You are currently viewing Χλόη Κουτσουμπέλη: Ελευθερία Θανόγλου, «ΤΙΜΙΟΙ ΨΕΥΤΕΣ», εκδόσεις ΑΩ, 2023

Χλόη Κουτσουμπέλη: Ελευθερία Θανόγλου, «ΤΙΜΙΟΙ ΨΕΥΤΕΣ», εκδόσεις ΑΩ, 2023

Θα ξεκινήσω με ένα ποίημα της συλλογής, δυστυχώς σπαρακτικά επίκαιρο με τα γεγονότα των τελευταίων ημερών.

 

ΕΝΔΕΧΟΜΕΝΑ

 

Σήμερα

ποτίζει ένα δέντρο στην αυλή·

αύριο

θα γεννήσει έναν γιο.

 

Ο γιος

ίσως διαβάσει

κάτω απ’ τη σκιά του δέντρου

ή

ίσως πάλι με τις δικές του σκιές

φτιάξει νέα όπλα.

 

Σήμερα

ποτίζει ένα δέντρο·

αύριο ίσως ποτίσει

την ανθρωπότητα με αίμα.

 

Ο Κάφκα λέει ότι η λογοτεχνία πρέπει να είναι το τσεκούρι που θα σπάει την παγωμένη θάλασσα μέσα μας. Και ο Μπρεχτ όμως λέει:

Μερικές λέξεις… είναι ελάχιστα ρομαντικές και καθόλου ποιητικές. Αλλά κανένας μας δε σκέπτεται να τις χρησιμοποιεί για την ομορφιά τους. Είναι μόνο απαραίτητες. Δηλαδή, χρειάζεται να πούμε αυτό που λένε αυτές οι λέξεις.

Και η Ελευθερία στη συλλογή αυτή ξετυλίγει μία ιστορία που όπως γράφει η ίδια στο πλατύσκαλο του βιβλίου, κωμική που εξαρχής απαιτεί πλάτυνση για να αναδειχθεί, στο τέλος βολεύεται μόλις σε δύο μέτρα πιθαμή, γυρνώντας το κεφάλι της στο σκοτεινό προσκέφαλο του τραγικού.

Ανοίγοντας την πόρτα και μπαίνοντας μέσα στο βιβλίο μάς περιμένει στην είσοδο και μία άλλη επιγραφή.

 

Ωριμάζω πάει να πει σταματάω

           να περιμένω το θαύμα

έχοντας πλέον επίγνωση πως το θαύμα

           είναι μία φωνή ανύπαρκτη για

           ν’ ακουστεί πέρα από μένα.

 

Σ’ αυτό το σπίτι λοιπόν, στη συλλογή της Ελευθερίας Θάνογλου πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι. Δεν υπάρχουν μπιμπελό στον μπουφέ, ούτε δαντελωτές κουρτίνες, δεν φυσάει ούριος άνεμος που θα μας χαϊδεύει τα μαλλιά, κανείς δεν θα ερωτευτεί κανένα, ούτε αστέρια ούτε μάτια θα λαμπυρίζουν στον ουρανό. Αντίθετα οι τοίχοι του είναι γερά καρφωμένοι με λέξεις πρόκες που θα έλεγε και ο Μανώλης Αναγνωστάκης.

Η ιστορία που θα διηγηθεί η Ελευθερία είναι η ιστορία ενός ακροβάτη των λέξεων, ενός σχοινοβάτη ισορροπιστή πάνω σε ένα σκοινί, που είναι πάντα το σκοινί του κρεμασμένου, το σκοινί των κατατρεγμένων αυτής της γης. Με αυτή την περσόνα θα μας μιλήσει η ποιήτρια σ’ αυτό το βιβλίο.

Το πρώτο μάθημα στην ζωή του αφηγητή λοιπόν θα είναι η ομοιότητα ανάμεσα στην λέξη υφαλοκρηπίδα και στην λέξη κωλοτρυπίδα.

