You are currently viewing Δημήτρης Μπαλτάς*: Πάνος Μπόρας, Απόφθεγμα στο πουθενά, εκδόσεις Μετρονόμος, 2023

Δημήτρης Μπαλτάς*: Πάνος Μπόρας, Απόφθεγμα στο πουθενά, εκδόσεις Μετρονόμος, 2023

Ο Πάνος Μπόρας με λόγο άλλοτε αποφθεγματικό και παραινετικό – συμβουλευτικό και άλλοτε λυρικό και συναισθηματικά φορτισμένο μάς συστήνει την πρώτη του ποιητική συλλογή με τον αινιγματικό και υπαινικτικό τίτλο Απόφθεγμα στο πουθενά (εκδόσεις Μετρονόμος, 2023). Η ποιητική του Πάνου Μπόρα χαρακτηρίζεται από τη σταδιακή και βαθμιαία αναγνώριση και κατανόηση του εαυτού μέσω των σχέσεων του τελευταίου με τους άλλους, με την κοινωνία αλλά και με την ίδια την ψυχοσυναισθηματική ταυτότητά του, δομείται δε σε μια αντιθετική βάση μεταξύ σκότους και φωτός. Οι στίχοι του ποιητή λειτουργούν ερευνητικά, σκαλίζοντας την ψυχή του, όπως διατυπώνει και ο ίδιος στην εισαγωγή του βιβλίου, ενώ τα ποιήματα είναι στην ουσία τους η συγκομιδή σκέψεων, βιωμάτων και αισθήσεων εμποτισμένων με εμπειρίες από την καθημερινότητα και τη θέαση του ίδιου του εαυτού του υπό το πρίσμα μιας συνολικής εικόνας της πραγματικότητας και του ευρύτερου κοινωνικού γίγνεσθαι. Είναι χαρακτηριστικό ότι η σιωπή του ποιητή λειτουργεί επικουρικά στην γνωριμία και κατανόηση στάσεων και συμπεριφορών των ανθρώπων που συναναστρέφεται μέσα από τον αντικατοπτρισμό του εαυτού πάνω στους άλλους, στην ετερότητα μέσω της οποίας εν τέλει αυτοπροσδιορίζεται. Εξάλλου, ο απώτερος στόχος εντοπίζεται στην κατανόηση και τη συμφιλίωση με τον εαυτό και τον προορισμό του. Το ποιητικό υποκείμενο μακριά από ψέματα, από ενοχικά βλέμματα, από διαψευσμένες ελπίδες και ματαιωμένες προσδοκίες, επιχειρεί να τεκμηριώσει και να επιβεβαιώσει την ύπαρξή του. Ως προς αυτό τον στόχο, καταλυτικά επιδρούν οι σχέσεις, κυρίως οι ερωτικές, με άλλα πρόσωπα. Είναι ενδεικτικοί οι εξής στίχοι: Συγγνώμη έρωτα./ Σε πίστεψα κι ένιωσα τη ζωή,/ σε έχασα και γνώρισα εμένα. (σ. 32)

