως συνήθιζαν να λένε οι γυναίκες στη σειριά της.

Ο γάμος, οι προσδοκίες, τα πρόσωπα, οι μάσκες, παλιές φωτογραφίες σ’ ένα άλμπουμ, αναγνωρίσιμες, αλλά όχι πια ικανές να της χαλάσουν τη διάθεση. Άγγιξε τη βαλίτσα, η παλιά της ζωή, αυτή πριν τον γάμο, είχε ξυπνήσει  στις ραφές, και ήταν όμορφη. Κάθε μικρή λεπτομέρεια, κάθε ξέφτι, έχει πια τη δική του σημασία, μνήμη, γνώση, δύναμη, ζωή, η ζωή της.

Μια παλιά βαλίτσα, χρώμα μπορντό, ίσως και λίγο γκρενά στις άκριες, με χοντρά εξωτερικά γαζιά, την αγγίζει, τη βλέπει, μια παλιά φιλενάδα που πάντα τη συνόδευε. Την αγκαλιάζει, την παρατηρεί και συνεχίζει να ταξιδεύει μαζί της χωρίς τίποτα να την βαραίνει πια, μόνο με την καθαρή αίσθηση της ιστορίας της να ζει μέσα της, μόνο εκείνη μπορεί να διαβάσει την τόσο καθαρά από την καλή και την ανάποδη. «Κράτα ό,τι σε έκανε να ζεις, πέτα ό,τι σε κράτησε αιχμάλωτη, ό,τι μαύρισε την ψυχή, πέτα κάθε κατακάθι», πονετικά ακούστηκε, ανάμεσα από ένα ματσάκι πανσέδες στη φόδρα της βαλίτσας…

Κάθε τι, μάρτυρας της δύναμης και της αδυναμίας της, όσα είχε ζήσει ζωντάνευαν ξανά, αλλιώς όμως. Θυμόταν τις στιγμές που είχε γελάσει μέχρι δακρύων με τα καμώματα των παιδιών, τις φορές που είχε κλάψει, τις φορές που είχε τρομάξει, που είχε απειληθεί, που είχε αντέξει, που έφτασε ως τον θάνατο, μα που τελικά γύρισε πίσω κλείνοντας το μάτι στη ζωή, για κάποιους αξόφλητους λογαριασμούς. Η ζωή είναι γιορτή, είναι το πανηγύρι της χαράς και φώτα, καθρεφτισμένα στα μάτια των παιδιών…

Ασκήσεις, δοκιμασίες, μαθήματα και παθήματα, ελεύθερη από τις στάχτες του έρωτα και τις τυφλές  προσδοκίες, ψυχή που θάλασσα έγινε βαθιά, κούνησε το μαντίλι χωρίς ίχνος μετανιωμού. Θαρρείς κι ήταν γραμμένο «σαν σύννεφο να λιώσουν όλα και σαν ψιλή βροχή να πέσουν χαμηλά», για να ποτιστεί εκείνο το ένα γαϊδουράγκαθο που συνέχιζε να φυτρώνει στην ίδια θέση στο χέρσο του δρόμου, κάτω από τις ελιές.

Αγκάλιασε τη μικρή φθαρμένη βαλίτσα. Οι ανομολόγητοι φόβοι πνίγηκαν στα τραγούδια του ραδιοφώνου, στο «Δεύτερο Πρόγραμμα». Ο νους κράτησε το ανθισμένο μωβ. Ένας ήλιος ζεστός πύρωσε τις φλέβες του λαιμού. Ανάσανε, ένιωσε ελεύθερη, ελεύθερη, ελεύθερη. Μπορούσε να κάνει πολλά και τη ζωή της όπως ήθελε, να γεμίσει με νέες εμπειρίες, νέες χαρές, γιατί όχι; Και νέες πληγές.

Η παλιά της βαλίτσα, πρόκληση και πρόσκληση.

Στη δόξα του αληθινού λεμονανθού, είχε πάρει την απόφαση. «Φεύγω! Έρχεσαι;» Ταξιδεύοντας για Κρήτη, με το πλοίο «Αριάδνη», είχε βγει η θλίψη της στη φόρα. Δεν άντεξε, είχε σχέδιο, ανέβηκε στο τελευταίο κατάστρωμα, ψηλά, πλησίαζαν στη Φαλκονέρα, εκείνα τα σύμβολα ενός ρόλου που ποτέ δεν της ταίριαξε, τα εκσφενδόνισε γελώντας στη θάλασσα.

Δεν ήταν «η κυρία του κυρίου» δεν ήταν καν «η γυναίκα κάποιου» ήταν η Ζωή, μια γυναίκα που είχε μάθει να μη φοβάται το φιλί, ούτε το δακρυσμένο γέλιο, μια γυναίκα που δεν ήθελε να μιλάει για τα περασμένα, μα για την αγάπη, μια γυναίκα που δεν ντρεπόταν να ξαναρίξει τα ζάρια για μια παρτίδα ζωή κι ας ήταν με τον ίδιο άνθρωπο.