Μόνο που στην πρώτη, την υφαλοκρηπίδα όπως γράφει η Ελευθερία:

χορηγούνται πτώματα και όπλα προς υπεράσπισή της

ενώ στη δεύτερη την κωλοτρυπίδα

καθαρτικά και υπόθετα για τη δυσκοιλιότητά της.

Η συλλογή αυτή είναι γεμάτη λακκούβες που η ποιήτρια ονομάζει ανάπτυξη όπου ξένοι επενδυτές τοποθετούν μέσα εκρηκτικές ύλες.

Ο λόγος είναι καταγγελτικός. Ο πρωταγωνιστής-αφηγητής της ιστορίας, ο κάτοικος του σπιτιού αυτού, σε πολλά ποιήματα απευθύνεται στο δεύτερο πληθυντικό χρησιμοποιώντας την προσωπική αντωνυμία εσείς. Δεν διστάζει να στηλιτεύσει τα πάντα ξεκινώντας από τους ψευτοδιανοούμενους που καταναλώνονται στη διατύπωση ανούσιων θεωριών αντί να δρουν. Είναι οι αδιάβαστοι που τον έκαναν να στραφεί στο διάβασμα γιατί δεν ήθελε να τους μοιάσει. Ο αφηγητής όμως χτυπάει όλους τους θεσμούς: τον τύπο που η κρατική λογοκρισία μεριμνεί για την κυκλοφορία του, την εκκλησία με την υποκρισία της, την φιλανθρωπία με την ψεύτικη καλοσύνη, τις μεγάλες επαναστάσεις που πνίγηκαν μέσα στην ψευδαίσθηση μίας υποτιθέμενης ευδαιμονίας και πλέον όπως γράφει η ποιήτρια γροθιά τώρα κανείς δεν βρίσκει υψωμένη, το Εθνικό σύστημα Υγείας και τις φαρμακοβιομηχανίες.

Στο πολύ σημαντικό ποίημα με τίτλο: οι θεματοφύλακες, οι κρατούντες πολιτικοί όλης της γης με τις κίβδηλες υποσχέσεις τους εξαπατούν τους λαούς που παθητικά δέχονται κάθε διάψευση και καταπίνουν το χρυσωμένο χάπι.

Γράφει η Ελευθερία Θάνογλου:

 

Γνώριζαν καλά/ πως η μισή νίκη είναι οι υποσχέσεις/που δίνονται πριν απ’ αυτήν∙/υποσχέθηκαν/φωτιές χωρίς καπνούς/πουλιά που θα σκοτώνουν κυνηγούς/θεούς που θα φοβούνται τους ανθρώπους

 

Όταν όμως δεν μπόρεσαν να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους οι πονηροί εξουσιαστές κατέφυγαν σε νέες υποσχέσεις:

δέντρα που θα άνθιζαν στη μέση του χειμώνα/θανάτους που θα έφερναν ζωή/βουνά που θα έτρεφαν κοπάδια από ψάρια.

Για να καταλήξουν τελικά όταν όλα τα μέτρα πέρασαν με μικρούς μόνο κλυδωνισμούς από τον κόσμο, να υποσχεθούν οι κυβερνήσεις πιο δημοκρατικά και δίκαια κελιά. 

Σε πολλά ποιήματα της συλλογής το ποιητικό υποκείμενο καταφέρεται ενάντια στους πολιτικούς και τους κυβερνώντες, τους στιγματίζει.

Όπως ένας ταχυδακτυλουργός με κομμένα άκρα/δεν θα βγάλει λαγό απ’ το καπέλο του/έτσι κι ένας πολιτικός δεν θα βγάλει αλήθειες/μέσα από τον λόγο του.