Ο έρωτας επανέρχεται σταθερά στην ποίηση του Πάνου Μπόρα και λειτουργεί ως εφαλτήριο για την επίτευξη μιας επιθυμητής ζωής, έτσι όπως την εκλαμβάνει ο ίδιος. Ο ποιητής δεν διστάζει να απεικονίσει μέσω των στίχων του τη σημερινή πραγματικότητα. Μια πραγματικότητα που τη διέπουν αφενός ο εγωισμός και αφετέρου ο συμβιβασμός. Αυτά τα δύο κομβικά χαρακτηριστικά της ζωής του σύγχρονου ανθρώπου, τα οποία εν πολλοίς συγκροτούν ό,τι ο ποιητής περιγράφει ως “σκοτάδι”, ανατρέπονται και υπερνικώνται μέσω του εξελισσόμενου σε αγάπη έρωτα καταδεικνύοντας τον δρόμο προς το φως. Το αίτημα του ποιητή δεν είναι άλλο από το να φωτίσουμε τον κόσμο απ’ τα σκοτάδια της καρδιάς μας και η δυναμική των στίχων του εστιάζει, ακριβώς, σε αυτή τη μετάβαση, σε αυτό το δύσβατο και ψυχικά επίπονο ταξίδι από το σκοτάδι στο φως. Οι άνθρωποι στην ποίηση του Πάνου Μπόρα μοιάζουν με διάτρητα πανιά εμποτισμένα με το σκοτάδι από το οποίο, εντούτοις, μπορεί να περάσει το λαμπερό φως· αυτή, άλλωστε, η μετάβαση σημαίνει ένα μετέωρο βήμα ανάμεσα στην ευτυχία και τη θλίψη. (σ. 23) Ένα βήμα, αλματώδες βέβαια, χωρίζει τους ανθρώπους από τις στιγμές και τα όνειρα. Αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα των ποιητικών κειμένων της συλλογής το γεγονός πως τα όνειρα είναι εγκλωβισμένα μέσα στην ονειροπαγίδα του μυαλού. Η εκλογίκευση και ο ορθολογισμός λειτουργούν αποτρεπτικά προς την εκπλήρωση των μύχιων προσδοκιών και των «θέλω» μας με αποτέλεσμα να μάς οδηγούν σε μια στερημένη και συγκαταβατική ζωή. Απογοητευμένοι οι άνθρωποι,/ μίκρυναν μέσα στις πληγές τους./ Ξέχασαν να ζουν./ Πώς να αντέξουν τόσο φόβο;/ Οι στιγμές πριν γεννηθούν δολοφονούνται από το μυαλό. (σ. 27) Διάχυτη στην ποίηση του Πάνου Μπόρα είναι η αίσθηση ότι οι άνθρωποι δεν ζουν τη ζωή τους, η οποία περνά φευγαλέα μπροστά από τα μάτια τους κι εκείνοι τρέχουν να προλάβουν, τρέχουν να σώσουν ό,τι σώζεται, ενόσω ο φόβος τούς καθηλώνει και τούς εγκλωβίζει σε ένα αποστειρωμένο συναισθηματικά και σιωπηλά μοναχικό παρόν. Ο ποιητής ξορκίζει τον φόβο σε μια κατά μέτωπο σύγκρουση μαζί του. Ας θυμηθούμε τους στίχους του Νικηφόρου Βρεττάκου από «Το έργο των ποιητών»: Οι ποιητές κατοικούν έξω απ’ το φόβο./ Κι όπως ο ήλιος φωτίζει απ’ ευθείας, κι εκείνοι: μιλούν απ’ ευθείας. Αυτήν την πρακτική μετουσιώνει ο Πάνος Μπόρας στο έργο του, ενώ το ζητούμενο είναι αν οι άνθρωποι θα αντέξουν την αγάπη, αν θα καταφέρουν να καθυποτάξουν τις ψιμυθιοποιημένες σκέψεις και αν, εν τέλει, φωνάξουν τη δική τους αλήθεια δαμάζοντας τη σιωπή και το «εγώ» τους.

