Η διάπλαση και η αγωνία μιας γενιάς
Η Πηνελόπη Αλεξίου δύο χρόνια μετά το ποιητικό της ντεμπούτο με το βιβλίο Πένθιμη Γη (εκδ. Βακχικόν, 2024) επιστρέφει στο λογοτεχνικό προσκήνιο με τη νέα της ποιητική συλλογή Millennials, χρονικό βιωμάτων μιας γενιάς σε κρίση (εκδ. Βακχικόν, 2026), η οποία φέρει έντονο τον κοινωνικό προβληματισμό της ποιήτριας, τον άμεσα συνυφασμένο και προσδιορισμένο από τη γενιά στην οποία έτυχε να ανήκει. Στη γενιά που πρόλαβε να ζήσει για λίγο τη δεκαετία του ʼ90, πριν την αλλαγή της χιλιετίας. Επομένως, βρέθηκε άθελά της στο μεταίχμιο από μια εποχή σε μιαν άλλη, οπότε συνέβησαν γεγονότα καθοριστικά στον παγκόσμιο χάρτη και στον ελληνικό, γεγονότα που άλλαξαν τον ρου της ιστορίας και άλλαξαν τη ζωή όλων.
Το άδικο, βέβαια, με τη συγκεκριμένη γενιά είναι ότι επωμίστηκε τα βάρη των προηγούμενων γενεών, καθώς έζησε στο πετσί της, περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη γενιά, τις επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης. Όπως διαβάζουμε στο τέλος του πρώτου ποιήματος «Millennials I»: […] η κρίση στα λεφτά ισοπέδωσε οικείες/ δημιούργησε παρίες/ έριξε ανθρώπους άνεργους απ’ τα μπαλκόνια/ προς νέες γαίες πένθιμης ευφορίας/ και μια γενιά ολόκληρη,/ τη δική μου γενιά,/ την έστειλε στο ταμείο/ να πληρώσει τον λογαριασμό/ για όλα τα τραπέζια/ στο μαγαζί (σ. 15).
Αντιλαμβανόμαστε όχι τον θυμό αλλά την πικρία της ποιήτριας απέναντι σε όσα κλήθηκε η γενιά της να αντιμετωπίσει ερήμην της. Γιατί η γενιά της ποιήτριας δεν έζησε τα ελπιδοφόρα χρόνια της Μεταπολίτευσης και τα επόμενα χρόνια, τα πολλά υποσχόμενα, της οικονομικής και κοινωνικής ευμάρειας, τα χρόνια των «παχιών αγελάδων», όπως εκ των υστέρων ονομάστηκε η περίοδος από το 1990 μέχρι το 2008. Η ποιήτρια, ούσα σε πολύ μικρή και τρυφερή ηλικία, δεν έζησε ως ενήλικας τα χρόνια των γρήγορων ρυθμών ανάπτυξης και των μεγάλων επενδύσεων (λ.χ. τα έργα των Ολυμπιακών Αγώνων), την ένταξη της χώρας στην Ευρωζώνη, την αύξηση του εισοδήματος και την καταναλωτική ευφορία εκείνης της εποχής. Αντίθετα, ενηλικιώθηκε στα δύσκολα και ανήσυχα χρόνια της κρίσης, στα χρόνια της αβεβαιότητας που προμήνυαν ένα μέλλον ζοφερό και δυσοίωνο. Η δική της γενιά υποχρεώθηκε να πληρώσει τη ζημιά της προηγούμενης και αυτήν την αδικία, που ήταν πέρα για πέρα πραγματική, αποτυπώνει η Πηνελόπη Αλεξίου στους στίχους της.
