You are currently viewing Ε λένη Λόππα: Walter Puchner, αγγίγματα, εκδ. ΟΤΑΝ, 2025   

Ε λένη Λόππα: Walter Puchner, αγγίγματα, εκδ. ΟΤΑΝ, 2025  

Τον Σεπτέμβριο του 2025 εκδόθηκε η ποιητική συλλογή του πολυγραφότατου Βάλτερ Πούχνερ, αγγίγματα, και τον Δεκέμβριο του 2025 η συλλογή, Το Μηναίον της Αρχής, (εκδ. Νίκας), που περιλαμβάνει ποιήματα ανά μήνα για το πρώτο εξάμηνο του έτους,  από τον Γενάρη έως και τον Ιούνη. Ήδη το 2025 εκδόθηκαν επίσης και οι ποιητικές συλλογές Στο φτερό, (εκδ. ΟΤΑΝ), Πεζοποιήματα, (εκδ. Νίκας), Inseln des Lichts, (εκδ. ΟΤΑΝ), Προς ποιητές σε ενδεή εποχή, (εκδ. Οδός Πανός), ενώ από τις εκδ. Αιγόκερως το πεζό του, Το χειρόγραφο των Εξαρχείων, γραμμένο με χιούμορ και φαντασία και ενδιάμεσα με διάσπαρτα εννέα ποιήματα. Νομίζω, λοιπόν, πως ο χαρακτηρισμός «πολυγραφότατος» επαληθεύεται απολύτως στο πρόσωπο του Βάλτερ Πούχνερ.

Με τέτοιον παραγωγικό πλούτο, δεν ξέρει κανείς τι να διαλέξει, για να προσεγγίσει ένα έργο του πιο ενδελεχώς. Επέλεξα τα Αγγίγματα, για πολλούς λόγους, όπως: για τη μαγεία των λέξεων, τον πλούτο των νοημάτων, αλλά και για το ιδεολογικό στίγμα του ποιητή, την απροκάλυπτη έκφραση  της θλίψης και της οργής του για την κατάντια του πολιτισμού μας και την καταστροφική πορεία της ανθρωπότητας.

Η συλλογή αποτελείται από τρεις ενότητες. Η πρώτη, Άγγιγμα, (σελ. 9-13) περιλαμβάνει 5 ποιήματα, όλα με τον ίδιο τίτλο, που αναφέρονται ακριβώς σ’ αυτό που εννοεί η λέξη, στο άγγιγμα, στην αφή, στη σωματική επαφή. Από το Άγγιγμα 2, (σελ. 10),  επιλέγω την καταληκτική, τρίτη στροφή:

«τα λόγια δεν αγγίζουν/παρά μόνο την ψυχή, τον νου/τα σώματα διψούν για χέρια/μιλούν μια γλώσσα αλλιώτικη/άμεση, ακαριαία/δίχως γραμματικές/και λεξικά/».

Η δεύτερη ενότητα, Αγάπες της αυγής, φαντάσματα της νύχτας, (σελ. 17-57) περιλαμβάνει 47 ποιήματα, πολλά από τα οποία αναφέρονται στον έρωτα και στην αγάπη, αλλά και άλλα με ποικίλο περιεχόμενο, όπως γίνεται εμφανές και από τους τίτλους, όπως:  Χέρια που βλέπουν, Μουσικές, Φως, Της ώρας νηνεμία, Όρθρος, Η φυσική της ψυχής, Άτμητος ύπνος, Η αγάπη είναι ήλιος, Ζωή εν κλωβώ, Το τέλος των λέξεων, Ανάγλυφα παγανιστικά, Θεώρημα, Άγιος ύπνος, Τα έργα της νύχτας, Έρως στη μοναξιά, Εσύ και το σώμα, κ.ά. Από τους τίτλους των ποιημάτων, επίσης,  αλλά και από τις επί μέρους λέξεις τους, παρατηρούμε κάποιες σταθερές στην ποίηση του Βάλτερ Πούχνερ, όπως: έρωτας, αγάπη, σώμα, ζωή, μουσική, πρωί, μέρα, νύχτα, ύπνος, όνειρο ή όναρ, σιωπή, νεκροί/τεθνεώτες, σύμπαν, κόσμος, χώρος, χρόνος.

