You are currently viewing Ελένη Πριοβόλου:  Κώστια Κοντολέων,  Η Ίμα στην ville  d’ Arvay. Εκδόσεις Στιγμός.

Ελένη Πριοβόλου:  Κώστια Κοντολέων,  Η Ίμα στην ville  d’ Arvay. Εκδόσεις Στιγμός.

Τα διηγήματα της Κώστιας Κοντολέων μού πρόσφεραν  μεγάλη αναγνωστική συγκίνηση. Αν η καλή λογοτεχνία γίνεται εαυτός και συνείδηση, τούτα τα διηγήματα κατάφεραν να αισθητοποιήσουν το περιεχόμενό τους και να τα οικειωθώ με όλες μου τις αισθήσεις. Ήπια και  χωρίς σκληρές περιγραφές, αλλά με χειρουργική ακρίβεια, η Κώστια ανοίγει τραύματα, επουλώνει πληγές, θωπεύει μνήμες, ξεσκονίζει παλιές εικόνες ζώντων και τεθνεώτων και ανασύρει μέσα από τα κατακάθια της μνήμης αποστήματα ζωής, κυρίως ανολοκλήρωτης.

«Ασύμμετρο παιχνίδι» και μια Μαρία που ιδιοποιείται τη ζωή μιας άλλης γυναίκας, άγνωρη η ίδια του πάθους και καταδικασμένη να ζει μια άχαρη ζωή σε ένα άσχημο εκμαγείο. Για να σπάσει την ανία της εισβάλλει κρυφά σε αλλότρια ζωή, εμμονικά θα έλεγα, μέχρι που ταυτίζεται με εκείνη, την όμορφη, την ερωτική, την ποθητή.

Σκέψη αρρωστημένα ερεθιστική, ίσως και γι’ αυτό την κατακυριεύει. Η παρακολούθηση της γυναίκας γίνεται πια συστηματική. Μαθαίνει τις ώρες που η άγνωστη του απέναντι διαμερίσματος φεύγει από το σπίτι, τις ώρες που γυρνάει. Καταγράφει σχολαστικά τον τρόπο που ντύνεται, τον τρόπο που περπατάει…

Ακολουθεί ένα δείπνο πολύ ιδιαίτερο με ανασύσταση παλιών οικογενειακών στιγμών, με τα καλά σερβίτσια σε παρέλαση, ένα Σάββατο, όχι όμως  ένα οποιοδήποτε Σάββατο, αλλά των Ψυχών… Το δείπνο είναι ένα διήγημα γεμάτο σπαράγματα και αλύτρωτο πόνο.

Στράφηκε στη Λεμονιά. «Την προστασία της μάνας ανέθεσες στην αδελφή σου, πόσο αφελής, δεν έβλεπες ή δεν άντεχες να δεις τα σημάδια της κακοποίησής της πάνω στο σώμα μου». Την άκουσε να ψελλίζει. «Δεν ήξερα, πίστεψέ με, δεν ήξερα… Έπρεπε να δουλέψω…» Την κοίταξε. «Έπρεπε να ξέρεις της είπε. Μάνα ήσουνα».

Στέκομαι στις στοιχειωμένες νύχτες κάποιων παιδικών χρόνων με μόνη παρηγορία το ταξίδι στα βάθη της ζούγκλας μέσα από ένα εικονογραφημένο ανάγνωσμα και ένα τούλινο φουστάνι που το βλέπει να καίγεται όμορφά. Όμως ποιος το βλέπει; Ο άντρας ή το αγόρι; Ένα διήγημα με δυσδιάκριτα τα όρια ανάμεσα στο φανταστικό και το πραγματικό.