κ
Για τη γενιά των millennials, όμως, το στοίχημα δεν ήταν μόνο οικονομικό, ήταν, πρωτίστως ψυχολογικό και ηθικό, γιατί είναι η γενιά που επένδυσε στη γνώση και τη μόρφωση και την υποδέχτηκε η ανεργία. Είναι η γενιά που θήτευσε στις ραγδαίες τεχνολογικές εξελίξεις, χωρίς να δικαιωθεί για τον κόπο αυτής της θητείας. Είναι η γενιά που πασχίζει να διαγράψει τη δική της πορεία στη ζωή και διαρκώς σκοντάφτει στις λακκούβες της προηγούμενης. Είναι η γενιά που προσπαθεί να περισώσει την αξιοπρέπεια και την αυτοπεποίθησή της σπαταλώντας τη νιότη της στο τρεχαλητό της κάθε μέρας, ενόσω η ζωή περνά από δίπλα της ανέγγιχτη. Έτσι, οδηγήθηκε defacto στη ματαίωση και την απογοήτευση. Ας ακούσουμε το ποιητικό υποκείμενο: οι μέρες μου είναι ένας αγώνας/ επιβίωσης […] γυρίζω σπίτι/ ψάχνω την αλήθεια που μου έπεσε στο σιφόνι/ καθώς στράγγιζα τα μαλλιά μου από τη λάβα της πόλης/ – απλώθηκε στο κεφάλι μου όταν κοίταξα τον ήλιο στα μάτια -/ κι όταν βγαίνω έξω ξανά/ στους αυχένες των άλλων κρεμάω ταμπέλες/ ενδείξεις, σήματα, οδοφράγματα/ δεν έχω εγχειρίδιο χρήσης/ μα ψάχνω, έστω, φάρο («Εγχειρίδιο χρήσης», σ. 18-19).
Η ποίηση της Αλεξίου πάλλεται, καθώς διαστέλλει το «τώρα» ή το πολύ κοντινό και γνώριμο «παρελθόν». Απηχεί την υπαρξιακή αγωνία της γενιάς της στον δρόμο από την ενηλικίωση και μετά, τη δικαιολογημένη ανησυχία της για το αύριο. Αποδίδει με ψυχραιμία την κοινωνική πραγματικότητα καταδεικνύοντας, παράλληλα, τις μείζονες κρατικές ευθύνες. Και απέναντι σε ένα κράτος που ενδιαφέρεται μόνο για τη συγκάλυψη της αλήθειας, η ποιήτρια εκφράζει τη συναισθηματική και κοινωνική οντότητα της γενιάς της και τον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπισε και εξέλαβε τα γεγονότα που περιχαράκωσαν τη ζωή της: από την οικονομική κρίση και τους κεφαλαιακούς ελέγχους (capitalcontrols) του 2015 για τη σωτηρία των τραπεζών μέχρι τους ανθρώπους που πνίγηκαν στην Εύβοια, που κάηκαν στο Μάτι, που πέθαναν από την πανδημία του κορονοϊού, τους πρόσφυγες που έχασαν τη ζωή τους στο ναυάγιο ανοιχτά της Πύλου και τους επιβάτες του τρένου που έχασαν τη ζωή τους στα Τέμπη (αναφορά στο ποίημα «Millennial II»). Το αίτημα για διαφάνεια, για δικαιοσύνη και αλήθεια, αναβλύζει από την ποίηση της Αλεξίου, μια ποίηση βαθιά κοινωνιοκεντρική.
