You are currently viewing Δημήτρης Μπαλτάς:*Αντώνης Αμπαρτζίδης, Ακάθιστος, εκδόσεις Ιανός, 2023

Δημήτρης Μπαλτάς:*Αντώνης Αμπαρτζίδης, Ακάθιστος, εκδόσεις Ιανός, 2023

Ο Αντώνης Αμπαρτζίδης μετά την πρώτη εμφάνισή του στην ελληνική ποίηση με τη συλλογή Σκάλα (εκδόσεις Θερμαϊκός, 2019) μάς συστήνει τώρα το δεύτερο ποιητικό του έργο – που μοιάζει με θεατρικό έργο σε τέσσερις πράξεις – με τον μονολεκτικό, αλληγορικό και απροσδόκητο τίτλο Ακάθιστος (εκδόσεις Ιανός, 2023), ο οποίος μάς φέρνει απευθείας στο νου το αριστούργημα της βυζαντινής υμνογραφίας, τον Ακάθιστο Ύμνο, και κατ’ επέκταση τον ύμνο της Ορθόδοξης Εκκλησίας προς τιμήν της Θεοτόκου, γνωστόν ως Τη Υπερμάχω Στρατηγώ, και καλώς μάς τον θυμίζει, καθώς η συγκεκριμένη ποιητική σύνθεση συνομιλεί σε ένα συμβολικό και όχι δογματικό επίπεδο με την παράδοση του Χριστιανισμού και της Ορθοδοξίας αλλά και με την αρχαία ελληνική γραμματεία και το δημοτικό τραγούδι. Ο Ακάθιστος του Αντώνη Αμπαρτζίδη αποτελεί στην ουσία του μια ενιαία ποιητική σύνθεση με τέσσερα διακριτά μέρη. Πρόκειται για την πορεία του δημιουργού εντός του κοινωνικού πλαισίου στο οποίο ζει και δρα. Μια πορεία επανανακάλυψης του εαυτού υπό το πρίσμα της συνειδητής και γόνιμης διάπλασης της ατομικής ταυτότητας μέσα από το κράμα της συλλογικής ταυτότητας. Αρκεί να παρατηρήσει ο αναγνώστης τα τέσσερα μέρη στα οποία ο ποιητής κατανέμει το υλικό του. Στο πρώτο – εισαγωγικό μέρος διαβάζουμε για τη γέννηση του Ανθρώπου – θυμίζει τη Θεογονία του Ησιόδου – και τον ρόλο που διαδραματίζει σε αυτήν ο Θεός ή, όπως το διατυπώνει συμβολικά ο ποιητής, ο Λυτρωτής Αφέντης. Το ζήτημα είναι απλό και τίθεται προς συζήτηση από την πλευρά των αναγνωστών. Ο Θεός έπλασε τον Άνθρωπο ή ο Άνθρωπος έπλασε τον Θεό εξαιτίας της αδυναμίας του να εξηγήσει ό,τι τον προβλημάτιζε και της εσωτερικής του ανάγκης να πιστέψει σε κάτι ανώτερο, υπερβατικό. Στη θέση του Θεού αντιλαμβανόμαστε ότι θα μπορούσαμε να έχουμε άλλες έννοιες. Είναι ευκόλως εννοούμενο, δηλαδή, ότι ο Λυτρωτής Αφέντης, μπορεί – εκτός από τον Θεό – να συμβολίζει την Τύχη, τη Μοίρα, το Πεπρωμένο, κ.ο.κ. Ο ποιητής, σχεδόν αμέσως, μάς εμβολίζει και με τον παράγοντα του χρόνου. Ο χρόνος είναι αδυσώπητος, άτεγκτος και πλήρως αδιάφορος για τα ανθρώπινα λόγια και έργα. Ωστόσο, σε ό,τι τουλάχιστον αφορά στην κοσμογονία, ο ποιητής αποκαθιστά τη σημασία και τη δυναμική του Λόγου, ο οποίος ορίζει και νοηματοδοτεί την ανθρώπινη ύπαρξη.