Στο βιβλίο ακούς τα φυλλομετρήματα παλιών λευκωμάτων που περπατούν τη ζωή αντίστροφα και τα βήματα κάνουν στάσεις στα σημαντικά και ασήμαντα της ζωής, Απολογισμοί, φόβοι, ενοχές ψευδαισθήσεις. Η σκληρότητα της φαινομενικά τρυφερής παιδικής ηλικίας. Η στερεότυπη εκπαίδευση βασισμένη στο τρίπτυχο «πατρίς, θρησκεία, οικογένεια» και ο πατέρας απών στο νησί που το λεν Μακρόνησο. Η ηρωίδα αποσυνάγωγη της μαθητικής κοινότητας αναγκάζεται να υποδύεται ρόλους να ψάχνει για ταυτότητα, να δηλώσει επάγγελμα πατρός, ανάμεσα στα επαγγέλματα των άλλων πατεράδων με το δεύτερο συνθετικό «έμπορος». Έπρεπε να βρει και αυτή ένα ανάλογο επάγγελμα. Ο δικός μου ο πατέρας κυρία είναι σωματέμπορος. Πικρό, αληθινό, επώδυνο.

Κατά τη διάρκεια μιας μετακόμισης, ανασύρονται παλιά τετράδια, μπλε κορδέλες, φιόγκοι μαλλιών και ξεθωριασμένες ταυτότητες. Και εδώ στη θέση του πατρικού επαγγέλματος υποδηλώνεται η απουσία καθώς αναγράφεται, επάγγελμα πατρός «Ορφανή». Μια μετακόμιση χαμένη στη σκόνη του χρόνου ή το σφαγείο των αναμνήσεων.

Η κόρη της  στέκεται μπροστά της ανυπόμονη, «πάλι ξεχάστηκες ανασκαλεύοντας τις αναμνήσεις σου; Αυτές θα μείνουν εδώ, δεν χωράνε στο καινούριο σπίτι. Έλα, σήκω, πρέπει να φύγουμε, έχουμε τόσα να κάνουμε κι ο χρόνος  τρέχει και μας ξεπερνάει…»  

Ευρηματικότατο η πασαρέλα πηλού, όπου σώματα γερασμένα, καταπατημένα και αλλοιωμένα από τον αδυσώπητο χρόνο, βρίσκουν ομοιογένεια μέσα στο εκμαγείο λάσπης των ιαματικών λουτρών σαν σε εργαστήριο γλυπτικής μιας αλλοπρόσαλλης εικαστικής άποψης.

Κατέβαιναν χωρίς αιδημοσύνη, χωρίς φόβο, ιέρειες θαρρείς μιας τελετής, ενός λουτρού, που θα έσβηνε τις όποιες ενοχές των σωμάτων τις είχε φορτώσει ο ανάλγητος χρόνος.

Στη «φοβερή προστασία» η μικρή ηρωίδα λαμβάνει ένα κιρκινέζι ως αντάλλαγμα για να αποσιωπήσει τον βιασμό της. Εκεί κάπου, ένα καλοκαίρι στην επαρχία, μέσα στο ημίφως μια ανεγειρόμενης οικοδομής, στη μυρουδιά της υγρασίας που αποπνέει το φρέσκο μπετόν, μια κοκκινοσκουφίτσα πέφτει θύμα μιας αγέλης λύκων. Και ύστερα; Ύστερα πρέπει να θυμηθεί πως βρέθηκε το μεγάλο πουλί στα χέρια της. Μια αλληγορία σπαρακτική.

Δεν είναι καθόλου τυχαίο που η Κώστια Κοντολέων επέλεξε την ιστορική μέρα της προσσελήνωσης για να τοποθετήσει το αφήγημα «Θα μείνω, μόνο λέει». Ένας νάρκισσος εαυτός προβάλλει το υπερεγώ του, υπέρμετρα χωρίς καμία αίσθηση της μικρότητάς του μπροστά στο σύμπαν. Φτάνει όμως μια ευάλωτη στιγμή για να κονιορτοποιηθεί ο νάρκισσος εαυτός και να αποκτήσει συνειδητότητα.

Κι αυτή…. Αν όχι τώρα πότε; Αποφασίζει και τολμά τη μεγάλη ανατροπή, προτιμάει το κάλεσμα του έρωτα από το κάλεσμα της ελευθερίας, το κάλεσμα της σάρκας από το κάλεσμα της γνώσης. «Θα μείνω!» Μόνο λέει.  