Προφανώς, από την ποίησή της δεν απουσιάζουν οι αναφορές στην έμφυλη ταυτότητα και την έμφυλη βία, καθώς και τις στερεοτυπικές αντιλήψεις που τις συνοδεύουν. Σε μια κοινωνία που θέλει τις γυναίκες μετριοπαθείς και πειθήνιες, χωρίς να υψώνουν φωνή και ανάστημα, καθώς η πατριαρχία και η δεσποτεία της ανδρικής δυναστείες καλά κρατούν, η ποιήτρια με λόγο αιχμηρό και κατά τόπους σατιρικό ή κυνικό, γλαφυρά παρουσιάζει τις πραγματικές συνθήκες που επικρατούν στο εργασιακό περιβάλλον αλλά και στις διαπροσωπικές σχέσεις. Δεν μένει στην επιφάνεια αλλά ψάχνει τις ρίζες των ρατσιστικών-κακοποιητικών συμπεριφορών, οι οποίες ανιχνεύονται ήδη στην παιδική ηλικία, από τον τρόπο δηλαδή που ανατρέφει η οικογένεια τα παιδιά της. Η κακοποίηση δεν είναι σύμπτωμα της ενηλικίωσης, αλλά καλλιεργείται σταδιακά κατά την ανατροφή ενός παιδιού με εσφαλμένα πρότυπα. Επομένως, για την ποιήτρια πριν το κοινωνικό σύστημα, η ευθύνη πρώτα βαρύνει τους γονείς και έπειτα τους διάφορους φορείς, οι οποίοι συχνά εθελοτυφλούν. Και όταν η κακοποίηση παίρνει σάρκα και οστά, τότε δεν είναι λίγες οι φορές που μια πέτρινη σιωπή την καλύπτει, αφήνοντάς την ανενόχλητη να ολοκληρώσει το έργο της. Η ποιήτρια αυτές τις στιγμές εγγίζει με ευαισθησία και βαθιά κατανόηση τις πληγωμένες ψυχές που οι κοινωνικές συμβάσεις φίμωσαν.
Η Πηνελόπη Αλεξίου ανατέμνει προσεκτικά όλους τους επιμέρους κοινωνικούς ρόλους μιας γυναίκας ή ενός μη δυαδικού ατόμου, που μπορεί να γίνουν αφορμή, για να υποστεί μια οποιασδήποτε μορφής κακοποίηση. Σε πρώτο πλάνο τίθενται αφενός το κακοποιητικό εργασιακό περιβάλλον με τις εξουσιαστικές και αυταρχικές σχέσεις στις οποίες δομείται, δημιουργώντας συνθήκες άγχους και εγκλωβισμού, καταπατώντας, επιπλέον, κατάφωρα τα δικαιώματα των εργαζομένων, και αφετέρου οι όροι που διαμορφώνουν την προσωπική ζωή ενός ατόμου που διαφέρει, ενός ατόμου που πασχίζει να βρει τη θέση του στον κόσμο, διεκδικώντας ισότιμη μεταχείριση και αποδοχή από την κοινωνία. Αναφέρομαι, βέβαια, στο ποίημα «Για τη Δήμητρα» (σ. 43-44) αφιερωμένο στη μνήμη της Δήμητρας της Λέσβου. Ένα ποίημα που αναδεικνύει το σώμα ως παράγοντα που δεν πρέπει να διχάζει αλλά να ενώνει τον κόσμο.
Απέναντι, λοιπόν, σε έναν κόσμο που τον χαρακτηρίζει η αδιαφορία, η απάθεια και ο διχασμός, ενώ η ηγεσία του νοιάζεται μόνο για την πραγμάτωση της ιμπεριαλιστικής πολιτικής της και την υποταγή του λαού στους όρους του καπιταλιστικού συστήματος, αδιαφορώντας επιδεικτικά για το μέλλον του κοινωνικού αλλά και φυσικού περιβάλλοντος, για το μέλλον του πλανήτη και της βιοποικιλότητας, η ποιήτρια προσδοκά τη μεγάλη αλλαγή ξεκινώντας από τις μικρές, τις καθημερινές αλλαγές που μπορεί να φαίνονται ασήμαντες αλλά δεν είναι. Ξεδιαλέγει εκείνα τα μικρά βήματα που θα οδηγήσουν στην αλλαγή του κόσμου. Μπορεί οι ελπίδες να ξεφτίζουν και οι επιθυμίες, ενίοτε, να βαλτώνουν μπροστά στη συναισθηματική και ηθική αποτελμάτωση, τη σωματική και ψυχική εξόντωση μιας καθημερινότητας τραχιάς και φρενήρους, μα η ποίηση της Πηνελόπης Αλεξίου επιμένει να ανοίγει δρόμο και να αφήνει χώρο για την ομορφιά, το φως και την αγάπη.