Με τρυφερότητα και ρομαντισμό το ποιητικό υποκείμενο απευθύνεται στο αγαπημένο πρόσωπο και το προσκαλεί σε μια γιορτή έρωτα και αγάπης, όπου καταργείται ο χώρος και ο χρόνος: «Έλα να παίξουμε τα παιχνίδια της αυγής/για να σηκωθεί και πάλι ψηλά ο ήλιος/», (Πρόσκληση, σελ. 17), «{…}στο τυφλό σκοτάδι/ο χώρος είσαι εσύ/η ώρα η στιγμή/ο χρόνος δεν υπάρχει/» (Χέρια που βλέπουν, σελ.17), «{…}τέτοια δύναμη ο έρωτας/το entanglement σωματιδίων/μετενσάρκωση οντοτήτων/» (Γεωργικά, σελ.20). Στο ποίημα Η αγάπη είναι ήλιος (σελ.26) στις τρεις πρώτες στροφές, δύο οκτάστιχες και στη μέση επτάστιχη, ο πρώτος στίχος αρχίζει με έναν ορισμό/ ύμνο για την αγάπη: «Η αγάπη είναι ήλιος{…}», « Η αγάπη το φως της συνείδησης {…}», «Η αγάπη ιστός του σύμπαντος», ενώ η καταληκτική τετράστιχη στροφή υμνεί τον «πολιτισμένο έρωτα»: «Ο πολιτισμένος έρωτας/είναι παιχνίδι και θρησκεία/είν’ επιστήμη ολάκερη/κι όλες οι τέχνες μαζί/», ενώ στο τρίστιχο Η ζωή εν κλωβώ, (σελ.27), ο ποιητής παίζει με λέξεις που λήγουν σε -άρι: «Μανάρι μου, καμάρι μου/κανάρι μου στην κάμαρά μου/μακάρι να είσαι πάντα εκεί/». Στο Θεώρημα (σελ.38) ο έρωτας και η αγάπη αποδίδονται με την ένταση ενός σεισμού, μιας έκρηξης ηφαιστείου, αλλά με τις δονήσεις μιας μουσικής μελωδίας. Ύλη και πνεύμα σε μια αρμονική συνύπαρξη: «Να βρουν οι σεισμοί μας τον ρυθμό/οι δονήσεις μας να είναι μελωδία/ {…}και τα κορμιά μας ήταν μουσική/αστρική και του βυθού βηματισμοί/ σεισμοί και μετασεισμοί μάγμα λάβα///στη φωτιά κλαδιά δεν γίναμε στάχτη/αλλά κεριά στης αγάπης τον βωμό/ύλη φωτεινή και μέσα όλο πνεύμα/». Αυτή η εξιδανικευμένη αγάπη παρατηρείται και σε άλλα ποιήματα, όπως στο Αγάπης αυλός (σελ. 48), από όπου και η καταληκτική στροφή: «τέτοια ανθοταξία/τέτοιο δασόκηπο/σου χαρίζω απόψε/αγάπης αυλός/αντίδωρο φιλοξενίας/» Και στο δίστιχο της σελίδας 49: «Με τόση γήινη αγάπη/θα στολίσουμε τον ουρανό/»’.Υπάρχει και μια αγάπη ταπεινή και γενναιόδωρη, που δίνεται χωρίς ανταπόκριση, αλλά και με μια διάθεση, ακόμη κι αν ο έρωτας είναι τυφλός, να του δώσει φως και μεταφυσική εμβέλεια. Για παράδειγμα, στο   ποίημα Ήρθα (σελ. 50): «Ήρθα για να σου φέρω χαρά/από παιδί αυτό με ευχαριστούσε//ήρθα για να γελάσουμε/έστω και με τον εαυτό μου/αυτό καθόλου δε με πείραζε//ήρθα για να φέρω την αγάπη/να αγαπώ και το παραμικρό/έστω και χωρίς ανταπόκριση/». Αλλά και στο τετράστιχο (σελ. 51): «Κι αν είναι τυφλός ο έρωτας/θα τον κάνουμε να βλέπει/θα του δώσουμε της ιδέας το φως/και της μεταφυσικής την εμβέλεια/». Στο ποίημα Ο έρωτας της αυγής (σελ.47) συνυπάρχουν με τον έρωτα στην καταληκτική στροφή, δύο ακόμη σταθερές του ποιητή, ο ύπνος και το όνειρο: «Στης αγάπης τα υγρά/γεννιέται και το αύριο/και ο ύπνος ευλογεί/το όνειρο συνεχίζεται». Τέλος, στην ίδια σελίδα υπάρχει ένα συμπερασματικό τετράστιχο, σχετικά με την ποιότητα του έρωτα και την ηλικία: «Ο έρωτας ο άγουρος/τελειώνει με την πράξη/ο  έρωτας ο ώριμος/από εκεί αρχίζει/».   .    