Η Ελευθερία χρησιμοποιεί πολιτικοκοινωνικοοικονομικούς όρους για να υποδηλώσει το παρακμιακό και ξοφλημένο πια σύστημα του καπιταλισμού: ανάπτυξη ίσον λακκούβα, να γυαλίζεις τα φύλλα του φίκου μιμούμενη τους καθηγητές ίσον καταμερισμός εργασίας, να κάνεις ομελέτα και να χορταίνεις με τα αυγά από τις κότες του γείτονα που σε εμπαίζει ενώ ο ίδιος δεν έχεις κότες ίσον εξαπάτηση και εκμετάλλευση από τα μεγάλα συμφέροντα, η αποδοτικότητα βραβεύεται με τους όρους της σιωπής.

Ισοπεδωτική μοίρα ο θάνατος που μας περιμένει όλους, πλούσιους και φτωχούς, καταπιεστές και καταπιεζόμενους, ισχυρούς και αδύναμους: Δύο μέτρα γης.

Γράφει ο Μάρκος Αυρήλιος στο Εις Εαυτόν:

 

Της ανθρώπινης ζωής ο χρόνος είναι μία στιγμή, η ουσία της ρευστή, οι αισθήσεις της αμυδρές, του κορμιού η σύσταση ρευστή, η ψυχή μία σβούρα, η τύχη ανεξιχνίαστη και η φήμη προϊόν ακρισίας.

 

Αυτή την ματαιότητα θέλει να αναδείξει η Θάνογλου, αυτή την άσκοπη προσπάθεια συσσώρευσης αγαθών, αυτή την εκμετάλλευση των αδύναμων από τους δυνατούς. Είτε είσαι κλειδοκράτορας είτε όχι δεν υπάρχει κλειδί για τον θάνατο. Τα τελευταία ποιήματα της συλλογής γίνονται όλο και πιο υπαρξιακά. Τα κατακλύζει η αγωνία του θανάτου, είμαστε όμορφοι γιατί κάποτε δεν θα υπάρχουμε, γράφει η Θάνογλου στο τελευταίο ποίημα της συλλογής με τίτλο: «με την κίνηση της πέστροφας.».

 

 Η ομορφιά εξαντλείται με την επανάληψη και εμείς υπάρχουμε για μία και μόνο φορά.

 

Ποιοι είναι λοιπόν οι τίμιοι ψεύτες; Ποιος είναι ο ισορροπιστής στο σκοινί του κρεμασμένου; Ποιοι είναι αυτοί που δεν αναφέρεται το όνομά τους στο ποίημα με τίτλο «Χωρίς αναφορά στο όνομά σας». Ποιοι είναι οι χειροκροτητές; Αυτά τα κοινά συνηθισμένα ανθρωπάκια που τρέχουν όλοι μέρα πάνω σε ένα τροχό όπως τα ποντίκια πίσω από ένα κομματάκι τυρί; Τα στίφη των τυφλών ανθρώπων που χειραγωγούνται και κινούνται προς την κατεύθυνση που κάθε φορά τους υποδεικνύουν; Ποιοι είναι αυτοί που ανταλλάσσουν νομίσματα, φορούν μία μάσκα σπουδαιοφάνειας, πληγώνουν καθημερινά με χίλιους τρόπους τον συνάνθρωπό τους με λόγια, με πυραύλους, με ρουκέτες, με μελάνι και χαρτί; Ποιοι είναι αυτοί που δέχονται σιωπηλά πια οποιαδήποτε κοροϊδία, καταπίεση, εμπαιγμό, εκμετάλλευση νωθρά και παθητικά από τους κρατούντες;

Η ποιήτρια κρατά έναν καθρέφτη απέναντι σε όλη μας την κοινωνία. Θέλει να δει αν ακόμα αναπνέει; Θέλει να μας συνειδητοποιήσει; Να μας θέσει σε εγρήγορση; Ναι, όλα αυτά. Θέλει να καυτηριάσει, να σαρκάσει, να τονίσει. Να αναδείξει την γύμνια και την ήττα ενός παλιού κόσμου που μιλάει στο ανοιχτό στόμα ενός τάφου.

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.