Ποίηση-γάζα για το τραύμα και τον πόνο
Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί προβοκατόρικος, ίσως και ιντριγκαδόρικος, ο τίτλος, Οι αναμνήσεις ενός κωλόπαιδου (εκδ. Τύρφη, 2024), τον οποίο επιλέγει η Αθανασία Δρακοπούλου για να τιτλοφορήσει την πρώτη της ποιητική συλλογή. Μια, πράγματι, χορταστική συλλογή αποτελούμενη από εβδομήντα ποιήματα, τα οποία διαβάζοντάς τα κανείς διαπιστώνει, ήδη από την αρχή, ότι η ποιήτρια δεν αποσκοπεί με την επιλογή του συγκεκριμένου τίτλου στην εντυπωσιοθηρία ή στην έκπληξη του αναγνώστη και δε φαλκιδεύει το αισθητικό αποτέλεσμα.
Τα ποιήματα αποπνέουν την εργώδη προσπάθεια του ποιητικού υποκειμένου να αντιμετωπίσει την ανείπωτη μοναξιά της σιωπής, του φόβου, της απώλειας και του επώδυνου αναστοχασμού. Τα ποιήματα κυοφορούν πολύ πόνο, ο οποίος με τη σειρά του οδηγεί σε μια αιτιολογημένη αμφισβήτηση αξιών και κανόνων, σε αιχμηρό αλλά και διακριτικό σαρκασμό, σε μια προσεγμένη, υπαινικτική, κοινωνική κριτική και στη λεκτική αποτύπωση της ψυχοσυναισθηματικής κατάστασης του ποιητικού υποκειμένου.
Η Δρακοπούλου χρησιμοποιεί τις λέξεις σα γάζες προκειμένου να επουλώσει τις πληγές-γεννήτορες του πόνου. Ήδη από το πρώτο ποίημα του βιβλίου με τίτλο «Απροετοίμαστη» (σ. 7) βλέπουμε τη χαρτογράφηση των ορίων της ζωής με συμβατικούς κανόνες σε ένα σύστημα αιμοβόρο, όπου οι κανόνες της προσφοράς και της ζήτησης διατρέχουν τη ραχοκοκαλιά του με τρόπο απαράβατο, αδιάρρηκτο. Η ποιήτρια αρέσκεται στο να παίζει με τη σημειολογία ή την ορολογία της γραμματικής της ελληνικής γλώσσας, ενδεχομένως ως μια μέθοδο να ξεγελάσει το αναπόφευκτο της σκληρότητας του βίου και του άσπλαχνου θανάτου. Σαν καταφύγιο λειτουργούν τα όνειρα της νιότης, που σχεδόν αχρονικά και ατοπικά, δημιουργούν μια παράλληλη ζωή, πολλά υποσχόμενη αλλά συνάμα ανεκπλήρωτη.
O έρωτας παρουσιάζεται ως φάγωμα του ενός σώματος από το άλλο, της μιας ψυχής από την άλλη. Παρουσιάζεται ως μια βίαιη και συνάμα τρυφερή διαδικασία του ατελεύτητου και του ανεκπλήρωτου. Η προσμονή του έρωτα, σαν τον ταυρομάχο που κάνει στροφές γύρω από ένα ανύπαρκτο κόκκινο πανί (βλ. «Στροφές του ταυρομάχου», σ. 83) δημιουργεί ένταση, οξύνει το πάθος των στίχων και το πένθος των στιγμών της απώλειας. Ιδιαίτερα πρωτότυπη η συσχέτιση των ερωτευμένων με τους νεκρούς, οι οποίοι, αμφότεροι, αποπνέουν φόβο επειδή κατέχουν εκείνο το μερίδιο γνώσης κι απόγνωσης/ που πάντα ως ποίημα/ μας διαφεύγει, όπως χαρακτηριστικά διατυπώνεται στο ακροτελεύτιο ποίημα του βιβλίου, «Άγνοια κινδύνου» (σ. 102). Η ποίηση της Δρακοπούλου είναι μια πορεία πτώσης, όπου ο πόνος της πληγής δεν επιχειρείται τόσο να γιατρευτεί όσο να κατανοηθεί. Και ο μυστικισμός του έρωτα βοηθά στην κατανόηση και τη συμφιλίωση πρώτα με τον εαυτό και έπειτα με τον Άλλο (βλ. «Κεφάλι δίχως πρόσωπο», σ. 31).
Στο ομώνυμο ποίημα (σ. 19) εξεικονίζεται αυτή η πτωτική πορεία μπολιασμένη από έρωτα και αμυδρό κοινωνικό σχολιασμό. Το αποτέλεσμα είναι η απογύμνωση της βαθύτερης αλήθειας του ανθρώπου μακριά και πέρα από τον ρουχισμό του «πρέπει» και του «φαίνεσθαι». Η Δρακοπούλου χαρτογραφεί τα ολισθήματα, ένα προς ένα, που οδηγούν στην πτώση και την ευκταία αναγέννηση. Ξεχωρίζω εδώ το ποίημα «Παίζοντας κουτσό» (σ. 23), όπου η ποιήτρια υιοθετεί τον ανδρικό ρόλο, γίνεται θέσει άρρεν, προκειμένου να μιλήσει για την αντιμετώπιση της γυναίκας από το ισχυρό, εντός εισαγωγικών, φύλο.
