Με μια λιτή, συνταρακτική ποιητική συλλογή, 21 ποιημάτων, μας πλούτισε και πάλι η Φωτεινή Βασιλοπούλου. Ο ευρηματικός τίτλος της παίζει με τις λέξεις «περί και ποιήτρια νύχτας», ο οποίος παραπέμπει, κατά τη γνώμη μας, αφενός σε φροντίστρια ασθενών στη διάρκεια της νύχτας, και αφετέρου στην ίδια την ποιήτρια. «Περί ποιήτριας», λοιπόν, που γράφει νύχτα και μοιάζει να παρακολουθεί άγρυπνα, ως αόρατος αφηγητής/παντογνώστης,τις δραματικές ώρες αρρώστων, την αγωνία ζώντων, αλλά και νεκρών. .
Η ποιητική συλλογή αφιερώνεται στη μνήμη της μητέρας της, ενώ εισάγεται ως μότο, στο ύφος της συλλογής, ένα χαρακτηριστικό ποίημα της Μαρίας Λαϊνά. Ακολουθεί το εισαγωγικό ποίημα Περιποιήτρια νύχτας, που τιτλοφορεί τη συλλογή, με έντονα μεταφορικό λόγο και χρήση λέξεων ιδιωματικών (π.χ. ξελάζωμα, λογγώσει). Το ποίημα μάς εισάγει σε ένα ζοφερό κλίμα (μάλλινο σκοτάδι, μαύρο πρόβατο, κακόνειρο, καχεκτική ελπίδα, τύψεις, ζιζάνια, κρεμασμένες θηλιές, δύσκολοι καιροί, βάτα, ν’ αποκλειστεί το τούνελ που οδηγεί το φως, μέχρι κι ο παράδεισος έχει λογγώσει), σε μια βουβή εποχή, όπου ελλοχεύει ο κίνδυνος πνιγμού, και μας προετοιμάζει για τη σκοτεινή ατμόσφαιρα των τριών ενοτήτων που θα ακολουθήσουν.
Η πρώτη από τις τρεις ενότητες της συλλογής, με τον συμβολικό και σαρκαστικό τίτλο, Γηροκομείον η Τροία και, κάτω από αυτόν, μια ασπρόμαυρη φωτογραφία μπαλκονιών που αποπνέει εγκατάλειψη και θλίψη, περιλαμβάνει οκτώ ποιήματα. Ποιήματα συγκλονιστικά που αναφέρονται στην αρρώστια, αλλά και στη θλίψη, την αποξένωση, και την εγκατάλειψη των γερόντων από τους οικείους τους. Οι κλινικές και τα γηροκομεία είναι συνήθως αποθετήρια ψυχών, άχρηστο βάρος πια οι γονείς για τους νεότερους απογόνους. Συνειρμικά θυμόμαστε την εξαιρετική κινηματογραφική μεταφορά από τον Sydney Pollack του βιβλίου «Σκοτώνουν τα άλογα, όταν γεράσουν» (They Shoot Horses, Don’t they?1935) του Horace McCoy.