Η ζωή που ξετυλίγεται από τη βρεφική ηλικία ως το τέλος της μοιάζει με μουσικές που διαδέχονται η μία την άλλη. Από το παιδικό ξυλόφωνο, στις φανφάρες της εφηβείας, έπειτα στην ορχήστρα, με τα έγχορδα, τα κρουστά και τα πνευστά και, καθώς περνούν τα χρόνια, στη μουσική δωματίου: «φεύγουν τα όργανα/η συμφωνία μουσική δωματίου/τα λίγα γίνονται τα πολύτιμα/η έκφραση κερδίζει το θορυβώδες/στα έσχατα ένα cello solo/οδηγεί με βελούδινη χορδή/την παράσταση στο φινάλε/» (Μουσικές, σελ. 18). Είναι ένα από τα πιο όμορφα και φιλοσοφημένα ποιήματα της ποιητικής συλλογής του Β.Π., όπου η ζωή παραλληλίζεται με μουσικές, που ανάλογα με την ηλικία, ξεκινούν από θορυβώδεις, για να καταλήξουν, με την ωριμότητα, στη λιτή, στοχαστική έκφραση της μουσικής δωματίου ή σε ένα τσέλο σόλο, που οδηγεί την παράσταση της ζωής στο φινάλε της. Την αγάπη του ποιητή για τη μουσική τη διαπιστώνουμε διάσπαρτη και σε άλλα ποιήματα, συχνά συνδυασμένη με τη νύχτα, όπως στο ποίημα Πρωτόκολλα της νύχτας, (σελ. 32): «Ο προθάλαμος του λήθαργου/μουσική δωματίου ή αίθουσα συναυλιών/παίζει παρτιτούρες υβριδικές/απ’ όλες τις γωνίες του σώματος/». Και στο ποίημα, Στης νύχτας τους κήπους, (σελ.50):
«{…}νοερή μουσική διεγείρει τις αισθήσεις/άνθη ανοίγουν στ’ άγγιγμα του βλέμματος/και λαχταρούν την αφή των δαχτύλων/».

