Los desarraigados
Οι ξεριζωμένοι
Βλέπει κανείς συχνά άνδρες και γυναίκες να περπατούν στους δρόμους των μεγάλων πόλεων σαν να αιωρούνται κρεμασμένοι στο χρόνο και χώρο. Δεν έχουν ρίζες στα πόδια τους και συχνά δεν έχουν ούτε πόδια. Από τα μαλλιά τους δεν βγαίνουν ρίζες, ούτε απαλές κληματίδες δένουν τον κορμό τους με κάποιο συγκεκριμένο μέρος γης. Είναι σαν το πλαγκτόν που το σπρώχνουν τα ρεύματα της θάλασσας και, όταν σταθεροποιηθούν από τύχη σε κάποια επιφάνεια νερού, αυτό διαρκεί μόνο για μια στιγμή. Κατόπιν επιπλέουν ξανά και μπορεί να διακρίνει κανείς μια κάποια νοσταλγία τους.
Η απουσία ριζών τους προσδίδει ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό, ασαφές και δεν χωρούν πουθενά, παντού είναι άβολοι. Δεν τους προσκαλούν σε γιορτές ούτε σε σπίτια επειδή τους θεωρούν ύποπτους. Ωστόσο βλέπει κανείς, βέβαια, ότι κάνουν τα ίδια πράγματα όπως και οι υπόλοιποι άνθρωποι. Τρώνε, κοιμούνται, περπατούν ακόμα και πεθαίνουν. Όμως ένας προσεκτικός παρατηρητής θα μπορούσε, ίσως, να διακρίνει ότι στον τρόπο που τρώνε, κοιμούνται, περπατούν ή πεθαίνουν υπάρχει μια ελαφρά και σχεδόν αδιόρατη διαφορά. Τρώνε χάμπουργκερς Μακ Ντόναλντ ή κοτομπουκιές Πόκινς, είτε βρίσκονται στο Βερολίνο είτε στη Βαρκελώνη είτε στο Μοντεβιδέο. Και το χειρότερο και λυπηρό τώρα είναι ότι φτιάχνουν ένα μενού αξιοπερίεργο που αποτελείται από γκασπάτσο[1], βραστό[2] και κρεμ αγγλαί. Κοιμούνται τη νύχτα όπως όλος ο κόσμος, όταν όμως ξυπνήσουν σε ένα άθλιο ξενοδοχείο, στη σκοτεινιά του δωματίου έχουν στιγμές αβεβαιότητας. Δεν θυμούνται πού βρίσκονται ούτε τι μέρα είναι ούτε το όνομα της πόλης που ζουν.
Το ότι δεν έχουν ρίζες προσδίδει στα βλέμμα τους ένα χαρακτηριστικό στοιχείο, κάτι αόριστο, ρευστό, φευγαλέο. Εκείνο το γνώρισμα που αποκτά κάποιος που, ενώ έχει γεννηθεί και μεγαλώσει σε τόπο έχοντας ρίζες και παρελθόν, βολοδέρνει τώρα σε χώρο κενό και αβέβαιο.
Ακόμα και αν κάποιοι από γεννησιμιού τους είχαν γερούς δεσμούς που με τον καιρό μετατράπηκαν αναμφίβολα σε γερές ρίζες και για τον έναν ή τον άλλον λόγο τις έχασαν, τους τις ξερίζωσαν ή τους τις έκοψαν, αυτό το απάνθρωπο γεγονός τους μετέτρεψε σε ένα είδος λεπρών. Και αντί να προκαλούν την συμπόνια των ξένων , συνήθως ξυπνούν αντιπάθεια έως και εχθρότητα. Θεωρούνται ύποπτοι ως υπαίτιοι για κάποια σκοτεινή έλλειψη και αυτό τους καθιστά ενόχους. Γιατί η μειονεξία, αν υπήρχε, θα μπορούσε να οφειλόταν και σε ελάττωμα από τη γέννησή τους.
Άπαξ και χαθούν οι ρίζες δεν επανακτώνται. Μάταια ο ξεριζωμένος στέκεται για ώρες σταματημένος στη γωνία, ακουμπισμένος σε ένα δέντρο, παρατηρώντας λοξά αυτές τις μακριές απολήξεις που ενώνουν το δέντρο με τη γη. Οι ρίζες όμως δεν είναι μεταδοτικές ούτε συγκολλώνται σε ξένο σώμα. Κάποιοι νομίζουν πως, μένοντας για πολύ καιρό στην ίδια πόλη ή χώρα, είναι δυνατόν κάποια στιγμή να τους προστεθούν και να αποκτήσουν κάποιες ρίζες, ρίζες πλαστικές για παράδειγμα, όμως καμιά πόλη δεν είναι τόσο γενναιόδωρη.
Αναμφίβολα υπάρχουν ξεριζωμένοι που είναι αισιόδοξοι. Είναι αυτοί που προτιμούν να βλέπουν την καλή πλευρά των πραγμάτων και παραδέχονται πως, το να στερούνται ρίζες, τους παρέχεται μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων, αποφεύγουν τις ενοχλητικές εξαρτήσεις και είναι ευεργετικός ο εκτοπισμός. Και ενώ σκέπτονται κάπως έτσι, φυσάει ένας δυνατός άνεμος και παρασυρμένοι από τον αέρα εξαφανίζονται.
