You are currently viewing Δημήτρης Βαρβαρήγος: ΜΗΤΣΟΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ- Ποιητικά έργα και Αθησαύριστα Πεζά. Άπαντα τα ευρεθέντα. Εισαγωγή/ επιμέλεια/ σημειώσεις του Μιχαήλ Χ. Ρέμπα,  Πρόλογοι. Θωμάς Κοροβίνης και Γιώργος Μαρκόπουλος.  Εκδόσεις Όγδοο

Δημήτρης Βαρβαρήγος: ΜΗΤΣΟΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ- Ποιητικά έργα και Αθησαύριστα Πεζά. Άπαντα τα ευρεθέντα. Εισαγωγή/ επιμέλεια/ σημειώσεις του Μιχαήλ Χ. Ρέμπα,  Πρόλογοι. Θωμάς Κοροβίνης και Γιώργος Μαρκόπουλος.  Εκδόσεις Όγδοο

Η ποίηση επέζησε και θα συνεχίσει στο διηνεκές να επιζεί απέναντι στην επανάσταση της επιστήμης και τις προκλήσεις των καιρών γιατί είναι η ουσιαστική αντικειμενική γνώση που ξεπερνάει κάθε διδαχή καθώς έχει να κάνει με την καθαρή συνείδηση του πνεύματος.

Στους δύσκολους, σύγχρονους δρόμους της ζωής συχνά παύει να είναι οδηγός του ανθρώπου. Μα πάντα φτάνει η στιγμή που η ποίηση χαράσσει νέους δρόμους από ανθρώπους που την ακολούθησαν με πίστη και αφοσίωση.

Ένας από αυτούς τους ποιητές είναι ο Μήτσος Παπανικολάου. Γεννημένος το 1900 στην Ύδρα, ο Μήτσος Παπανικολάου, εμφανίζεται στα νεοελληνικά γράμματα μόλις 16 ετών δημοσιεύοντας μία σειρά ποιημάτων στη Διάπλαση των παίδων. Το 1920 εγκαταλείπει οριστικά τις σπουδές του στη Νομική και στρέφεται προς τη δημοσιογραφία, ενώ το 1923 αναλαμβάνει αρχισυντάκτης στο περιοδικό Μπουκέτο, ιδιότητα που θα τον καθιερώσει μέχρι το 1940 ως ποιητή, μεταφραστή και κριτικό της Νεοελληνικής και της ξένης λογοτεχνίας.

Η ζωή του μοιράστηκε ανάμεσα στο φως του λυρισμού και της ποιητικής καθαρότητας και στο σκοτάδι των εξαρτήσεων, του απαγορευμένου, για τα χρηστά ήθη της εποχής, ομοφυλόφιλου έρωτα και της οικονομικής, προς το τέλος της ζωής του, εξαθλίωσης.

Οι συνθήκες που θα διαμορφωθούν με τον πόλεμο και την Κατοχή θα τον οδηγήσουν στο Δρομοκαΐτειο όπου στις 26 Οκτωβρίου 1943 πεθαίνει από υπερβολική δόση ναρκωτικών αφήνοντας το αποτύπωμα ενός «καταραμένου ποιητή» της Ελληνικής μεσοπολεμικής ποίησης που, όπως σημείωσε το 1944 ο Τέλλος Άγρας, «δεν εζήτησε από την Ποίηση, όπως και από την ίδια τη ζωή, την αλήθεια ή την Ιδέα. Ακόμα και η Ομορφιά του ήταν λίγο. Εζήτησε κάτι πιο τραγικό: την Ηδονή […] και μάλιστα [την] όσο το δυνατόν δουλεμένη…».

Το μεγάλο του πάθος ήταν οι μεταφράσεις και μετέφρασε ποιήματα των Πωλ Βαλερύ, του Γκιγιώμ Απολλιναίρ, του Σαρλ Μπωντλαίρ, του Πολ Βερλαίν, και άλλων. Ασχολήθηκε επίσης με την κριτική και το δοκίμιο.

Το ποιητικό του έργο είναι μικρό σε ποσότητα. Πρόκειται για 50 περίπου ποιήματα γεμάτα νοσταλγία για τη χαμένη πρώτη νιότη. Τα ποιήματα αυτά εκδόθηκαν για πρώτη φορά σε τόμο το 1966. Στον τόμο Ποιητικά έργα και Αθησαύριστα Πεζά Άπαντα τα ευρεθέντα, που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «όγδοο», φιλολογική έκδοση σε εισαγωγή/ επιμέλεια/ σημειώσεις του Μιχαήλ Χ. Ρέμπα.

Το βιβλίο ξεκινάει με δύο ουσιαστικούς και άκρως κατατοπιστικούς προλόγους πρώτος από τον συγγραφέα Θωμά Κοροβίνη και ο δεύτερος από τον ποιητή Γιώργο Μαρκόπουλο που εξηγούν διεξοδικά για τη ζωή του ποιητή και για το καβαφικό όσο και συμβολικό ύφος των ποιημάτων του.

Στην ποίηση του Μήτσου Παπανικολάου γίνεται αντιληπτή η εμπειρική γραφή του από μια μαρτυρική οδοιπορία που ακροβατεί στον ρομαντικό ρεαλισμό φωτίζοντας τη ζωή των λαϊκών συνοικιών με τα χασισοποτεία και τους τεκέδες και γράφει για τη,

ΧΑΜΕΝΗ ΑΓΑΠΗ: Αν άλλοτε μ’ αγάπησες κι αν πια δεν μ’ αγαπάς,

μες την καρδιά μου η αγάπη σου πάντοτε η ίδια μένει.

 

ΧΕΙΜΩΝΑΣ: Μη με προσμένεις πια να ‘ρθω στο βουερό ακρογιάλι,

την αμμουδιά να πάρουμε, να φθάσουμε στο μόλο

στην καταχνιά της θάλασσας και την ανεμοζάλη,

σα ροδοσύγνεφο σκορπά, σβήνει το είναι μου όλο.

 

ΧΩΡΙΣΜΟΣ: Μόνοι το δρόμο πήραμε  και φτάσαμε στην άκρη.

Και τώρα, αν θα χωρίσουμε, θα μας ενώνει ο πόνος.

 

ΜΙΑ ΛΥΠΗ: Είναι βαριά πολύ βαριά, σα σύγνεφο η λύπη,

σύγνεφο χινοπωρινό που βρίσκει αραξοβόλι,

πάνω απ’ το ήσυχο χωριό κι απ’ την πολύβουη πόλη

με μια βροχούλα σιγανή να πει το καρδιοχτύπι.

 

ΒΡΑΔΥΝΟΙ ΘΑΝΑΤΟΙ: Η ώρα αναδιπλώνεται ριγμένη/ σα μια γαλάζια αχνή,/ πάνω απ’ τη μέρα που πεθαίνει/ χωρίς φωνή και μακρινή…

 

Με πλούσια θεματική επιλογή, ο Μήτσος Παπανικολάου δημιουργεί μέσα στη δυστυχία, στον πόνο στη μοναξιά της κοινωνικής μιζέριας ένα έργο αληθινό και ιδιαίτερο για την εποχή του, καθώς η ζωή του και γενικότερα ο δύσκολος βίος του δεν συνάδει από αισθητική, κοινωνική και ηθική άποψη, με τις καθιερωμένες αξίες του αστικού κόσμου.

Τραγική και αλαφιασμένη η σύντομη η ζωή του, δίνει τη συναισθηματική κορύφωση στο ύφος του ποιητικού έργου του και μοιραία κατατάσσεται στην ομάδα των Ελλήνων «καταραμένων ποιητών».

 

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.