Αν μου ζητούσε κάποιος να διαλέξω μία και μόνο λέξη για το βιβλίο του Τάσου Χανλίογλου, θα έλεγα τη λέξη «ποικιλία». Όλα τα διηγήματα του «Να σε παρηγορήσω ήρθα» είναι διαφορετικά μεταξύ τους, όλα έχουν διαφορετική θεματολογία, διαφορετικούς ήρωες, υπηρετούν άλλες ανάγκες και περνούν άλλα μηνύματα. Ενδεχομένως γι’ αυτό ο συγγραφέας, στο συγγραφικό του αυτό ντεμπούτο, διάλεξε τη μικρή φόρμα, το διήγημα, γιατί έτσι έχει τη δυνατότητα να εκφραστεί με πιο πολλούς τρόπους, να θίξει περισσότερα ζητήματα και να δημιουργήσει πιο ελεύθερα.
Την αισθάνεται κανείς αυτήν την ελευθερία διαβάζοντας το βιβλίο, την εναλλαγή από το ένα διήγημα στο άλλο, από τη μια θεματική στην άλλη, κι αν θέλετε μπορούμε να πούμε ότι είναι κι αυτός ένας από τους παράγοντες που κάνουν το βιβλίο ελκυστικό και ευχάριστο στην ανάγνωση, γιατί από τη μια δεν κουράζει και από την άλλη προσφέρει πλήθος μηνυμάτων και πληροφοριών.
Ο Χανλίογλου για να τιθασεύσει το υλικό του κινήθηκε κυρίως πάνω σε δύο άξονες: το παρελθόν και το παρόν. Έχουμε από τη μια τα διηγήματα του «παρελθόντος», αυτά που μας δείχνουν τη ζωή και τις συνήθειες μιας άλλης εποχής και που λειτουργούν ως φύλακες της ιστορικής μνήμης. Στα διηγήματα αυτά διαβάζουμε για τα πηγάδια που υπήρχαν στις αυλές των σπιτιών, για το επάγγελμα του παπλωματά, για τον παγωτατζή που περνούσε από τις γειτονιές, αλλά και για τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα των περασμένων δεκαετιών, για την Κατοχή, για τη Μικρασιατική Καταστροφή, για τους πρόσφυγες. Στο διήγημα «Η κυρα-Τασίτσα» είναι σαν να βλέπουμε όλη την ελληνική ιστορία του 20ού αιώνα, ενώ στο καταπληκτικό «Μια νύχτα σε σωλήνες» ακολουθούμε τους ήρωες που προσπαθούν να αποφύγουν τους Βούλγαρους στρατιώτες μια νύχτα στον καιρό της Κατοχής. Αυτά τα κείμενα, τα ιστορικού περιεχομένου, είναι γραμμένα με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο: η έμφαση δεν δίνεται στην ιστορική πληροφορία, αλλά στο προσωπικό γεγονός, στο βίωμα, στο ατομικό δράμα και όχι στο συλλογικό.
Τα διηγήματα του «παρόντος», από την άλλη, εκπλήσσουν ευχάριστα. Εδώ ο Χανλίογλου επιστρατεύει όλη του την ευρηματικότητα. Έχουμε μια απίστευτη ποικιλία από ιστορίες: ληστείες, μοιχείες, ανδρόγυνα που δεν τα πάνε καθόλου καλά, πτώματα που βρίσκονται σε ανύποπτα μέρη, συγγραφείς που συλλαμβάνονται από την αστυνομία, στρατιωτικοί που κάνουν επικίνδυνες φάρσες, άνθρωποι που βλέπουν παράξενα όνειρα. Εξίσου μεγάλη ποικιλία υπάρχει και στους ήρωες: μικροί, μεγάλοι, άντρες, γυναίκες, ενώ σε μερικά κείμενα οι ήρωες δεν είναι καν άνθρωποι…
Ο Χανλίογλου παίζει πολύ ωραία με το στοιχείο του αιφνιδιασμού: κανένα διήγημα δεν ξέρεις πώς θα τελειώσει, σε κανένα η αλήθεια δεν είναι αυτή που φαίνεται, πάντα στο τέλος υπάρχει μια μεγάλη ανατροπή. Η ανατροπή αυτή έρχεται από τους ίδιους τους ήρωες και όχι από τα γεγονότα της εκάστοτε ιστορίας. Είναι ιδιαίτεροι άνθρωποι οι ήρωες του Χανλίογλου, τους αρέσει να παίρνουν τη ζωή τους στα χέρια τους, να αποφασίζουν οι ίδιοι, ακόμα κι αν τις περισσότερες φορές αυτό δεν τους βγαίνει σε καλό. Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων αυτό που κάνουν δεν είναι σωστό, το ξέρουμε κι εμείς οι αναγνώστες, το ξέρουν και οι ίδιοι. Κατά έναν περίεργο τρόπο όμως μοιάζουν να μη φταίνε.
