You are currently viewing Ευφροσύνη Μαντά- Λαζάρου: Μιχάλη Παπαδόπουλου, Χώρα μου είσαι. Εκδόσεις Σμίλη, 2023

Ευφροσύνη Μαντά- Λαζάρου: Μιχάλη Παπαδόπουλου, Χώρα μου είσαι. Εκδόσεις Σμίλη, 2023

Η ανεκλάλητη Ομορφιά, όμως τι υπέροχα «ανάγλυφα λάμπουν στις μετόπες του ανείπωτου»

 

Για να βαδίσουμε μαζί με τον Τίμαιο στην απροσδιόριστη, αβυσσώδη και ακαθόριστη Χώρα του Πλάτωνα αλλά και για να ακολουθήσουμε έναν ποιητή, που επιχειρεί να ενσαρκώσει με τις λέξεις του έναν κόσμο επάνω σε εκείνη την κορυφαία στιγμή της σύλληψης του, επάνω στο χορό της Γενέσεως, χορό των αισθητών και ιδεατών που χωρίζονται και αγγίζονται παραμένοντας πάντα αμορφοποίητα και αλλότρια στη γλώσσα, χρειαζόμαστε μια συνεχή επίκληση, κάτι σαν μαγικό τελετουργικό, τη συχνή επανάληψη του ερωτήματος: «Τι είναι αυτό που υπάρχει πάντοτε αλλά ποτέ δεν γεννιέται και τι είναι εκείνο που συνεχώς γεννιέται αλλά ποτέ δεν υπάρχει.»

Ο Μιχάλης Παπαδόπουλος χορογραφεί με το νέο του βιβλίο την κυκλική περιστροφή του απερίγραπτου και του λόγου, της α- ορατότητας και της εικόνας,  σε μια Χώρα περιγραφικής α- δυνατότητας.  Η «Χώρα» του Μιχάλη Παπαδόπουλου δεν είναι άλλη από την ποθεινή πατρίδα των ποιητών. Η ερωμένη που μένει πάντα δική τους και αλλότρια, που ενσαρκώνει και υποδέχεται τα πάντα παραμένοντας όμως αναλλοίωτη.

Το έργο είναι μια σύνθεση, ποιητική, μουσική, μαγικά εικαστική. Η «Χώρα» είναι η υψικάμινος του Έρωτα και του Θανάτου. Είναι ο τόπος του αχώρητου. Όλα είναι μνήμη και τα βάθη της μνήμης δίχως σύνορα. Με τη συγκλονιστική αρχή και την εισαγωγή του χρόνου και του χώρου αναγγέλλεται η γέννηση. Προετοιμάζεται η δόξα της Επιθυμίας, που είναι αναλλοίωτη και αρχέγονη δύναμη και ρήξη στο ναρκισσιστικό εγώ.

«Αδύτου μνήμης νέκυια τελευταία

 Ώρα να γεννηθώ»

Στη Χώρα του απροσδιόριστου με τρόπο αριστουργηματικό ο ποιητής επιχειρεί την αναπαράσταση ενός ασύλληπτου κόσμου. Εμψυχώνει με εικόνες το αόρατο έως και την ανυπαρξία. Η σύνθεση μοιάζει με το παιγνίδι μιας σβούρας, που περιστρέφεται. Γυρίζοντας κρύβει. Όταν κρύβει αποκαλύπτει και όταν φανερώνει, κρύβει.

Οι πρώτοι δεκατρείς στίχοι διακρίνονται για τη θαυμαστή οικονομία που συναντούμε στα μεγάλα κλασικά έργα και συγκεκριμένα στους τραγικούς ποιητές μας, όπου στον πρόλογο των έργων τους εν σπέρματι και με πυκνότητα προοικονομούνται όσα σπουδαία και φοβερά θα ακολουθήσουν.

«Εδώ η φοβερή καταπακτή

Οι ποτάμιες ρίζες από πάντα

Ανύποπτη έρχεσαι

και μπαίνει

η παγερή φρονιμάδα

Ο χώρος που ομιλεί

η σιωπή που αφορίζει

Ό,τι ανθίζει πορεύεται

αλώβητο στην Εικόνα

Στη στάχτη

που προσεύχεται γονατιστή

η σύρραξη των στοιχείων

αναπαύει.»

