You are currently viewing Δημήτρης Μπαλτάς: Λεωνίδας Ρήγας, Όσο περπατούν ζητιάνοι, εκδόσεις Κάκτος, 2024

Δημήτρης Μπαλτάς: Λεωνίδας Ρήγας, Όσο περπατούν ζητιάνοι, εκδόσεις Κάκτος, 2024

Πρώτη εκδοτική εμφάνιση για τον Λεωνίδα Ρήγα η ποιητική συλλογή Όσο περπατούν ζητιάνοι (εκδόσεις Κάκτος, 2024) περιλαμβάνει είκοσι τρία σύντομα ποιήματα σε ελεύθερο στίχο. Ώριμα ποιήματα, προσεγμένα στον λόγο και στη στίξη. Πρόκειται για ποιητικές καταγραφές που βασίζονται, κυρίως, στην κρυπτικότητα και την πύκνωση των νοημάτων που θίγει το ποιητικό υποκείμενο, εμποτισμένα με ποιητικά σχήματα με κύρια τον μεταφορικό λόγο, την εικονοποιία και την προσωποποίηση. Το ποιητικό υποκείμενο μετεωρίζεται συχνά μεταξύ του νου και της καρδιάς, του ορθού λόγου – απότοκο μιας νοητικής διεργασίας – και της συναισθηματικής ενατένισης του κόσμου – αποκύημα της ευαισθησίας και της ευθραυστότητας της ποιητικής φωνής. Η λογική και το συναίσθημα συνέχουν τη σκυταλοδρομία της ζωής και τη δράσης, όπου εγγράφεται το ποιητικό υποκείμενο, με συνεχείς εναλλαγές της σκυτάλης, ακόμα και όταν πρόκειται για ένα συγκεκριμένο ζήτημα ή ζητούμενο. Η σκέψη κάθε νοήμονος όντος, ο αποθησαυρισμός της σοφίας στον ρου της ιστορίας και του χρόνου αλλά και η ψυχική – συναισθηματική οπτική της ζωής ακολουθούν διαδοχικά το ποιητικό υποκείμενο και το επηρεάζουν άλλοτε περισσότερο άλλοτε λιγότερο ωφέλιμα σε ό,τι αφορά στη δική του προσωπική δράση – αντίδραση στα εξωτερικά ερεθίσματα που δέχεται.

Γι’ αυτόν τον λόγο στις ποιητικές πρόζες του βιβλίου κυριαρχεί το μοτίβο αφενός της διαχείρισης της γνώσης (σωρευμένης ή νωπής) και αφετέρου εκείνο του έρωτα που υπερβαίνει τα επίγεια. Η επιμέρους γνώση φαντάζει χαώδης αν συγκριθεί με την ολότητα της γνώσης που διατρέχει τα εγκόσμια, εντούτοις, αν δοθεί η κατάλληλη προσοχή στις επιμέρους ψηφίδες της, σκαλοπάτι το σκαλοπάτι, το ανοίκειο γίνεται οικείο και εμπεδώνεται στον νου του ποιητικού υποκειμένου, το οποίο μακρόθεν βλέπει το απόσταγμα αυτής της γνωσιακής πορείας. «Κατόπιν παρατήρησης θα ʼλεγα πως/ Ναι, αυτό είναι γνώση/ Στην ουσία μια αργοπορημένη παραδοχή/ Το τέλος που βλέπει στον σπονδυλωτό εαυτό του/ κάποιον πρόγονο/ Μια γνώριμη περιρρέουσα αρχή.» («Τι είναι γνώση», σ. 11) Ο λόγος του ποιητή απηχεί φιλοσοφικές αρχές, ωστόσο, όσα ερωτήματα τίθενται δεν προσμένουν μια άνωθεν απάντηση αλλά αποκρυπτογραφούν τα ίδια τα ερωτήματα την απάντησή τους κατά την πορεία του ποιήματος. Από την άλλη ο έρωτας σημαίνει τη φωτεινότητα του Είναι, του όντως όντος, καθώς μέσω του αγαπημένου προσώπου νοηματοδοτείται εκ νέου η ύπαρξη του ποιητικού υποκειμένου. Περπατώντας τον έρωτα φαίνεται το ποιητικό υποκείμενο να εγκλωβίζεται σε αυτήν την πορεία και, παράλληλα, να ωθείται στην κατοπτρική αντιμετώπιση του εαυτού‧ την πιο επίπονη και πιο αναγκαία συνδιαλλαγή. Ο έρωτας για τον Ρήγα είναι «Ταυτολογικός/ Απ’ την ίδια του τη σκέψη κρατιέται/ Ένας ζωηρός μονόλογος/ Που κατεβαίνει και περπατά γύρω υπό μορφή διαλόγου.» («Ο έρωτας», σ. 22)