Η αναφορά του ποιητή σε πρωί, μέρα, νύχτα συναντάται πολύ συχνά στη συλλογή, καθώς και σε τίτλους της, ιδίως η νύχτα, που συνδέεται με τον ύπνο και το όνειρο. Για το πρωί έχουμε αναφορά σε δύο ποιήματα. Σε ένα δίστιχο (σελ. 38): «Για να δώσει θάρρος στα όντα του/ο θεός έκανε το πρωί τόσο ωραίο/». Και στο ποίημα που φέρει στον τίτλο του τη λέξη: Το πρωί ως αρχή, (σελ. 40): «Κάθε πρωί μια νέα αρχή/από το τραύμα του ξυπνήματος/με τον ύπνο ακόμα στο σώμα/βγαίνουμε στο φως του κόσμου/με τρόπο θαυμαστό όλα είναι νέα/άγραφο το χαρτί της νέας σελίδας/». Η μέρα σε βγάζει από το όνειρο και σε μεταμορφώνει: «{…}Η μέρα θα σε προσγειώσει/από ποιητής πεζοπόρος/από παιδί μεσήλικας/από μεσήλικας γέρος/», (Πρωινοί χρόνοι, σελ. 43). Για τη νύχτα, σε σχέση με το πρωί και τη μέρα, υπάρχουν οι περισσότερες αναφορές, έντεκα συνολικά που, αν συνδυαστούν με τον ύπνο και το όνειρο, ξεπερνούν συνολικά τις είκοσι έξι. Σε πέντε ποιήματα η σταθερά νύχτα χρησιμοποιείται σε τίτλους: Η επιθυμία της νύχτας (σελ. 24), Πρωτόκολλα της νύχτας (σελ. 32), Τα έργα της νύχτας (σελ. 40), Στης νύχτας τους κήπους (σελ. 50), Η νύχτα των χρόνων (σελ .53). Στο ποίημα Η επιθυμία της νύχτας (σελ. 24) η επιθυμία προσωποποιείται: «Άλλη επιθυμία καμιά/δεν έχει η νύχτα/παρά να κοιμηθεί/». Σε ένα τρίστιχο (σελ. 33) η νύχτα συγκρίνεται με τη μέρα και το τώρα: «Η νύχτα το απώτερο παρελθόν/η μέρα το πολύ κοντινό/το τώρα είναι όνειρο/». Οι ερωτικές φαντασιώσεις διεγείρονται στη διάρκεια της νύχτας: «Στης νύχτας τους κήπους οι φαντασιώσεις/ερωτεύονται μέσα στην ανωνυμία/», ( Στης νύχτας τους κήπους, σελ. 50). Στο ποίημα Ουράνιος πληθωρισμός (σελ. 52) η νύχτα προσωποποιείται, γεμίζει με άστρα τον ουρανό και είναι άστατη οικονομικά: «Η νύχτα τύπωσε κι άλλα άστρα/για να ξεχρεωθεί στο φως της μέρας/{…}άστατη η οικονομία της νυχτιάς/κέρματα σπαρμένα στους πέντε ανέμους/», ενώ στο ποίημα Η νύχτα των χρόνων (σελ. 53) η νύχτα δεν είναι πια μονόπρακτο, μα έργο κανονικό και συνδυάζεται πάλι με τα όνειρα και τον ύπνο: «Η νύχτα όχι/πια μονόπρακτο/μεγάλωσε κι έγινε έργο/με πράξεις κι ιντερμέδια//και τα όνειρα τμηματικά/συνονθυλεύματα φανταστικά// {…}Τα ιντερλούδια δίχως ύπνο/και σε χώρους πραγματικούς/απαιτούν συγκέντρωση/συγκράτηση και ευστοχία/». Τέλος, στο ποίημα με την κάπως εφιαλτική ατμόσφαιρα Εσύ και το σώμα, (σελ. 56) η νύχτα είναι άγρια και τη διαδέχεται άγρια μέρα. Υπαινίσσεται τον Οδυσσέα που έχει επιστρέψει στην Ιθάκη, αλλά