Τα πέντε από αυτά τα ποιήματα έχουν στους τίτλους τους ονόματα αρχαίων και κυρίως ομηρικών ηρώων από την Ιλιάδα(π.χ.Πεζόδρομος Αριστομένους, Ο Αινείας στον ΕΦΚΑ, Αχίλλειος πτέρνα, Ανδρομάχη Ξυπολύτου, Αστυάναξ), όχι όμως σε δόξα, αλλά σε έκπτωση, παρακμή.Από τον ειρωνικό τίτλο της ενότητας ως τους τίτλους με τα ονόματα των ηρώων, παρατηρούμε μια απομυθοποίηση, μια αποκαθήλωση από το βάθρο του ηρωικού, στη μιζέρια και τα βάσανα της καθημερινότητας. Έτσι ο πεζόδρομος με το όνομα του Αριστομένη, ήρωα των μεσσηνιακών πολέμων κατά της Σπάρτης, τον 7ο π.Χ., είναι ένας δρόμος θλιβερός: «Φαντάσματα παραφυλάνε, μια ταμπέλα ξεχαρβαλωμένη θρηνεί μεταλλικά, γλίτσα η απόγνωση, θλίψη η πλατεία, στο μπαλκόνι του κουρασμένου νεοκλασικού μια ηλικιωμένη, που ψάχνει τον Εκτοράκο, τον Έκτορα, το κοκαλιάρικο αδέσποτο, που αλυχτά βουβά τα περασμένα κλέη, κρεμά σακούλες πλαστικές, για να ξορκίσει τη σιωπή». Ο Αινείας, άνεργος οικοδόμος, αμόρφωτος, με τον γέρο πατέρα του στην πλάτη, πηγαίνει στον ΕΦΚΑ, για να ζητήσει επίδομα αναπηρίας.Το δίκιο τον πνίγει, ζητά επιμόνως να δει τον διευθυντή ή και τον υπουργό ακόμα, αν χρειαστεί. Ο μπάρμπα Αχιλλέας, παρά τα ογδόντα πέντε χρόνια του και το ζάχαρο που τον τσάκισε, δε γονατίζει σε κανέναν αρχηγό -άλλωστε πώς; Με τα κομμένα απ’ το γόνατο τα δυο του πόδια-. Απαιτεί γλυκό καφέ, λουκούμι, γλυκάκι περγαμόντο «κι ας πάνε στον διάβολο ο διευθυντής, η Πυθία και οι χρησμοί και η πτέρνα», όπως δήλωσε στον κολλητό του με «μήνιν». Ο ήρωας της καθημερινότητας, Αχιλλέας, ταυτίζεται, μέσω της ομηρικής λέξης, με τον ήρωα της Ιλιάδας. Η Ανδρομάχη Ξυπολύτου(ιδιαίτερα εύστοχο το σαρκαστικό επίθετο που συνοδεύει το διάσημο όνομα της γυναίκας του Έκτορα),«καθηλωμένη στο καρότσι, σαν κουφάρι τζίτζικα», παραπονιέται ότι τις έκλεψαν τα παπούτσια της και πώς θα πάει ξυπόλυτη στο πανηγύρι; Ο ανοϊκός Αστυάναξ (γιος του Έκτορα και της Ανδρομάχης στο ομηρικό έπος) ζητάει, κλαίγοντας γοερά τη μαμά του, μπερδεύει τη νεαρή γιατρό με τη μάνα του κι εκείνη ευαίσθητη, όπως είναι, δεν καταφέρνει να του περάσει το λεβάιν απ’ τη μύτη. Το ποίημα αυτό είναι ένα από τα πιο σπαρακτικά της ενότητας, όπως και το Oenanthecrocata (σελ. 20), με τον γέρο που σκαλίζει το αμπέλι του και ετοιμάζει τον τάφο του, παρατημένος από τα τέσσερα παιδιά του, καθώς και το τελευταίο ποίημα της ενότητας, Επί πτίλων νυχτερινών, όπου η Φ.Β. υποστηρίζει με θέρμη πως η ποίηση γράφεται στο ξενύχτι των νοσοκόμων, με τα θερμόμετρα, τις σύριγγες, την αντιβίωση, τις μονάδες ινσουλίνη. «Ανάμεσα στους στίχους δεν επαίρονται παγόνια/δε φτεροκοπάνε κύκνοι παρά/πάπιες κοψόφτερες, κλύσματα, οροί, λεβάιν». Και πως καμιά Σύλβια Πλαθ ή Έμιλι Ντίκινσον δεν μπορεί να συγκριθεί με τη νοσοκόμα που «χύνει την παυσίπονη ένεση στη φλέβα του ασθενή, στη νυχτερινή βάρδια στις δύο τα μεσάνυχτα». Σε όλη την ενότητα κυριαρχεί ο μεταφορικός λόγος και οι ζοφερές εικόνες της εγκατάλειψης, της τραγικότητας και της ανείπωτης θλίψης. Μερικά παραδείγματα: Φυσάει θλίψη, θρηνεί μεταλλικά, γλίτσα η απόγνωση, κουρασμένου νεοκλασικού, λίμνη, ποτάμι το δίκιο του, μεθαύριο έχει να χτίσει τη Ρώμη. κούρβουλο το κορμί, έχει γύρη από ογδόντα άνοιξες, θερίζει ο χάρος, ξεπετσιάζουν τον δράκο της αγρύπνιας.