Ένα άλλο σημείο που αξίζει προσοχής σε αυτό το βιβλίο εντοπίζεται στον διακαλλιτεχνικό διάλογο που ανοίγει το ποιητικό υποκείμενο με τις τέχνες της ζωγραφικής και της μουσικής. Τη ζωγραφική συναρμόζει με την αλήθεια, την «πρωτόραση». Την εν σπέρματι αλήθεια που ανιχνεύεται στην αθωότητα των παιδικών ψυχών. Αναφέρεται μετωνυμικά στο έργο ζωγράφων, όπως ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος, ο Πάμπλο Πικάσο, ο Τζάκσον Πόλοκ και ο Σαλβαντόρ Νταλί. Τον τελευταίο τον συνδέει με τον Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα μέσω της παραθαλάσσιας ισπανικής κωμόπολης Καδακές, η οποία αποτέλεσε έμπνευση τόσο για τον σουρεαλιστή ζωγράφο όσο και για το «αηδόνι της Ανδαλουσίας». Κι αν λάβουμε, που πρέπει να λάβουμε, υπόψη μας τη δολοφονία του Λόρκα, μπορούμε να θεωρήσουμε τον συσχετισμό αυτό, ως μια πολιτική, βαθιά ουμανιστική, συνειδητή επιλογή με στόχο την αποκήρυξη κάθε στερεοτυπικού, ιδεοληπτικού και ρατσιστικού ίχνους που αντιμάχεται την ελευθερία έκφρασης, την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και την ειρηνευτική διάσταση της τέχνης. Η μουσική, η πιο ύπουλη από τις τέχνες, όπως αναφωνεί το ποιητικό υποκείμενο, κατορθώνει και γιγαντώνει «μια υποψία πίστης χαμηλά κάτω απ’ τη σκέψη/ μια υποψία άγνωστη μέχρι πριν από λίγο,/ μα καταδική μου πλέον/ μια υποψία γινωμένη σαν να την είχα όλη από την αρχή» («Η πιο ύπουλη τέχνη ολονών», σ. 15). Είναι η μουσική ένας ιππέας που τιθασεύει το άλογο του νου και σαγηνεύει την αθέατη καρδιά εμφυσώντας της σκέψεις, ιδέες και επιθυμίες που μέχρι πριν λίγο φάνταζαν μακρινές, αδιανόητες, απρόσιτες.