το νησί του δεν τον χωράει πια: «Εσύ και το σώμα σου/μέσα στην άγρια νύχτα/ {…}εσύ και το σώμα σου/δίχως όνομα θα βρεθείς/δίχως εσύ μόνο κορμί/στον ύπνο οι χρόνοι όλοι/χωρίς ταυτότητα εσύ ένα κάτι/ένας υπνώττων μηχανισμός/ακούει η νύχτα τα γρανάζια/{…}αφουγκράζεται τα όνειρα/κι ανακατώνει τα γεγονότα/εφιάλτες παράδεισοι αντάμα/κι ένα εγώ διασπαρμένο//{…}η επιστροφή μετ’ εμποδίων/το σώμα δε σε δέχεται εύκολα/η Ιθάκη είναι δύσκολο νησί/μέσα στ’ αχαρτογράφητο στρώμα//{…]Να γυρίσεις πάλι από την άλλη/δεν σε αφήνει το ξερονήσι/και η Τροία δεν υπάρχει πια/ήταν κι αυτή μια κάποια λύση/». Ο καταληκτικός στίχος είναι καθαρά καβαφικός. Σε τέσσερις τίτλους της συλλογής βρίσκουμε τη σταθερά του ύπνου: Άτμητος ύπνος (σελ. 24), Άγιος ύπνος (σελ. 39), Του Μορφέα τα μαγικά (σελ.52), Τα χαμένα έργα του ύπνου (σελ. 55), ενώ το όνειρο/όναρ το συναντάμε στους τίτλους  δύο ποιημάτων: Όναρ (σελ. 23), Είναι κάποια όνειρα (σελ. 42). Στο δίστιχο ποίημα Βιοθεωρία (σελ. 20) ύπνος και όνειρο συνυπάρχουν: «Από ύπνο σε ύπνο/και τ’ όνειρο δε σταματά/», και στο ποίημα Άτμητος ύπνος ο άτμητος ύπνος ταυτίζεται πάλι με το όνειρο. Το ίδιο παρατηρούμε και στο καταληκτικό τρίστιχο του ποιήματος Ο εραστής της μέρας (σελ. 25): «Από ύπνο σε ύπνο/και το ενδιάμεσο/με όνειρο μοιάζει/». Κάποια όνειρα σημαδιακά αφήνουν αποτυπώματα: «Είναι κάποια όνειρα/που αφήνουν γραφή στα βλέφαρα/αποτυπώματα στο δέρμα της ψυχής/», στο Είναι κάποια όνειρα (σελ. 42). Στο ποίημα με τον ερωτηματικό τίτλο Ο αέρας ποιητής; (σελ. 29) ο ύπνος φέρνει τα δώρα της αυγής. Έναν ορισμό για τον ύπνο και το όνειρο δίνει ο ποιητής στην πρώτη από τις δύο στροφές του άτιτλου ποιήματος της  σελίδας 31: «Η μεταφυσική του σώματος/είναι ο ύπνος/το όνειρο/η θρησκεία της ψυχής/». Στο ποίημα Κοσμογέννηση (σελ.34) εκθειάζεται η ηδονή που δίνει ο ύπνος και η δυνατότητα να γευτεί κανείς τα δεδομένα του επιστητού: «Τι ηδονή ζωής να βυθιστείς/στο βάθος του ύπνου να δεις /τα όνειρα των άλλων θεών/τα πάθη χθόνιων δαιμόνων/να γευτείς και το απόσταγμα/στου επιστητού τα δεδομένα/δίχως κορμί δίχως ψυχή/ναρκωμένος ο νους σου/μόνο σφυγμός μόνο πνοή/». Ο υπνώττων για τον ποιητή είναι αθώος, στο ποίημα Άγιος ύπνος (σελ. 39): «Ο υπνώττων είναι αθώος/οι ενοχές αποσύρθηκαν στις γωνίες/ανυπεράσπιστος στις αγκάλες του παντός/{…}ο Ύπνος συγχωρεί τα εγκλήματα/». Στο ποίημα Τα χαμένα έργα του ύπνου (σελ.55) εκφράζεται η θλίψη για τα χαμένα από τη λήθη όνειρα. Παρατηρούμε τις