Το δράμα ξαναπαίζεται.
Στα καμαρίνια παραμονεύουν τον Ορέστη
κι εσύ χειροκροτάς ανυποψίαστος στο τέλος κάθε πράξης.
Έ, έξοδος… ποιητή
κι ούτ’ ένας θεός δεν αιωρείται στη σκηνή!
Το μύθο δεν τον διάβασαν σωστά, δε γλίτωσε ο άνθρωπος
την ευτέλεια που ενεδρεύει στα παρασκήνια των παρανοϊκών
στις μεγάλες πόλεις με τους κήπους και τα συντριβάνια
με τα πλαστά χαμόγελα και τα στρογγυλά τραπέζια.
Ο μύθος όμως πλάθεται και ξαναπλάθεται χιλιάδες φορές
ώσπου ν’ αναστηθεί και να ξεκινήσει πάλι ο Ορέστης
για τ’ Άργος
να πάρει το δίκιο του
μέσα στις φλόγες
γιατί δεν έχει άλλη επιλογή
παρά μονάχα μια πορεία μέσα στο αίμα
μέσα στο λίγο φως που κρύβει η μεγάλη νύχτα
με την απέραντη προοπτική των άστρων
με τις κραυγές αλλάχ ακμπάρ, με τα βεγγαλικά
τις μαύρες μαντίλες των γυναικών, τα δάκρυα
τα κόκκινα γαρίφαλα στα στήθη των παιδιών.
Πικρή κατάληξη στην αιμάτινη ευαισθησία που πεθαίνει
ανομολόγητη.
Χρήστος Αντωνίου