Για τον Ρήγα η μορφή του ποιητή – πυρακτωμένη, μοναχική και τρυφερή – υπερβαίνει τον αισθητό κόσμο. Ο χώρος του ποιητή διαστέλλεται, έτσι ώστε να καλύπτει ό,τι τον απασχολεί, ό,τι τον περιβάλλει. Το βλέμμα του είναι πάντοτε στραμμένο στη λεπτομέρεια δίνοντάς της τη χαμένη της σημαντικότητα, στις λέξεις προσδίδοντάς τους το αληθινό τους βάρος συνδιαλεγόμενος μαζί τους σαν συγκάτοικός τους. Ο χρόνος, απογυμνωμένος και χυδαίος, κλυδωνίζει το υλικό περιβάλλον στο οποίο παρεμβάλλεται ο ποιητής. Καταλύεται η γραμμικότητα του χρόνου, καθώς ο ίδιος ο χρόνος ρίχνει το βλέμμα του στο ποιητικό υποκείμενο περιπαίζοντάς το, καθώς το τελευταίο κινείται στη συγχρονία του με επίγνωση του παρελθόντος, των αναμνήσεων. Μοιάζει, δηλαδή, ο χρόνος που μασά με τα κοφτερά δόντια του και αλέθει τα πάντα και τους πάντες, να γνωρίζει τον ποιητή, καλύτερα και από τον ίδιο του τον εαυτό γνωρίζοντας κάθε του κίνηση. Επιπλέον, ο χρόνος δίνει στον ποιητή την ευκαιρία να συλλογιστεί στο θέμα της γνώσης, στο οποίο ήδη έχει αναφερθεί. Στην ποιητική του Ρήγα αυτό που βλέπουμε ή νομίζουμε ότι βλέπουμε μπορεί να διαφέρει ολότελα από αυτό που πραγματικά είναι. Έτσι μια μαύρη τελεία στο χαρτί μπορεί κάλλιστα να είναι ένα φωτεινό άστρο στο μακρινό γαλάζιο ουρανό. Με άλλα λόγια, ο ποιητής που δεν διστάζει να αναμετρηθεί με τον εαυτό του, διατρανώνει την άποψη που λέει ότι είναι στη διακριτική ευχέρεια του καθενός αν θα βλέπει το ποτήρι μισοάδειο ή μισογεμάτο‧ είναι «ζήτημα οπτικής» (σ. 20).

Όταν η γραφή απομακρύνεται από το μυαλό και η γλώσσα από τον Λόγο (τη λογική), όταν η επικοινωνία καταντά αίσθηση στοιχειωμένης εκδίκησης και η μοναξιά μεταφράζεται σε κραυγή, όταν η έκφραση μοιάζει πλεοναστική και η αφαίρεση (στον λόγο) καταναγκαστική, τότε είναι η κατάλληλη στιγμή το ποιητικό υποκείμενο να κατορθώσει τη συναισθηματική θωράκιση και την πνευματική οξύνοιά του, ακόμα κι αν λυγίζουν τα γόνατα της αυτοπεποίθησής του, ακόμα κι αν τσαλακώνεται το εγώ του. Και είναι τότε η κατάλληλη στιγμή, διότι γνωρίζει ο ποιητής πολύ καλά ότι ό,τι έφυγε θα ξαναρθεί. Η επαναληψιμότητα, η ρουτίνα στην ατέλεια της ζωής είναι αναπόφευκτη και όσο εύκολα προσπαθεί και πετυχαίνει να κόψει το νήμα της παρελθούσας ζωής, των αναμνήσεων και των εμπειριών, να ξεφύγει απ’ ό,τι νοείται ως «μοτίβο», να απαλλαγεί από την επίφαση της ύπαρξης και να σκάψει την ουσία των πραγμάτων τόσο ανυποχώρητος και άπτωτος παραμένει ο έρωτας που τον παρασέρνει. Εξομολογείται διερωτώμενος: «Μα πώς γίνεται όλα τ’ άλλα – που με νοιάζουν – εν τέλει να υποχωρούν;/ Να πέφτουν κάτω, εκτός απ’ τον Έρωτα;/ Λες κι εκκρίνεται εκεί μια στωικότητα/ Ένας φυλαγμένος ορθολογισμός/ Ένας διαφωτισμός που ξυπνάει την πιο παράξενη ώρα/ Την υπόλοιπη μέρα κυνηγιέμαι γύρω με μια αυθαιρεσία/ Που εκεί ως διά μαγείας στέκεται πίσω ήσυχη, σαν παιδί/ Σε στάση τιμωρίας. Σε στάση προσοχής.» («Το κυνηγητό», σ. 28)

 

*Ο Δημήτρης Μπαλτάς είναι φιλόλογος και ποιητής.

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.