Η δεύτερη ενότητα με τον μεταφορικό, αλλά και δηλωτικό του θανάτου τίτλο, Στάζει νύχτα, περιλαμβάνει έξι ποιήματα. Και εδώ, κάτω από τον τίτλο, υπάρχει η ασπρόμαυρη φωτογραφία μιας γυμνής κούκλας από βιτρίνα ίσως κάποιου επαρχιακού καταστήματος, που προκαλεί θλίψη. Τα ποιητικά υποκείμενα στα τρία πρώτα ποιήματα, Κούκλα τέλους, Ο θρόμβος, Πληγή, μοιάζουν ζωντανοί –νεκροί, ενώ οριστικά νεκροί εμφανίζονται στα τρία επόμενα: Απογευματινός περίπατος, Σάπιο μήλο, SOS. Τα ποιήματα συγκλονίζουν με τη ρεαλιστική, ωμή γλώσσα της σκληρής πραγματικότητας, όπου ο εγκαταλειμμένος άρρωστος άνθρωπος καταντά μια άψυχη, άφωνη κούκλα: «η κούκλα δε μιλά δεν κλαίει δεν κοιμάται»,«στην ελεημοσύνη ξένων/γυναικών παραδομένη». Πολύ ενδιαφέρον το παιχνίδι με τα ρηματικά πρόσωπα που εναλλάσσονται στη δεύτερη στροφή (σελ. 30) του ποιήματος, Κούκλα τέλους: «γίνεται αόρατη», «γίνεσαι αόρατη», «νομίζει δεν τη βλέπεις», «νομίζεις δε σε βλέπει», ένα κρυφτούλι ανάμεσά τους. Η αφιέρωση στο πρώτο αυτό ποίημα σε Γεωργιανή φροντίστρια, αλλά και η αναφορά σε Γεωργιανή επίσης φροντίστρια και στο δεύτερο ποίημα Ο θρόμβος, δείχνει καθαρά πως τη φροντίδα των αρρώστων έχουν αναλάβει πια ξένες γυναίκες, που μιλούν μια άγνωστη γλώσσα,ενώ τα παιδιά μένουν αμέτοχα ή μακριά από το δράμα των γερόντων, άρρωστων γονέων.
Και σ’ αυτήν την ενότητα ο λόγος είναι κατεξοχήν μεταφορικός: «Έχεις ένα τρίγωνο στόμα, ράμφος νεοσσού/. Πεινάς το μητρικό γάλα της μέρας/διψάς{…}για ακόμα ένα κομμάτι ουρανού/στην ερημία των ανθρώπων/{…}διψάς για λίγο λόγο ύπαρξης ακόμη», (Ο θρόμβος, σελ.31). «Έχω μια πληγή./Χωράει μία άνθρωπο/{…}Εγκυμονώ μια προσδοκία θανάτου/{…}Έχω μια πληγή, μία τεράστια πληγή/Ώρες ώρες/νιώθω χωρά όλον τον κόσμο» (Πληγή, σελ. 32). «η γυναίκα του πιο θάνατος/πιο νύχτα», (Απογευματινός περίπατος, σελ. 33).