παρηχήσεις του φ και του β στη δεύτερη στροφή με τα αγωνιώδη ερωτηματικά: «Τόσα όνειρα στη χωματερή της λήθης/τόσα έργα απ’ τον πυθμένα του μυαλού/δρώμενα προσωπικά εκτός κάδρου/στην υπόγεια αίθουσα της ψυχής/{…}Τέτοιος πλούτος βιωμένης ποίησης/σε άρρητη πυκνότητα άγλωσσο ύφος/η αφή του άφατου στο βάθος του βίου/σε ποιο μουσείο οντολογίας να φυλαχτεί;/» Ωστόσο, ενώ οι ζωντανοί χάνουν αυτόν τον πλούτο της βιωμένης ποίησης και την αυγή προσπαθούν να θυμηθούν κάποια ψήγματα ξεχασμένα, οι νεκροί ξέρουν απ’ έξω την άγραφη ποίηση: «άγραφη ποίηση οι νεκροί την ξέρουν απέξω/την απαγγέλλουν νυχθημερόν στα κοιμητήρια/για να αντέξουν την προοπτική της αιωνιότητας./Τα νεκροταφεία είναι τοπία χαμένης λογοτεχνίας/». Άλλωστε, «στα σκοτάδια του Άδη/με την εμπειρία τους/οι τεθνεώτες/σχεδιάζουν το μέλλον/» (σελ. 39),»καταθέτουν τη σοφία τους/και οδηγούν την ιστορία/ένα βήμα πιο μπροστά», (σελ. 19). Σε ένα ιδιαίτερα ξεχωριστό ποίημα της συλλογής, το ποιητικό υποκείμενο παρακαλεί να μην τελειώσει το όνειρο και ξαναβρεθεί στην αφιλόξενη ακτή της μέρας, στη στεγνή φυλακή της λογικής: «Μη, παρακαλώ σε, μη,/μη μ’ αφήσεις/{…}μια βουτιά ακόμα/στα πράσινα βάθη του ύπνου/πριν ξεβραστώ στην άμμο/στην έρημο της στεριάς/την αφιλόξενη ακτή της ημέρας//μη, παρακαλώ σε, μη/με ρίξεις πάλι/στη στεγνή φυλακή της λογικής/στα ξερά κλαδιά της αιτιοκρατίας/στις απαντήσεις τα συμπεράσματα/μη χάσω τα ερυθρά αινίγματα/και τα γαλάζια μυστήρια/τν μαύρο ήλιο του όλου/λίγο ακόμα, άλλο ένα//μετά είμαι στη διάθεσή σου/λογιστή φιλόσοφε/», (Μη, παρακαλώ, σε, σελ. 44). Σε ένα επίσης ιδιαίτερο ποίημα, Η φυσική της ψυχής (σελ. 22), ο ποιητής. καταγγέλλει τις θεωρίες και τις μετρήσεις, τις δίχως ψυχή και ποίηση, που μας οδήγησαν στην πλάνη, και μας προτρέπει να αφουγκραστούμε τη μουσική των κυμάτων, αφού ψυχική είναι η διάσταση του σύμπαντος και δεν μπορεί να είμαστε τόσο ξένοι οργανισμοί από την ύλη του παντός: «Ο ουρανός της νύχτας είναι εδώ./στέρεα στέγη επιβλητική/απορεί με τη σύγχυση των νόων/της εξέλιξης τα στερνοπούλια//{…}με τις μετρήσεις άρχισε η πλάνη/γιατί τίποτε δεν είναι σταθερό/ο χώρος κύτταρο της ταχύτητας/της βαρύτητας παιχνίδι ο χρόνος//ψυχική η διάσταση του σύμπαντος/βιώνει τον εαυτό του με το βλέμμα μας/κλείσε τα μάτια να γίνεις ήλιος/άκουσε των κυμάτων τη μουσική//δεν μπορεί να είμαστε τόσο ξένοι/οργανισμοί από την ύλη του παντός/πάντα ήμασταν εμείς και η νύχτα/μέσα στους κύκλους της αρμονίας/».   