«Εδώ η φοβερή καταπακτή/ οι ποτάμιες ρίζες από πάντα»: Οι πρώτες λέξεις του ποιήματος πέφτουν με την αυστηρότητα βιβλικής εικόνας. Σε όλη την πορεία και το ταξίδι μέσα στη «Χώρα» οι εικόνες θα κρατήσουν την ουσία που πότε εκβάλλει στον κόσμο των Ιδεών και πότε στην γένεση των αισθητών. Το «Εδώ» και «από πάντα» είναι προσδιορισμός τοπικός και  χρονικός θεμελιωμένος  στην αιωνιότητα. Είναι μια κάθετη σχέση ουρανού και γης κι αυτή η κίνηση  κατάβασης θα ανανεωθεί και στη συνέχεια, όπως θα δούμε μέσα στο έργο. Η κατάβαση γίνεται εξόρμηση, τολμηρή εξερεύνηση αρχέγονων κόσμων, εξελίσσεται σε περίλαμπρη ανάβαση, οδηγεί σε μυστικές ανεμόσκαλες.

Αμέσως ακολουθεί  η Παρουσία. «Ανύποπτη έρχεσαι …» Αινιγματική και διαρκής θα διατρέχει όλη τη σύνθεση και θα παραμένει πάντα απροσδιόριστη. Το αίνιγμά της φανερώνει και κρύβει πολλά πρόσωπα, δηλώνει το φως του Έρωτα και μόνο.

Η  «Χώρα» του ποιητή πρέπει να διατηρήσει την απροσδιοριστία από την αρχή ως το τέλος, αφού αυτή είναι και η ουσία της,  ταυτόχρονα όμως  ο ποιητής πρέπει  να καταστήσει τον αναγνώστη κοινωνό του έργου. Ο διάπλους της κερδίζεται όχι μόνο από τις ενότητες στις οποίες τρόπον τινά χωρίζεται το έργο χωρίς και να τεμαχίζεται η ροή του αλλά και από κάποια δομικά σημεία του έργου.

Από την εκκίνηση του «Εδώ» και «από πάντα» ο ποιητής συνοδοιπορεί με τον αναγνώστη φροντίζοντας να μοιραστεί μαζί του τα αναγκαία σημεία προσανατολισμού. Μια βουνοπλαγιά της Κύπρου. Η θράκα του Όμηρου, η  Έλλη η αβύθιστος φρεγάδα, η Ίος, ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, ο Κωνσταντίνος Καρυωτάκης, ο λαιμός του Βαγορή, ο Ψαραντώνης και ο Λιστ. Οι εκκλησίες των αγίων Ιακώβου, Κασσιανού και  Λουκά, ο Πενταδάκτυλος, η Ρηγαίνης η Σούτσου, η Τεμπών η Πενταδακτύλου. Ο Μίλτος, ο Νίκος, ο Γιώργος, ο Άγγελος, ο Κώστας. Προύσα, Σμύρνη, Αϊβαλί. Μπόμπι Σαντς. Οκτωβριανά, η Ελληνική επικράτεια πτωμάτων 6 και 7, 7και 4.

Τα σημεία προσανατολισμού σε καμιά περίπτωση δεν επιβάλλουν την ιστορικότητα ως ένα βάρος  σε ένα άκρως ποιητικό έργο. Αντίθετα  διευκολύνουν τον αναγνώστη να συλλάβει την κίνηση, που μετατοπίζεται σε έναν κυκλικό στροβιλισμό από τον φλοιό ως το μεδούλι του χρόνου και από τόπους και πρόσωπα ως τις εκβολές της Πλατωνικής Χώρας.

Ένα άλλο δομικό στοιχείο, που λειτουργεί ως στέρεο σκοινί και αρμός στο έργο, είναι η πορεία ενός παράξενου πλήθους. Στη σελίδα 25, στο σημείο δηλαδή, όπου  ο ποιητής ανανεώνει την κατάβαση ενός πλήθους από μια καταπακτή προσδιορισμένη σε «δύσεργα χρόνια.»  Μιας στρατιάς ερωτευμένων. Ερωτευμένοι της ζωής,  της γυναίκας, της πατρίδας, των αγώνων, της απόρθητης και αιώνιας νιότης, της άσβεστης επιθυμίας.