Η τρίτη ενότητα, Ύπαιθρος λήθη, περιλαμβάνει επίσης έξι ποιήματα, όπου και πάλι πρωτοστατούν ο θάνατος και η αρρώστια, στην ύπαιθρο αυτή τη φορά, γι’ αυτό και παρατηρούνται πολλές ιδιωματικές λέξεις, όπως: σκαφίδι, ντώνει, ψάνες, κουκούδι, κουλουπωμένοι, μπρίσκαλα, μπουρνέλες, ξεπάντουλα, κατσούλες, σκαρίσαμε, μπιντόνα, μαρμακιασμένες, λούμωξε, σιγαλιασμό, κουτρούληδες, που η σημασία τους δίνεται στις Σημειώσεις.Όπως και στις προηγούμενες ενότητες, έντονος είναι και εδώ ο μεταφορικός λόγος: τα άσπρα της μαλλιά χιονίζουν χρόνια, Τα στήθη ξεφουσκώνουν απ’ τα βάσανα, Ζυμάρι και χυνόταν από το καρότσι το παιδί, βουβοί τραβούν κατά την ημερήσια πίκρα, Έχω ν’ ακούσω τον εξάψαλμο, πριν γίνει δηλητήριο η πίκρα. Και στην ενότητα αυτή, κάτω από τον τίτλο της, υπάρχει μια θλιβερή ασπρόμαυρη φωτογραφία που εικονίζει μια αναποδογυρισμένη και κατεστραμμένη φτηνή καρέκλα, πεταμένη σε κάποια αγριόχορτα. Να σημειώσουμε εδώ ότι όλες αυτές οι εικαστικές επιλογές, στην αρχή κάθε ενότητας, όπως και οι εικόνες του εξώφυλλου και του οπισθόφυλλου, που συμβολίζουν τη φθορά και την εγκατάλειψη, οφείλονται στην ίδια τη Φ.Β.
Το πρώτο ποίημα της ενότητας, Αλησμονεί και χαίρεται (σελ. 39), με τα ρηματικά πρόσωπα όμως σε τρίτο ενικό,παραπέμπει στο δημοτικό τραγούδι «Αλησμονώ και χαίρομαι» και αφιερώνεται σε κάποια θεία της ποιήτριας που, όπως φαίνεται από τις χρονολογίες θανάτου, έφυγε την ίδια χρονιά με τη μητέρα της Φ.Β. Το δεύτερο ποίημα, Κουκούδι, που στην ντοπιολαλιά σημαίνει εγκεφαλικό, αναφέρεται στη λειτουργία της μνήμης, όπως οι μαντλέν στο Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο. Τα παιχνίδια και οι φωνές των παιδιών, στην πρώτη στροφή, εκνευρίζουν μια γειτόνισσα. Στη δεύτερη στροφή, ο ξαφνικός θάνατός της από εγκεφαλικό, προκαλεί φόβο και τύψεις στα παιδιά, μήπως έφταιγαν για το κακό και κρύβονται ως αργά το απόγευμα, «όταν είχε διαλυθεί το λιβάνι».Η λέξη όμως λιβάνι περιέχεται και στο νέο άρωμα που δοκιμάζει στο φαρμακείο το ποιητικό υποκείμενο, και ανακαλεί στη μνήμη του, το περιστατικό των παιδικών χρόνων, με το εγκεφαλικό της γυναίκας, το λιβάνι και τις τύψεις για τον θάνατό της, όπως στο Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο του Προυστ η γεύση της μαντλέν ανακαλεί στη μνήμη του ήρωα αναμνήσεις της παιδικής του ηλικίας.