Θυμόταν, τη στιγμή που φώναξε «φτου ξελεφτερία», ξανά παιδί. Η φλούδα της ψυχής αλισάχνη κι αυτή γελούσε, γελούσε καθώς το φλασκί του πελαγίσιου ανέμου άδειαζε καινούργιες πνοές στα ξέπλεκα σγουρά μαλλιά.

Και ο σύντροφός της, θαρρείς είχε ξεχάσει πως κάποτε, υπήρξε σε ρόλο, το δεύτερο κεντρικό πρόσωπο της ίδιας μακρινής παρωδίας, είχε πλησιάσει το ίδιο γελώντας, με κάποια αινιγματική περιέργεια. Το πλοίο συνέχιζε το ταξίδι. Κοίταζε τη λευκή φαρδιά γραμμή που άφηνε στο πέρασμά του, αφρός που χανόταν γρήγορα, όπως όσα είχε κι εκείνη αφήσει στη ρότα του. Σκέφτηκε πως κάπως έτσι σβήνουν και χάνονται και οι ρόλοι, με θόρυβο στην αρχή κι ύστερα σιωπηλά.

Τα είδαν, τα στέφανα, να στροβιλίζονται για λίγο και αμέσως να χάνονται στα κύματα, κι ήταν ως να έσβηνε μαζί τους και η τελευταία σκιά της παλιάς τους ζωής. Ένα ναυάγιο χωρίς ναυαγούς και σπασμένα κατάρτια. Να λοιπόν που η θάλασσα είχε πάρει ό,τι δεν τολμούσε η ίδια τόσα χρόνια ν’ αφήσει…

Η στεριά είχε αρχίσει να μικραίνει.

Έμειναν στην κουπαστή, μαζί παρατηρώντας τις λάμψεις της ανοιξιάτικης νύχτας να καθρεφτίζονται στο νερό. Η ζωή δεν ήταν πια μια σκηνή που έπρεπε να παίξει. Ένας καινούργιος χάρτης άνοιγε. Μπορούσε να σχεδιάσει το ταξίδι. Καθώς η νύχτα απλωνόταν ένιωσε το άγγιγμά του στο γυμνό της ώμο. Το δίκιο της, γινόταν άραγε και δικό του;

Απ’ τη θαλασσινή πόρτα του Αιγαίου, στη νυχτωμένη μνήμη του έρωτα, καινούργια υπόσχεση ανέβαινε στα χείλη.

Γυρνώντας στις ρίζες της, έβλεπε καθαρά πως νύφη την είχε ντύσει η απαίτηση μιας άλλης γυναίκας, εκείνη την είχε ζητήσει σε γάμο και όχι ο σύντροφός της, εκείνη της είχε υποδείξει πως για να είναι αρεστή έπρεπε να χωρέσει στα παπούτσια άλλων. Η πίκρα από το μελλοκάρυδο, η δική της αλήθεια χίλιες φορές προτιμότερη από κάθε πλάνη. Αυτή την κράτησε, ας προσπάθησαν να την κάνουν να λυγίσει. Η πλάνη συμβολικά και κυριολεκτικά, είχε χαθεί για πάντα, τώρα μόνο η δική της φωνή αντηχούσε μέσα της, έξω της, χαιρετούσε τις καινούργιες μέρες. Αύριο θα περπατούσε σ’ έναν αγαπημένο δρόμο, στο Μεγάλο Κάστρο, στην αληθινή οδό Πλάνης, τη γεμάτη ομορφιά και καθόλου «πλάνη».

Θυμόταν, το κάποτε ανθισμένο σώμα, έκανε ένα αστείο μορφασμό, τώρα αισθανόταν το ίδιο σώμα να τρέμει με το βάρος της πραγματικής αγάπης, τώρα ατάραχη στο γυαλί της νύχτας έπεφτε ειρηνικά στην αγκαλιά του.

Τα στεφάνια που κάποτε νόμιζε ιερά δεσμά, ξεβρασμένα στο γερακότοπο της Φαλκονέρας, απαραίτητη κίνηση για την αξιοπρέπειά της, κι αυτή η ελάχιστη μικρή πράξη να την λυτρώνει. Κάθε σφίξιμο στο λαιμό, κάθε φλέβα, κάθε βλέμμα χλεύαζε, το υποτιθέμενο μυστήριο και την παρωχημένη ιδέα της ένωσης των δύο «εις σάρκαν μίαν». Οι άτακτες σκέψεις αποκτούσαν δικαίωμα να ξεδιπλωθούν, αψηφώντας τη μονοτονία της ζωής που νόμιζε ότι την ορίζει. Παραδομένη στη λιτανεία του πιο κοντινού άστρου, κάτι μέσα της γύρευε να ξαναγεννηθεί. Ένα ανεπαίσθητο ρίγος πέρασε από τη ραχοκοκαλιά, μια παράξενη προσμονή, λες κι άνοιγε μπροστά της ο δρόμος που επιτέλους διάλεγε.