Στη δεύτερη ενότητα πυκνώνουν τα σημεία προσανατολισμού. Ίσως επειδή οι ποιητές πάντα γνωρίζουν τον κίνδυνο. Ίσως επειδή και ζώντες  και ερωτευμένοι, δοκιμάζουν τη λύπη του θανάτου. Γνωρίζουν πότε χρειάζονται τη μνήμη, παυσίλυπο βότανο.  Είναι εκπληκτικό πόσο σωτήρια λειτουργούν, ως ραχοκοκαλιά μέσα σε μια ρευστή ύλη, τα ονόματα τόπων και ανθρώπων, των δρόμων και των εκκλησιών, της Πράσινης Γραμμής,  ιστορίες όπως αυτές του πρόσφυγα του 22 ή του Νότη στον «Άνεμο».  Έχω την αίσθηση πως μια τέτοια ευφυής σύλληψη ως προς την οργάνωση της ποιητικής ύλης έχει τη ρίζα της μεταξύ άλλων και στην ανταπόκριση του ποιητή σε κάποιου είδους  υπαρξιακή ανάγκη.

Η Επιθυμία πυρφόρος και ανεξάντλητη διαπερνά στίχο με στίχο και συνέχει το ποιητικό σώμα, την ύφανση μιας κοσμογονίας. Μέσα σε χρώματα, μουσικές, χυμώδεις κυψέλες του Χρόνου όπου το παρόν και το μέλλον ετοιμάζει το φως, τα κεριά της μνήμης λιώνουν κι ανταλλάζουν ουσίες, υψώνουν ανεμόσκαλες σε ουράνιους θόλους και κατεβαίνουν σε υπόγειες θεμελιώσεις ιστορίας. Ο Έρωτας είναι παλμός διαρκής. Το κέντρο του είναι στην καρδιά του ποιητή και στη «Χώρα» του. Είναι παλμός Γυναίκας- Πατρίδας, μεταφέρεται  στον Τόπο και στη Φύση, στην συντριπτική Ιστορία και στον Άνθρωπο, στην άβυσσο της μνήμης και στα χιλιοπατημένα χνάρια του πολιτισμού. Μεταφέρεται στο ρυθμό της Γλώσσας που τραγουδά με χαρά και με πένθος την κοσμογονική δύναμη της Επιθυμίας, του Έρωτα σε όλες τις εκφάνσεις του, σε όλους τους αναβαθμούς.

« Θυμάμαι που να αγαπάω σήμαινε

 να μένω ατάραχος

να με αποσβολώνει το θαύμα ναού

με τ’ αετώματα που σχηματίζαν

τα χέρια σου

κι ύστερα ν’ αποκοιμιέμαι

στην άκρη των ματιών σου

όπου, όποιος πεθαίνει, ξαναζεί

απ’ την από δω μεριά

ολόκληρος

και από την άλλη, πάλιν, εισχωρεί

παρείσακτος ως την αθανασία

Χώρα μου, είσαι

Μ΄ ένα υπέργειο φως με τύλιξαν

Κι ήταν σαν να με πύρωνε ο Ισημερινός

δέκα ηπείρων

που αδειάζει στο κορμί

όλο τον ίλιγγο

και τη δίψα.»

Μια παρουσίαση δεν μπορεί να καλύψει τα πάντα ούτε καν όλα τα σημαντικά στοιχεία για ένα βιβλίο όπως αυτό. Ο Χρόνος και η Γλώσσα για παράδειγμα ανήκουν στη θεματική του έργου. Θα προκαλέσουν σίγουρα το ενδιαφέρον για ξεχωριστές συζητήσεις και αναλύσεις. Ο ακύμαντος χρόνος του «από πάντα» σαλεύει στο κέλευσμα της μνήμης σαν κέλευσμα μοίρας. Απολιθώνεται στη «λύπη μιας κομμένης Καρυάτιδας», «σαρκοβόρος σαρκοφάγος αφήνει ολάνθιστη τη σκουριά της αγάπης και ό,τι μένει από την αρχέγονη παραφορά της επιθυμίας είναι σαν ένα δαμάσκηνο , είναι αφάγωτο από το χρόνο.» Άκλιτο κέλευσμα και αναπόδραστος ο χρόνος.