Η τρίτη ενότητα, Δυστοπικές επαφές (σελ. 61-98), είναι, κατά τη γνώμη μας, εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, αφού επιχειρεί να αφυπνίσει τον αναγνώστη. και τον προτρέπει  να αναστρέψει, έστω και την τελευταία στιγμή, την ξέφρενη πορεία της ανθρωπότητας προς την καταστροφή. Να αναλογιστεί με πόση απερισκεψία και αλαζονεία φθάσαμε σ’ αυτόν τον θλιβερό πολιτισμό, υποδουλωμένοι με απληστία στο εύκολο κέρδος, στην τεχνολογία, στην υπερκατανάλωση, στην υπερπληροφόρηση, σε μια τεχνητή ζωή «χωρίς στόχο, χωρίς λόγο, χωρίς καμία ψυχική ανάταση». Η ενότητα αυτή περιλαμβάνει συνολικά 43 ποιήματα που, όπως φανερώνει ο τίτλος της, καθώς και πολλοί τίτλοι των ποιημάτων της, αναφέρεται με θλίψη, αλλά και με έντονα οργισμένο και καταγγελτικό τρόπο, στην καταστροφή του περιβάλλοντος, εξαιτίας της ανθρώπινης απληστίας και αλαζονείας, στην αλματώδη, ανεξέλεγκτη εξέλιξη της τεχνολογίας και της τεχνητής νοημοσύνης, στους πολέμους  που απειλούν και πάλι την ανθρωπότητα, εν τέλει, στην έκπτωση του πολιτισμού μας. Αναφέρω κάποιους χαρακτηριστικούς τίτλους ποιημάτων: Ο θλιβερός πολιτισμός, Κρίκοι καταστροφής, Τεχνολογία, Επέλαση, Καταστροφόκαινος, Άνθρωποι και δεινόσαυροι, Απομάκρυνση, Είμαστε οι τελευταίοι, Άρρητο, Ευφημισμοί, Οι χρησμοί της ΤΝ, Upper society, Τα έφαγε όλα η πρόοδος, Νεόπλασμα, Αντιδαρβινισμός, Ουτοπίες φυτεύονται, Δυστοπίες δυστροπίες, κ.ά

