Κάθε χρόνο, στις 21 Μαρτίου, ο κόσμος θυμάται την ποίηση. Βέβαια, θυμάται κανείς κάτι μόνο όταν προηγουμένως το έχει ξεχάσει. Της αφιερώνει λοιπόν μια επετειακή ημέρα: οργανώνονται αναγνώσεις, δημοσιεύονται ποιήματα, τα σχολεία θυμούνται για λίγο ότι η γλώσσα μπορεί να αναπνέει και έξω από τα σχολικά βιβλία. Για λίγες ώρες ο ποιητικός λόγος επιστρέφει στον δημόσιο χώρο ως μια ευγενής υπενθύμιση. Έπειτα, η ζωή συνεχίζεται κανονικά, αν αυτό που βιώνουν σήμερα οι κοινωνίες μας, μέσα στις φωτιές των πολέμων και των ολοκαυτωμάτων, μπορεί ακόμη να ονομαστεί κανονικότητα.
Η ύπαρξη μιας Παγκόσμιας Ημέρας Ποίησης είναι, αν το σκεφτεί κανείς ψύχραιμα, ένα παράδοξο γεγονός. Για αιώνες ολόκληρους η ποίηση δεν είχε ανάγκη από επετείους. Δεν ήταν ένα ξεχωριστό είδος λόγου που περίμενε την αναγνώριση της κοινωνίας, αλλά ήταν ο ίδιος ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι κατανοούσαν τον κόσμο. Οι πρώτες μεγάλες αφηγήσεις της ανθρωπότητας ( Όμηρος, Ησίοδος, το Έπος του Γκιλγκαμές) δεν ήταν φιλοσοφικά συστήματα ούτε ιστορικές πραγματείες. Ήταν ποιήματα. Με στίχους μιλούσαν για τους θεούς και για τους πολέμους, για τα ταξίδια, για τη μνήμη των νεκρών και τους φόβους των ζωντανών. Ο ποιητικός λόγος δεν αποτελούσε διακόσμηση του πολιτισμού, αλλά ήταν ένας από τους θεμελιώδεις τρόπους ύπαρξής του.
Κάποια στιγμή όμως η γλώσσα άρχισε να αλλάζει λειτουργία. Από λόγος, ως τρόπος δηλαδή κατανόησης και συγκρότησης του κόσμου, μεταβλήθηκε σταδιακά σε μέσο διαχείρισης της οικονομίας, της διοίκησης, της πληροφορίας. Η λέξη άρχισε να λειτουργεί ως εργαλείο που υπηρετεί την ακρίβεια, την ταχύτητα και την αποτελεσματικότητα. Σε έναν τέτοιο κόσμο η «μεταφορά» του λόγου γίνεται ύποπτη, η σιωπή άχρηστη και η αμφισημία σχεδόν ανεπίτρεπτη.
Η ποίηση όμως κατοικεί ακριβώς σε όλα αυτά που ο λειτουργικός λόγος απορρίπτει. Στην παύση, στο υπαινικτικό βάθος της λέξης, στη δυνατότητα ενός νοήματος να ανοίγεται προς περισσότερες κατευθύνσεις. Δεν επιδιώκει να οργανώσει την πραγματικότητα, αλλά να την αποκαλύψει μέσα από τις ρωγμές της. Και ίσως γι’ αυτό, στον σύγχρονο κόσμο της χρησιμότητας, φαίνεται όλο και περισσότερο άχρηστη.
Πράγματι, από την πλευρά της χρησιμότητας, η ποίηση σήμερα είναι άχρηστη. Δεν προσφέρει πληροφορίες, δεν παράγει λύσεις, δεν κατασκευάζει προγράμματα. Δεν επιταχύνει καμία διαδικασία ούτε βελτιώνει την απόδοση κανενός συστήματος. Είναι άχρηστη και επειδή δεν έχει συγκεκριμένη και προσδιορισμένη στόχευση, ίσως ακριβώς γι’ αυτό παραμένει ένα από τα τελευταία καταφύγια της ανθρώπινης ελευθερίας.
Ίσως λοιπόν για αυτόν τον λόγο χρειάστηκε να της δοθεί μια ημέρα. Όχι για να τιμηθεί, γιατί οι ζωντανές μορφές του πνεύματος δεν έχουν ανάγκη από επετείους, αλλά για να παρηγορηθεί η συλλογική συνείδηση. Μια κοινωνία που έχει απομακρυνθεί από την ποίηση αισθάνεται, έστω και αμυδρά, την απώλεια. Και τότε επινοεί μια ημέρα μνήμης, σαν ένα τελετουργικό συγγνώμης προς κάτι που εγκατέλειψε.
Υπό αυτή την έννοια, η Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης δεν είναι απλώς μια γιορτή της λογοτεχνίας, αλλά είναι, περισσότερο, ένα διακριτικό αλλά σαφές «τεκμήριο ενοχής» του σύγχρονου πολιτισμού.