Μια νέα αυλή των θαυμάτων κάπου στην πλατεία Βάθης, σε μιαν αυλή και δυο συνεχόμενες κάμαρες, με λιγοστό νερό και απλόχωρα όνειρα, με την πραγματική ζωή υποταγμένη στις συμβάσεις. Μα η ζωή του ονείρου δίνει φτερά να φτάσει η ταπεινή Αφρούλα να νομίζει πως είναι το ίνδαλμά της. Η Ίμα Σουμάκ. Όμως και για τα αδικημένα πλάσματα υπάρχει ένα μικρό περιθώριο ευτυχίας.

«Γιατί ζηλεύεις την Ίμα Σουμάκ; Εσύ πιο όμορφα τραγουδάς. Στη δική μας αυλή εσύ είσαι το αηδόνι!» Της είπε.  

Στις κούκλες δημιουργείται μια όμορφη φαντασιακή συνθήκη, μια ανάγκη συνομιλίας με τον έσω εαυτό, μια λυτρωτική συνομιλία, ένα σκηνικό με κούκλες του κάποτε και του τώρα, μια ιστορία νερένια και αέρινη συνάμα. Τρυφερή αλλά όχι συναισθηματική.

Το γαϊτανάκι των αφηγήσεων συνεχίζεται με ένα διήγημα που το διαβάσαμε εγκιβωτισμένο στο μυθιστόρημα της Κώστιας «Με λένε Άννα» όπου η Άννα, βιώνει στο νησί της, τη Λήμνο, την κόλαση της φωτιάς μέσα στο σινεμά και νιώθει πολύ κοντά το παγωμένο άγγιγμα του θανάτου. Έκτοτε η ζωή παρασύρει στο ρεύμα της όνειρα και ελπίδες. Μια οικογενειακή σάγκα φυγής και αέναου πένθους.

Όλα τα διηγήματα, κινούνται σε διαρκή ρυθμό ανάτασης και ύφεσης, ψυχικής έξαρσης και καταβύθισης.

Κτερίσματα μνήμης και ενδοσκοπήσεων, οδύνες ενός τοκετού από τον σκληρό δίσκο του εγκεφάλου στο διήγημα «Ο θείος Σάκης». Διαρκείς μεταμορφώσεις από την παιδική ηλικία μέχρι την ενηλικίωση. Και τα ψαλίδια να ανοίγουν δρόμους στη λήθη, και η λήθη πάντα θα αντιπαλεύεται τη μνήμη.

Τα λευκώματα και τα ημερολόγια, παίζουν κυρίαρχο ρόλο στην αφήγηση στην προσπάθεια αναζήτησης σεξουαλικής ταυτότητας , μέσα από τα πρώιμα εφηβικά ερωτήματα. «Τι εστί έρως», «Τι εστί αγάπη»… Η πορεία προς την ενηλικίωση, οι ανταρσίες του κορμιού, οι εξάρσεις των ορμονών, αποτελούν το κύριο συστατικό της εφηβείας. Όταν όλα τούτα καταπιέζονται στον γύψο του στερεοτύπου μιας θρησκευόμενης ζωής, γεμάτης απαγορεύσεις και ενοχές, η φύση θα βρει τρόπο εκτόνωσης όλου αυτού του ηφαιστειακού μάγματος. Επίσης ένα τέτοιο περιβάλλον είναι κατάλληλο να εκκολαφτεί ένας οιονεί παιδεραστής, βιαστής ή δολοφόνος. Γιατί οι εγκληματίες παντός τύπου δεν γεννιούνται. Εκπαιδεύονται μέσα στα έθη, της φαμίλιες και τους θεσμούς.

Φόβοι λοιπόν και ενοχές, πατικωμένα συναισθήματα, εγκλεισμοί και φαντασιώσεις, φαντάσματα και σπαράγματα μιας παιδικής ηλικίας που μας μοιάζει αθώα, αλλά πολύ απέχει από την αθωότητα. Μοιάζει τρυφερή, αλλά βλασταίνει μέσα στην σκληρότητα. Όλα τούτα αποτελούν τη μαγιά για τα υπέροχα διηγήματα της Κώστιας Κοντολέων. Ο συνδυασμός ρεαλισμού, σουρεαλισμού, οι κυματισμοί της γλώσσας και το υποδόριο χιούμορ, κάνουν την ανάγνωση απολαυστική.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.