Η γλώσσα σ’ αυτή την ενότητα, χάνει την τρυφερότητα και κάποιον ρομαντισμό που διαπιστώσαμε στην προηγούμενη, ιδίως στα ποιήματα με θέμα τον έρωτα και την αγάπη, και γίνεται αδυσώπητα σκληρή, δηκτική, ειρωνική, καυστική, ακόμη και περιφρονητική, αρκετές φορές, για τα ανόητα δίποδα που κατέστρεψαν απερίσκεπτα τον πολιτισμό και τη γη. Παραθέτω χαρακτηριστικά παραδείγματα: «Ο τεχνοκρατικός Μεσαίωνας/αγάλι αγάλι αποβάλλει τον άνθρωπο/ανδρείκελο του κέρδους/τζουτζές των αλγορίθμων/εκτοπίζεται από τις εφευρέσεις του/έρμαιο ανεύθυνης υπερπληροφόρησης/δυσκίνητο θύμα υπερκατανάλωσης/της ζωής του θεατής/με τσιπς στον καναπέ/τον κόσμο στην οθόνη/σκλάβος μηχανημάτων που δεν κατανοεί/ο εγκέφαλος αχρείαστος πλέον/{…}ο Λόγος στα αζήτητα/αισθήματα απορρίμματα/στο βάθος το ρομπότ/η σκέψη πολυτέλεια/», (Ο θλιβερός πολιτισμός, σελ. 64-65). Από το ποίημα Άνθρωποι και δεινόσαυροι (σελ. 74), με τις τρεις επτάστιχες στροφές, παραθέτω τους στίχους της τρίτης καταληκτικής στροφής: «το ολέθριο είδος των δίποδων/με τον δυσανάλογο εγκέφαλο/και την πείνα τη μεταφυσική/για τα πλούτη, τα μηδενικά/τελικά αυτοκαταργήθηκε/από βλακεία κι αλαζονεία/νανοκεφάλαιο στην ιστορία/». Η εφιαλτική ατμόσφαιρα, που δημιούργησε αστόχαστα ο άνθρωπος για τον εαυτό του και κυριαρχεί σε ολόκληρη αυτή την ενότητα, είναι εμφανής και στο ποίημα Άρρητο (σελ. 77), από το οποίο αντιγράφω τις δύο πρώτες από τις τέσσερες στροφές: «Παρά τα τόσα κείμενα/που κατακλύζουν/την υφήλιο/το άρρητο μεγαλώνει//στον ουρανοξύστη της Βαβέλ/οι ψυχές δεν έχουν κατοικία/ο κλιματισμός δεν είναι αέρας/αφιλόξενα τα κλειστά παράθυρα/δεν έχουν θέαση του όλου/το μπετόν αρμέ δε νιώθει/και δε νοιάζεται/». Στο ποίημα Ευφημισμοί (σελ. 78) ο ποιητής καταγγέλλει τη διαφήμιση που έγινε στη ζωή μας μια δεύτερη πραγματικότητα, θέατρο του κέρδους, και αντιμετωπίζει την ύπαρξη ως βιτρίνα κατανάλωσης. Να τι γράφει στην τρίτη, καταληκτική στροφή και στον πικρό, συμπερασματικό  στίχο: «η διαφήμιση μπαλέτο πάνω στο ηφαίστειο/χίμαιρα κερδοσκοπική μιας φαντασίωσης/χρήματα και θεάματα, ψώνια για τα ψώνια/Λας Βέγκας κάθε γειτονιά/, ζητιάνα η υφήλιος/η τεχνολογία τρώει μεγάλα κομμάτια ψυχής/ {…}  Όποιος δεν διαφημίζεται δεν υπάρχει/». Και στο ποίημα Upper society (σελ. 80-81) ο ποιητής καταγγέλλει το ψεύτικο πρόσωπο των γυναικών, τις ομοιόμορφες μάσκες χωρίς ρυτίδες που κυκλοφορούν πια γύρω μας και με θλίψη μοιάζει να αναρωτιέται: «Πώς μοιάζουν όλα τα πρόσωπα/ένα καρναβάλι χωρίς φαντασία/άψυχα σώματα κούκλες βιτρίνας/αφίσες διαφήμισης εν δράσει/λόγια νεκρά και χιλιοειπωμένα/μ’ αυτόν τον κόσμο κράτος μπορεί να γίνει/{…} μ΄αυτόν τον ναρκισσισμό ανθρωπιά γίνεται/άφταστα τα επίπεδα επιπολαιότητας/βάθη ανηθικότητας αβυθομέτρητα//». Τις ίδιες βαριές διαπιστώσεις για τον έλλογο δίποδα που έπεσε στην ποντικοπαγίδα και διέψευσε όλες τις ουτοπίες, διαβάζουμε και στο ποίημα Αγνοτισμοί (σελ.92): «άβουλο σαρκίο ο έλλογος γυρίζει στην ύλη/{…}ένα παχύσαρκο εγώ στα έλη της απληστίας/ο Διαφωτισμός σκοτείνιασε, πισωπατά η εξέλιξη/{…}οι αρχαίοι φιλόσοφοι από τα βάθρα τους/εκστομίζουν μεσαιωνικές προφητείες/οι ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης/καλύπτουν τα μάτια τους να μη βλέπουν/αυτά που έρχονται και είναι ήδη εδώ/». Τέλος, στο άκρως ειρωνικό ποίημα Ιδεαλισμός (σελ. 98)σχολιάζεται με δηκτικότητα το ξεπούλημα των παιδιών μας και του εαυτού μας σε τιμή ευκαιρίας, σε ένα πνεύμα δήθεν ανιδιοτέλειας, ανθρωπιάς και αλληλεγγύης: «Οι πωλήσεις πάνε καλά/πουλήσαμε και τα παιδιά μας/σε τιμή ευκαιρίας/στην περίοδο των εκπτώσεων/προσφέραμε και την ψυχή μας/αλλά δεν βρέθηκε αγοραστής/ τέτοια προϊόντα δεν έχουν πέραση/πουλήσαμε το ευφυές μυαλό μας/ήταν το απόλυτο hit της σεζόν/μας μένει ακόμα το σώμα μας/θα το δώσουμε σε δημοπρασία/γιατί το πετσί ακριβά πουλιέται//.{…}ελάτε κόσμε, εδώ, πλησιάστε/{…}σας τα δίνουμε όλα σχεδόν δωρεάν/για μας δεν μένει τίποτε, ελάτε/{…}η ανιδιοτέλεια εν δράσει, η προσφορά/ο εθελοντισμός, η αλληλοβοήθεια/μάθημα αλληλεγγύης, συμπαράστασης/ελάτε, μπείτε στον ναό της ανθρωπιάς/».

Συμπερασματικά, τα ποιήματα της συλλογής Αγγίγματα, μας καθήλωσαν με τον καίριο, άλλοτε τρυφερό και ρομαντικό και άλλοτε καυστικό λόγο τους, τον λεξιλογικό και νοηματικό πλούτο τους, που δυναμιτίζει τον εφησυχασμό μας, τη μορφολογική  ποικιλία τους, τις δυνατές εικόνες τους, τα λεκτικά τους παιχνίδια. Τα Αγγίγματα αποτελούν σίγουρα μια από τις εντυπωσιακότερες συλλογές του Βάλτερ Πούχνερ και, ειδικότερα, το τρίτο μέρος της, μια κραυγή απόγνωσης, αλλά και  συνειδητοποίησης για το πού πορεύεται  η ανθρωπότητα, που αξίζει τη μεγαλύτερη προσοχή όλων μας.      

 

Ελένη Λόππα

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.