Η ποιήτρια διακηρύσσει ότι το σκοτάδι θρέφει το φως και η λάσπη του παρελθόντος εννοηματώνει τους μελλοντικούς προορισμούς. Επίκληση στις γονεϊκές φιγούρες, της μητέρας και του πατέρα, που λειτουργεί όχι ως από μηχανής θεός που θα δώσει τη λύση στην υπαρξιακή αγωνία, αλλά ως επιστροφή στις ρίζες με σκοπό την ιχνηλάτηση απαντήσεων, με σκοπό να βρει το πώς, το πότε και το γιατί αυτής της συνεχιζόμενης πτώσης.
Σ’ αυτήν την προσπάθεια η λειτουργία του χρόνου διαδραματίζει κομβικό ρόλο, όχι μόνο ως πλαίσιο του υπαρξιακού στοχασμού, αλλά και με κοινωνικοπολιτική χροιά, όπως συμβαίνει στο ποίημα «Κοστίζει ο χρόνος» (σ. 29). Το ποίημα αναφέρεται στη διάρκεια της επταετούς χούντας των Συνταγματαρχών και στο καθεστώς βίας και τρομοκρατίας που επέβαλλαν. Η μνήμη είναι ιδιαίτερα σημαντική για την ποιήτρια, όχι ως ιστορικό τεκμήριο, αλλά ως ζωντανή απόδειξη τόσο για ένα παρελθόν γεμάτο από πληγές όσο και για τους όρους υπό τους οποίους πρέπει να διαμορφωθεί το απάτητο μέλλον. Ο χρόνος ανήκει, πρωτίστως, στους ηττημένους που επιστρέφουν στη μνήμη, σαν ο πόνος να τους κατέστησε περισσότερο ευμνημόνευτους, που δέχτηκαν πρόθυμα τα καρφιά στη σάρκα τους, γιατί ούτως ή άλλως θήτευσαν όλη την προηγούμενη ζωή τους στον πόνο.
Εντούτοις, παρά την απομάγευση, την απογοήτευση, τη θλίψη και την αμηχανία που χαρακτηρίζει το ποιητικό εγώ σ’ αυτόν τον ανθρωποφάγο κόσμο («Ημερολόγια ανθρωποφαγίας», σ. 38), η χαραμάδα που αφήνει ο έρωτας είναι αρκετή για να εισχωρήσει το φως της αισιοδοξίας και της ελπίδας, σαν να προσφέρει έναν ουσιαστικό «λόγο ύπαρξης», όπως αναφέρεται στο ομότιτλο ποίημα (σ. 40-41). Παράλληλα, η ποιήτρια εξακολουθεί να μιλά για την προσωπική της ήττα χωρίς ντροπή αλλά με ψυχραιμία, στωικότητα, ίσως και κάποια πικρία, αναφερόμενη και στην ίδια την ποίηση.
Η πλάνης ψυχή, η εν πολλοίς κινούμενη στο περιθώριο, περιγράφει ένα ρήμαγμα της αθωότητας της ψυχής, ευγενικό και σιωπηλό. Η Αθανασία Δρακοπούλου ψαύει τα χνάρια τού μέχρι τώρα βίου της και στο ποίημα «Η αλυσίδα» (σ. 52) καταλήγει: Έτσι στη γη πορεύτηκα/με την υπενθύμιση της κόκκινης κηλίδας/ ως πρώτη ύλη, που άξιζε να γεννηθεί/ στο μετά της καταιγίδας. Αυτή η κόκκινη κηλίδα μπορεί, αλληγορικά, να φέρει πολιτικές, σχεδόν επαναστατικές συνδηλώσεις. Η Δρακοπούλου μιλά για την εκκωφαντική σιωπή που είχε άριστη μαθήτριά της, την κοινωνία. Μια κοινωνία που σιωπά προκλητικά απέναντι σε όσα συμβαίνουν καθημερινά· μια κοινωνία στην οποία η αυτογνωσία έχει δώσει τη θέση της στην παθητική αδιαφορία και τον ωχαδερφισμό· μια κοινωνία της οποίας το μέλλον αποτελεί ένας τάφος συλημένος, όπως διατυπώνεται στο ποίημα «Φθόγγων αρρήτων» (σ. 58).
Τέλος, η παιδική ηλικία, που μάλλον ποτέ δε χορταίνεται, είναι η ίδια που επιτρέπει στο μέλλον τη διάκριση ανάμεσα στην ανεπιτήδευτη και απροσποίητη ενστικτώδη συμπεριφορά των ζώων και το επικίνδυνο ψήλωμα του ανθρώπου με την πολυπλοκότητα της σκέψης και της συμπεριφοράς του (βλ. «Λύκοι του Γενάρη», σ. 93). Η Αθανασία Δρακοπούλου, συνομιλώντας με τον εαυτό-συνοδοιπόρο της, περπατά στα ρήγματα που ανοίγουν κάθε φορά που η ψυχή γεύεται μια ματαίωση, μια θλίψη, μια ήττα, μια απώλεια. Βλέπει από κάποια απόσταση τον εαυτό της αλλά και ανθρώπους της γενιάς της, προσπαθώντας να βρει ρανίδες που θα μαρτυρούσαν τη μεταμόρφωση που συντελέστηκε, ίσως και ερήμην τους: από παιδιά στους ήρωες που δεν ήξεραν ούτε φαντάζονταν ότι θα γίνουν, όχι επειδή το ήθελαν αλλά επειδή ήταν αναγκαίο, για να μη χάσουν τον εαυτό τους, την προσωπική ταυτότητά τους.