Η αγάπη, θνητή και αθάνατη, στο βλέμμα, και η ζωή παρ’ όλες τις πληγές και τα παράσημα της μοναξιάς, την οδηγούσε σε μια ουσιαστική συνύπαρξη, συμφιλιωμένη με την ίδια και μ’ εκείνον, με το δικαίωμα να διεκδικήσει το μέλλον που ήθελε.

Τα χέρια στην κουπαστή, κάπως παγωμένα απ’ τ’ αγιάζι, αλλά το χρειαζόταν αυτό το κρύο, είχε ανάγκη να πιστέψει ό,τι ζούσε. Κάθε τόσο μια λάμψη από το φως του φάρου έκοβε τη νύχτα σε φέτες. Κοίταζε το βάθος του ορίζοντα. Το φεγγάρι, ασημένιο κι ολόκληρο. Η θάλασσα, η θάλασσα, αυτή η μαυλίστρα σε συνεργασία με την όστρια, πάντα έβαζε μια ακαθόριστη τάξη μέσα της.

Σ’ ένα καθαρτήριο ταξίδι, τα «ναι» και τα «πρέπει» έμειναν πίσω, ανακάλυπτε την αληθινή ελευθερία. Δεν ήταν «η κυρία του κυρίου», ούτε «η γυναίκα κάποιου», αλλά η γυναίκα που ύστερα από τόσες κακοτοπιές, άξιζε επιτέλους να ζήσει. Κι ως να περνούσε ο θάνατος ξυστά δίπλα της μελετώντας πώς θα λησμονηθεί, με όση δύναμη της έδινε το δικαίωμα στη ζωή, «ρε άντε γαμήσου Χάρε», είπε και δυσκολεύτηκε να πιστέψει πως είχε εκστομίσει τέτοια λόγια.

Ο γάμος δεν την όρισε τελικά. Τα ζύγισε όλα μέσα της, τα πάνω και τα κάτω, τα πάρε και τα δώσε, αφέθηκε να γελά, αναγνωρίζοντας πως η λύπη συνορεύει με την παραφροσύνη, μπορούσε να λαμπαδιάσει πια εκείνο το σύνορο, κλείνοντας πονηρά το μάτι στο αύριο, στη χαρά της ζωής.

Είναι κάποιες φορές, που η ζωή φαίνεται να σε σπρώχνει επίτηδες πέρα από τα όρια, σε αφήνει να σταθείς σε μια κουπαστή, να νιώσεις τον άνεμο να παίζει στα λυτά σγουρά μαλλιά και την καρδιά σου, από βαριά σαν μολύβι, απαλό φτερό.

Είναι κάποιες φορές, που καταλαβαίνεις πως η ευτυχία δεν είναι ο στόχος που κυνηγάς, αλλά μια ανάσα, αφήνεις να σε διαπεράσει ως την ψυχή, για να ακούσεις την καρδιά να χτυπά δυνατά, ας είναι για τα μικρά πράγματα, καμιά φορά τα ασήμαντα είναι που σε φέρνουν σε αρμονία με τον εαυτό σου, ένα χαμόγελο που σου ανήκει, μια στιγμή που σε γεμίζει ομορφιά χωρίς να την έχεις σχεδιάσει, μια χειρονομία, ένα άγγιγμα. «Η ευτυχία προκύπτει από τις α-πο-φά-σεις και τις πρά-ξεις σου», ο άνεμος, συλλαβιστά στα ξέπλεκα μαλλιά…

Είναι κάποιες φορές, που η αγάπη γέρνει στον ώμο σου, όταν εσύ γυρίζεις το πηδάλιο στη ρότα που θέλεις, στα λίγα που σου αρκούν, στα όνειρα που τολμάς, στο ναι στη ζωή.

Έκλεισε τα βλέφαρα, περίμενε να την φιλήσει στα μάτια κι ήταν σίγουρη πως από τα βάθη της θάλασσας, ο αρχαίος κωμικός ποιητής, ο Αντιφάνης: «Ὡς ἐστὶ τὸ γαμεῖν ἔσχατον τοῦ δυστυχεῖν» διαλαλούσε στα πέλαγα.

Η Κρήτη δεν ήταν μόνο ένας προορισμός, ούτε και ο τελευταίος σταθμός, ένας όρκος, ένα συμβόλαιο τιμής, ένα στοίχημα να ζήσει, να ζήσει αλλιώς.

— «Σ’ αγαπώ…»

— «Χωρίς όρους;»

— «Όπως φυσά ο άνεμος.»

— «Τότε μείνε.»

— «Κι αν αλλάξει ο καιρός;»

— «Θ’ αλλάξω ρότα.»

— «Τότε… έλα να πάμε μαζί, σεργιάνι στ’ όνειρο, ο ουρανός δεν έχει ταβάνι.»

— «Μόνο αν μπορώ να φύγω.»

— «Σ’ αγαπώ…»

Όρτσα λοιπόν, κι έχει μια φούρια η καρδιά για τα καινούργια!

 

 

Από το υπό έκδοση βιβλίο: «Με παλιά βαλίτσα επιστρέφει η μνήμη»
Κέρκυρα, 8 Φλεβάρη 2026
Ζωή Δικταίου

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.