Ωστόσο, στην ενότητα αυτή που, όπως αναφέραμε, κυριαρχεί και πάλι η αρρώστια και ο θάνατος, τα δύο τελευταία ποιήματα, Βίοι παράλληλοι και Υπέρ αναπαύσεως (σελ. 44-45, 46-47) έχουν ένα πιο ανάλαφρο ύφος, σε σχέση με τα προηγούμενα. Στο Βίοι παράλληλοι οι δυο συνυφάδες, είκοσι χρόνια χήρες και με προβλήματα υγείας, ξεχνιούνται «οι ξεπάντουλες» με την πολυλογία τους στο τηλέφωνο και δεν θυμήθηκαν να λιβανίσουν. Έτσι, «Δε θα’ χουνε σιγαλιασμό οι κουτρούληδες /μερονυχτίς στο χώμα». Στο ποίημα αυτό οι νεκροί έχουν τις επιθυμίες, τα συναισθήματα και τις συνήθειες των ζωντανών, όπως και στο τελευταίο ποίημα της ενότητας, Υπέρ αναπαύσεως. Εδώ σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση το ποιητικό υποκείμενο στις δύο πρώτες στροφές που αρχίζουν με το αντιθετικό «αντί», «Αντί να βράσω δυο σπυριά σιτάρι{…} αντί να αγωνιώ αν θα’ ναι όμορφος ο δίσκος προτάσσει ένα έντονο «εγώ πάντα ξεχνώ τα Ψυχοσάββατα» και με χαριτωμένο τρόπο εξηγεί στη δεύτερη στροφή ότι προτιμά να βάζει μόνο τα μικρά ονόματα των νεκρών στα διηγήματα και στα ποιήματά της, για να μην προκαλεί τον φθόνο των άλλων νεκρών και τους κάνει «ν’ αναρωτιούνται όλοι οι Γιώργηδες /οι Γιάννηδες του Κάτω Κόσμου/οι Θοδωρήδες, οι Μαρίες όλες /Μήπως αυτός που αναφέρει είμαι εγώ;/{…}Για μένα λέει τελικά./Όχι, για μένα λέει/».
Η ποιητική συλλογή της Φ.Β. με τις ζοφερές εικόνες της αρρώστιας, της εγκατάλειψης και του θανάτου, είναι πέρα για πέρα αυθεντική και ανθρώπινη. Καταπιάνεται με τα σημαντικότερα προβλήματα που βασανίζουν τον άνθρωπο από την αρχαιότητα ως τις μέρες μας και μάλλον θα τον βασανίζουν εσαεί. Κάθε ποίημα αναπαριστά με ευαισθησία μια ολόκληρη ανθρώπινη ιστορία. Ο λόγος της είναι λιτός, δωρικός, όπως αρμόζει σε τέτοιες δραματικές καταστάσεις. Είναι διάστικτος από ιδιωματικές λέξεις, με τις οποίες όμως συχνά συνυπάρχουν και πολλές λόγιες, κάποιες αρχαίες και εκκλησιαστικές φράσεις. Δίνω κάποια παραδείγματα: νομήν ύδατος, πόες, «Εμποροραφείον – Άμφια ιερατικά», δαμόκλειος σπάθη, εις μνήμην, ληξιπρόθεσμες οφειλές, Τι τηνικάδε αφίξαι, ω γήρας;, αρχόμενη άνοια, Αχίλλειος πτέρνα, μήνιν, συντετριμμένες ελπίδες, Επί πτίλων νυχτερινών, στάγδην, δεν ετέθη, επαίρονται, θρόμβος, πολφός αίματος, υπέρ αναπαύσεως, κ.ά.
Η ποιητική συλλογή της Φ.Β, προβληματίζει με την επιλογή των θεμάτων της, αφυπνίζει συνειδήσεις, συγκινεί βαθιά. Είναι φανερό, από τον ανθρώπινο τρόπο που τους προσεγγίζει, ότι η ποιήτρια συμπάσχει με τα βάσανα των ηρώων της. Νομίζω πως το καταληκτικό τρίστιχο του ποιήματος Πληγή (σε. 32) την αντιπροσωπεύει πλήρως:
«Έχω μια πληγή, μία τεράστια πληγή.
Ώρες ώρες
νιώθω χωρά όλον τον κόσμο».
Ελένη Λόππα