Έχοντας διαβάσει κανείς αρκετές σελίδες από το βιβλίο, συνειδητοποιεί ξαφνικά ότι σε πάρα πολλές ιστορίες συμβαίνει κάποιος φόνος. Το βιβλίο του Χανλίογλου βέβαια δεν είναι ούτε αστυνομικό ούτε θρίλερ ούτε μυστηρίου. Παραμένει ένα βιβλίο με ιστορίες απλών καθημερινών ανθρώπων. Ο συγγραφέας ωστόσο τους έχει πετύχει ακριβώς σε εκείνη την κρίσιμη στιγμή που περνούν τα όριά τους. Ένας άντρας που δολοφονεί τη γυναίκα του γιατί δεν την αντέχει άλλο. Μια γυναίκα που σκοτώνει άντρες γιατί βίωσε μια κακοποίηση. Όλοι διαπράττουν το άδικο μα την ίδια στιγμή σαν να έχουν δίκιο. Είναι συμπαθείς οι ήρωες του Χανλίογλου, είναι οι ίδιοι υπαίτιοι για την καταστροφή τους, αλλά είναι η ζωή που τους οδήγησε μέχρι αυτό το σημείο. Κι αυτό σε κάνει, ως αναγνώστη, να αναρωτιέσαι: εγώ τι θα είχα κάνει διαφορετικά;
Σε πολλά σημεία ο συγγραφέας είναι φανερό ότι θέλει να θίξει κάποια κοινωνικά ζητήματα. Αυτό όμως συμβαίνει πολύ αυθόρμητα, με πολύ φυσικό τρόπο. Μια γυναίκα από άλλη χώρα που στην Ελλάδα πέφτει θύμα τράφικινγκ. Άντρες που σκοτώνουν γυναίκες και γυναίκες που σκοτώνουν άντρες επειδή έχουν δεχτεί κακοποιητική συμπεριφορά. Άνθρωποι που πάσχουν από κάποιο ψυχικό νόσημα.
Παρ’ όλη τη θεματολογία, το βιβλίο δεν είναι «βαρύ» ή «σκοτεινό» στο σύνολό του. Είναι τέτοια η γραφή του Χανλίογλου που ξέρει να δημιουργεί ένα ανάλαφρο κλίμα, ξέρει να επιστρατεύει το χιούμορ του και μόνο αφότου ολοκληρώσει κανείς το βιβλίο και μείνουν οι ιστορίες μέσα του αντιλαμβάνεται τι ακριβώς διάβασε. Γι’ αυτό και το «Να σε παρηγορήσω ήρθα» είναι ίσως από τα βιβλία που ξαναδιαβάζονται, γιατί μπορείς να εντοπίσεις καινούργια στοιχεία και να προσεγγίσεις με έναν άλλον τρόπο τις ιστορίες.
Ο Χανλίογλου μας κινεί την περιέργεια ως αναγνώστες για το τι άλλο θα μπορούσε να γράψει. Θα είχε ενδιαφέρον να τον ξαναδούμε σε περισσότερα ιστορικά διηγήματα, να ανακατεύει προσωπικές μυθοπλασίες με ιστορικά γεγονότα, αλλά ακόμα περισσότερο σε εντελώς επινοημένα κείμενα, να δημιουργεί ιστορίες που σε πρώτη ανάγνωση μοιάζουν απίθανες, αλλά είναι γραμμένες με τέτοιον αφοπλιστικό τρόπο που τελικά σε πείθουν και τις πιστεύεις. Με λίγα λόγια, αναμένουμε και επόμενο βιβλίο.