Παρακάμπτοντας το μεγάλο θέμα Γλώσσα, και αν σταθούμε μόνο στη γλωσσική μορφή του έργου,  δεν μπορεί παρά να εκφράσουμε το θαυμασμό μας για τη γλυπτική της και τον γλύπτη. Οι στίχοι, φορτίο από πνεύμα και ύλη, σπινθηρίζουν. Εικόνες και μεταφορές ανίδωτες και πρωτάκουστες υποχρεώνουν τις αισθήσεις μας να τεντωθούν σε μουσικές ανήκουστες.

Το τελευταίο μέρος του έργου τιτλοφορείται «Έξοδος». Ο τίτλος είναι μια υπόμνηση στην αρχαία τραγωδία. Όπως ο θεατής έτσι και ο αναγνώστης κλείνοντας το βιβλίο χρειάζεται ένα στοχασμό, που θα ακουμπήσει τα συναισθήματα του με έναν ανακουφιστικό τρόπο. Η έξοδος στην ποιητική σύνθεση του Μιχάλη Παπαδόπουλου  αναδιπλώνεται σε τρία μέρη. Η σκουριά της αγάπης  κι η φθορά. Ανέλπιδη είναι και η  ομορφιά. Η γλώσσα αδυνατεί να την σώσει κι εγκαταλείπει τον ποιητή. Ακολουθούν στίχοι ως απολογία και υπεράσπιση του ποιητικού αγώνα και του ίδιου του ποιητή, της πορείας και του  μόχθου του.  Ο τελευταίος χαιρετισμός απευθύνεται στις λέξεις. Δεν είναι γλώσσα πια. Βουλιάζει στην παντοδυναμία του χρόνου και υποχωρεί στην α-ορατότητα και στο ανείπωτο, στην α-δυνατότητα  να ιδωθούν και να ειπωθούν τα πάντα. Ασύνορος η μνήμη, το σύνορο της των πάντων θέασης συντριπτικό, αποκαλυπτικό της φθοράς και του θανάτου, υπολειπόμενος πάντα ο λόγος. Όμως «τι υπέροχα ανάγλυφα στις μετόπες του ανείπωτου» λάμπουν και πάλι όλα μέσα στη Χώρα, παρόλη τη μελαγχολία του ποιητή.

Το έργο του Μιχάλη Παπαδόπουλου είναι ένας ποταμός που ρέει ανάμεσα σε κορυφές ογκόλιθους της λογοτεχνίας όπως ο Σαιντ Τζων Περς και ο Ρίλκε για λόγους που από το βήμα μιας παρουσίασης δεν μπορώ να τεκμηριώσω. Μόνο συνοπτικά να πω ότι έχει ισάξιες ποιότητες  στη γλώσσα, στην έκταση της φωνής, στη δύναμη της πνοής, στο βάθος της σύλληψης κι εξερεύνησης των θεματικών του.

Αν θα δινόταν ένας συνοπτικός υποτιτλισμός του έργου θα ήταν «Η Επιθυμία. Η εκπληρωμένη Επιθυμία που παραμένει Επιθυμία.» Διατρέχει μια χώρα, όπου ο έρωτας ανθίζει σε όλες τις εκφάνσεις του και βασιλεύει πέρα από τις στάχτες μιας ολοκλήρωσης. Αυτή η ζείδωρος δύναμη είναι ένα θαύμα. Αν έπρεπε με μια λέξη να συνοψίσουμε το ποιητικό κατόρθωμα του Μιχάλη Παπαδόπουλου είναι κι αυτή δική του λέξη: Θελξιμέλεια. Μπορείς  μέσα σε έντεκα  φθόγγους να ακούσεις τη μελωδία της «Χώρας».

 

 

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.