Σε αυτό το πρώτο μέρος της ποιητικής σύνθεσης ο ποιητής ξεδιαλύνει όλα εκείνα τα ζητήματα με τα οποία πρέπει, είτε το θέλει είτε όχι, να συνδιαλλαγεί. Και στο δεύτερο μέρος αναμετριέται μαζί τους γράφοντας χαρακτηριστικά: Αφέντης το όραμα και Λυτρωτής η μάχη,/ πόσο φως μέσα μου και τι δηλητήριο που μπαίνει απ’ τις πληγές/ μου το σκοτάδι; (σ. 21) Είναι ιδιαίτερα αισθητή η αντίθεση μεταξύ φωτός και σκότους, ενώ το ποιητικό υποκείμενο που μοιάζει εγκλωβισμένο στο σκοτάδι, πασχίζει τώρα να διαρρήξει την πόρτα που θα ανοίξει τον δρόμο προς το φως, προς τον ήλιο. Αυτή η πόρτα και συνεκδοχικά η προσπάθεια που καταβάλλει ο ποιητής, αποτελούν το μείζον θέμα της πορείας του, μιας πορείας εσωτερικής σε ό,τι σχετίζεται με την ανθρώπινη ψυχή, και εξωτερικής, σε ό,τι αφορά στην αντίληψη του κόσμου από τον ίδιο. Σε αυτή την πορεία σημαντικό ρόλο διαδραματίζει ο τόπος, όχι τόσο ως γεωγραφικός προσδιορισμός όσο ως ένας ενοποιητικός παράγοντας μεταξύ συλλογικής και ατομικής ταυτότητας. Ο τόπος του ποιητή βρίθει ελληνικότητας και χαράζει μια πορεία ασφαλή και στέρεη, την οποία καλείται να διανύσει, προκειμένου να φτάσει στον προορισμό του. Άγιοι Τόποι τα χώματά μου,/ οι πατημασιές τους μου δείχνουν την πορεία,/ το χώμα αναμείχθηκε με το αίμα και η ζωή τους/ πέρασε μέσα μου από σώμα σε σώμα/ κάνοντας Αγίους Τόπους την ψυχή μου. (σ. 23) Στο τρίτο και πιο κομβικό μέρος αυτής της ποιητικής σύνθεσης ο ποιητής είναι πλέον ένας ώριμος οδοιπόρος, ο οποίος βαδίζει αποφασιστικά και συνειδητά στον δρόμο της αυτογνωσίας. Αναφέρεται πλέον ρητά στον εσωτερικό χαρακτήρα του ταξιδιού, της πορείας του, ενώ τα εξωτερικά ταξίδια αποδεικνύονται μάταια, καθώς η καθημερινότητα/ είναι για πάντα και τα ταξίδια ένας ψεύτικος μεσημεριανός ύπνος/ στον καναπέ. Έτσι είναι, αδερφέ μου, νομίζουμε πως κερδίζουμε στιγμές/ από τον παράδεισο όταν η ίδια η ζωή μάς μαθαίνει πως όπου και να πάμε/ την ψυχή μας γελαστή ή θλιμμένη τη φοράμε πανωφόρι/ σε όλα μας τα ταξίδια. (σ. 26) Αντιλαμβανόμαστε, συνεπώς, ότι η ταυτότητα του ποιητικού υποκειμένου έχει ήδη αρχίσει να διαμορφώνεται και ο ποιητής με λόγο παραινετικό – συμβουλευτικό τεχνουργεί στίχους που αποκρυσταλλώνουν την πυξίδα εκείνη που σηματοδοτεί την εσωτερική του πορεία.

Το βιωματικό στοιχείο διαπλέκεται με το αναγνωστικό υπόβαθρο του ποιητή, ο οποίος δημιουργεί ποίηση αλληγορική, προσωπική αλλά και βαθιά ανθρωποκεντρική. Αυτό το τελευταίο στοιχείο της ποίησης του Αντώνη Αμπαρτζίδη καθίσταται πασιφανές στο τέταρτο και τελευταίο μέρος της ποιητικής του σύνθεσης, όπου ο Λυτρωτής Αφέντης σιωπά και τον λόγο παίρνει ο παππούς Παραμυθάς! Καταλαβαίνουμε, δηλαδή, ότι ο ανθρώπινος νους και η συνειδητότητα υποσκάπτουν το θεϊκό και υπερούσιο στοιχείο και η τελευταία αυτή ενότητα προετοιμάζει τόσο το ποιητικό υποκείμενο όσο και τον αναγνώστη για την κάθαρση. Σχεδόν ακούμε τον παππού Παραμυθά να μάς λέει: «[…] ό,τι με λύτρωνε και ακόμα με λυτρώνει να πλεύσω τον Αχέροντα – είναι που κάνω όνειρα». (σ. 30) Το ποιητικό υποκείμενο συλλαβίζει τον ρυθμό της αναπνοής από την αρχή αγγίζοντας το χρώμα της ζωής. Ξεχνώ τα πάντα και θυμάμαι μαζί τις φορές που αφέθηκα/ στην αρμονία,/ όπως τότε καλή ώρα που ξαπλωμένος στον αφρό της θάλασσας/ βάζω προσκέφαλο τα χέρια μου ή αυτές τις αγκαλιές/ που χάνεται το πρόσωπο στον λαιμό και στα μαλλιά,/ κάθε μια ιστορία τέτοια παλιά, ένα νέο μου ποίημα. (σ. 31) Ο ποιητής αντιμετωπίζει σθεναρά τις πληγές του, κρατά φυλαχτό τα όνειρά του, αγαπά τον εαυτό του, τον κοιτά κατάματα στον καθρέφτη και τού ψιθυρίζει: Όμως θέλω να μιλάς για όσα άγγιξες,/ ας φύγουν από πάνω σου και ποτάμι της γνώσης να γεννούν,/ και όταν βουτάς να νιώθεις πως ό,τι θυμάσαι/ είναι αμβροσία και νέκταρ που σου προσέφερα σε δείπνο. (σ. 32) Η ποιητική ενότητα φτάνει στο αποκορύφωμά της με τη λύτρωση του ποιητικού υποκειμένου και την ολοκλήρωση της πορείας του που μοιάζει με νόστο, με επιστροφή στον ολόδικό του τόπο, στον τόπο, όπου η ψυχή του ανθοφορεί αγάπη για τον εαυτό και τον πλησίον. Η αυτογνωσία επιτυγχάνεται εν τέλει και ο ποιητής δρέπει τους καρπούς του μόχθου του, ενώ ο λόγος με τη διττή σημασία του, αφενός ως έναρθρος λόγος και αφετέρου ως λογική, σκέψη και πνεύμα επισφραγίζει και επιβεβαιώνει την Αποκάλυψη του εαυτού. Τώρα ξέρω,/ αυτός ο ακάθιστος του νου που με ματώνει ήχος,/ της ψυχής μου σάρκα· στίχος. (σ. 35)

 

*Ο Δημήτρης Μπαλτάς είναι φιλόλογος και ποιητής.

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.