Ο ποιητής παρατηρεί, νιώθει, θυμάται και, κυρίως, ελπίζει. Δεν είναι ο μόνος επιβάτης σε αυτό τον πλου της αναμέτρησης με τα παγωμένα δάκρυα και τις γλυκόπικρες αναμνήσεις. Σε αρκετά από τα ποιητικά κείμενα της συλλογής το ποιητικό υποκείμενο απευθύνεται σε ένα αγαπημένο πρόσωπο, ένα πρόσωπο ερωτικό, το οποίο φαίνεται ν’ ανήκει στο παρελθόν, επιχειρώντας είτε να διαπιστώσει και να αποδείξει είτε να καταρρίψει και να ανασκευάσει τη συναισθηματική του ταυτότητα. Το ερωτικό αντικείμενο δεν είναι πλέον παρόν, ίσως και να μην ήταν ποτέ, ωστόσο η μορφή του επανέρχεται στο νου του ποιητή συλλαμβάνοντας τις όμορφες και επ’ ουδενί λόγω λησμονημένες στιγμές. Ο έρωτας, φυσικά, είναι αρωγός στην απόδραση από το σκοτάδι και το αδιέξοδο της ζωής, και καθόλου δεν απεκδύεται της μυστηριακής και μυσταγωγικής φύσης του. Έτσι είναι ο έρωτας, όταν σβήνει./ Σαν μελωδία, που σταμάτησε να ηχεί./ Σαν άρρυθμη μουσική ως τη σιωπή./ Σαν το μυστήριο θρόισμα των φύλλων,/ όταν παύει του ανέμου το χάδι./ Ύστερα σιωπή. (σ. 43). Γίνεται αντιληπτό ότι ο ποιητής χαμαιλεοντικά μπορεί να ακροβατεί μεταξύ της οξυδερκούς κοινωνικής παρατήρησης, της συναισθηματικής ισχνότητας  και των αποστεωμένων ιδεολογικών ερεισμάτων αφενός, και αφετέρου της ευαίσθητης, τρυφερής και απόλυτα προσωπικής οπτικής των διαπροσωπικών, συχνά ερωτικών, σχέσεων, της άνισης μάχης μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας και της πάλης με εσώτερους φόβους σε μια πορεία άγνωστης έκβασης. Εννοείται ότι ο ποιητής προκρίνει και ενδόμυχα θαυμάζει εκείνους που αδύναμοι,/ νίκησαν τον φόβο/ κι έζησαν τον έρωτα (σ. 51), ενώ, παράλληλα, επιστρατεύοντας το μαύρο χιούμορ καταλήγει στη διαπίστωση πως οι συμβιβασμένοι ζουν μαζί,/ οι ερωτευμένοι μόνοι./ Στη λογική τους πολλοί οι αιχμάλωτοι./ Άνθρωποι φεύγουν κι έρχονται./ Ο καθένας μόνος του προχωρά, στο πουθενά (σ. 46) φέρνοντάς μας στο νου τους περίφημους στίχους από τη «Σονάτα του Σεληνόφωτος» του κορυφαίου ποιητή Γιάννη Ρίτσου: Το ξέρω πως καθένας μονάχος πορεύεται στον έρωτα,/ μονάχος στη δόξα και στο θάνατο./ Το ξέρω. Το δοκίμασα./ Δεν ωφελεί./ Άφησέ με ναρθω μαζί σου. Και ίσως είναι αυτή και η βαθύτερη επιθυμία του Πάνου Μπόρα· να μάς υπενθυμίσει, δηλαδή, ότι η ζωή είναι ένα δώρο άδωρο αν δεν τη μοιράζεσαι, αν δεν τη ζεις, όπως θέλεις, και ότι ο καθένας είτε θα σωθεί από το δικό του φως, είτε θα τον καταπιεί το δικό του σκοτάδι. Αξίζει, επιπλέον, να σημειωθεί η αξία που αποδίδει ο ποιητής στις στιγμές. Οι στιγμές είναι εκείνες, που ακόμα κι αν ο χρόνος τις ξεθωριάσει, η μνήμη οφείλει να τις περισώσει. Εξάλλου, είναι τα λάθη και οι στιγμές που συνηγορούν στην ανθρώπινη υπόστασή μας, είναι όσα μάς διαμορφώνουν και μάς καθοδηγούν.

Σε κάθε περίπτωση, η αγάπη είναι εκείνη που μπορεί να μάς οδηγήσει στα ομορφότερα μονοπάτια του νου, που με το φως της θα φωτίσει τα σκοτάδια της ψυχής, που θα κρατήσει ζωντανό και αμάραντο τον έρωτα, που θα αντιπαλέψει τον φόβο και θα διαγκωνιστεί τον δρόμο για την προσωπική ελευθερία και την ψυχική αναγέννηση του καθενός. Θα ολοκληρώσω αυτή τη σύντομη περιδιάβαση στις ποιητικές ατραπούς του Πάνου Μπόρα παραθέτοντας ένα από τα πλέον κομβικά, κατά τη γνώμη μου, ποιήματα της συλλογής με τίτλο «ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ» (σ. 22):

Ωριμότητα χαμένη σε μάτια εφήβου η αγάπη.

Ένα χαμένο «σ’ αγαπώ» ηχεί στ’ αυτιά μου.

Μια ξεχασμένη μνήμη χτυπά το φόβο.

Ύστερα φεύγει μακριά στις αναμνήσεις.

 

*Ο Δημήτρης Μπαλτάς είναι φιλόλογος και ποιητής.

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.