You are currently viewing Ευάγγελος Ι. Τζάνος: ΘΥΜΑΜΑΙ ΠΩΣ ΤΟΝ ΑΓΑΠΟΥΣΑΜΕ ΟΛΟΙ

Ευάγγελος Ι. Τζάνος: ΘΥΜΑΜΑΙ ΠΩΣ ΤΟΝ ΑΓΑΠΟΥΣΑΜΕ ΟΛΟΙ

Θυμάμαι πως τον αγαπούσαμε όλοι. Ο κύριος Νεόφυτος. Είχε ένα μικρό μαγαζί κάτω από τη γέφυρα του τρένου, σε μια εσοχή, όπου πουλούσε μπαχαρικά. Περασμένης ηλικίας, ξερακιανός, λιγομίλητος. Κι από πού δεν έρχονταν να ψωνίσουν! Άφηναν το αυτοκίνητό τους έξω από το μαγαζάκι του και δεν έφευγαν χωρίς δύο τεράστιες σακούλες. Ακόμη κι αν δεν χρειαζόμαστε κάτι, περνώντας απ’ το μαγαζί, μπαίναμε να πούμε μια καλημέρα. Χωρίς διάκριση ηλικίας ή φύλου, ο κύριος Νεόφυτος έχαιρε της εκτίμησης ολονών μας. Ζούσε μόνος. Η μακαρίτισσα η γυναίκα του είχε φύγει χρόνια, ξαφνικά, παίρνοντας στους ουρανούς μιαν ευτυχισμένη ζωή και την επιθυμία να παντρέψουν την κόρη τους. Λίγα χρόνια μετά τον θάνατό της, η κόρη κανόνισε τη ζωή της στο εξωτερικό, αλλά ερχόταν πάντα τον Αύγουστο. Ο κύριος Νεόφυτος τον Αύγουστο το έκλεινε το μαγαζί του και πήγαινε στο χωριό του, στην πλαγιά ενός βουνού. Λυπόταν που δεν θα μας έβλεπε για έναν μήνα, αλλά κι εμείς βλέπαμε το μαγαζί κλειστό και μας ερχόταν άβολα. Μας καθησύχαζε, ωστόσο, το γεγονός ότι στο χωριό του θα έβρισκε τις ρίζες του. Την πρώτη Δευτέρα του Σεπτεμβρίου επέστρεφε με όρεξη και άνοιγε το μαγαζί του ξανά. Πόσο χαιρόμαστε! Χάριζε πάντα στα παιδάκια προσχολικής ηλικίας ένα στιλό για να μάθουν να γράφουν, κι αν είχες κάποιον άρρωστο στο σπίτι, σου έδινε ένα βοτάνι που θα τον θεράπευε. Σου το πουλούσε στη μνήμη της γυναίκας του. Στο καφενείο δεν πήγε ποτέ, αλλά κάθε Κυριακή πρωί πήγαινε στην εκκλησία. Εκεί τον έβλεπες ν’ ανοιγοκλείνει ανεπαίσθητα το στόμα του, σαν να ήξερε όλα τα λόγια απ’ έξω. Μια χρονιά το μαγαζί του την πρώτη Δευτέρα του Σεπτεμβρίου παρέμεινε κλειστό. Ο νους μας πήγε στο κακό. Μήπως αρρώστησε; Μήπως συνέβη το μοιραίο; Μάθαμε πως ήταν στο νοσοκομείο. Βάλαμε λυτούς και δεμένους για να κάνουμε την παραμονή του σ’ αυτό αποτελεσματικότερη. Η καθαρίστρια έκανε τον χώρο του ν’ αστράφτει. Ευτυχώς, δεν ήταν κάτι σπουδαίο. Χολή. Για την ηλικία του, όμως, ήθελε προσοχή. Αγωνιούσαμε σαν να ήταν ένας δικός μας άνθρωπος. Η καρδιά μας πήγε στην Κούλουρη. Ο παπάς τον μνημόνευσε στη Λειτουργία και ο εξωραϊστικός σύλλογός μας αποφάσισε να κάνει έναν άτυπο έρανο. Ξέραμε πως ο κύριος Νεόφυτος δεν διέθετε τα χρήματα που απαιτούνταν. Με τη βοήθεια και τη δύναμή μας όλα πήγαν καλά. Γύρισε στο σπιτάκι του, και, όταν θα το επέτρεπε ο γιατρός, θ’ άνοιγε πάλι το μαγαζί του. Για τις πρώτες μέρες τού πήραμε μια κοπέλα να τον προσέχει. Εκείνη ήξερε πώς να περιποιηθεί έναν ηλικιωμένο ασθενή κι έκανε τη δουλειά της με πολλή αγάπη. Καθόταν πλάι του και του διάβαζε από ένα βιβλίο με ποιήματα που είχε φέρει μαζί της. Ο κύριος Νεόφυτος άκουγε την κοπέλα χαμογελώντας μ’ ευχαρίστηση. Η αλήθεια είναι ότι όλα του καλά τού κυρίου Νεόφυτου, αλλά αυτό το μειονέκτημα το είχε. Δεν διάβαζε ποίηση. Όμως σιγά-σιγά, όσον καιρό έμεινε στο κρεβάτι, η κοπέλα που τον φρόντιζε τον έκανε ν’ αλλάξει γνώμη. Έτσι, όταν σηκώθηκε και ξαναπήγε στο μαγαζί του, πήρε μαζί και το βιβλίο με τα ποιήματα. Μας είπε ότι του το χάρισε η κοπέλα για να τη θυμάται. «Εγώ τι να σου χαρίσω;» της είπε. «Τίποτε» απάντησε η κοπέλα. «Δεν είναι ανάγκη. Φτάνει ότι γίνατε καλά. Θα σας θυμάμαι έτσι κι αλλιώς.» Κι όταν πηγαίναμε να ψωνίσουμε, μας διάβαζε κι από ένα ποίημα. Χωρίς καλά-καλά να το καταλάβουμε, μας έφερε κοντά στην ποίηση. «Ουδέν κακόν αμιγές καλού» μας έλεγε θυμόσοφα. Δεν ήξερε πώς να μας ευχαριστήσει. Μοίρασε σε όλους μας από ένα σακουλάκι με μπαχαρικά – αυτό μπορούσε να κάνει. Με τον καιρό επανήλθε πλήρως. Άρχισε να φροντίζει μόνος τον εαυτό του πάλι και τώρα τα αμοιβαία αισθήματά μας δυνάμωσαν. Ο κύριος Νεόφυτος ήταν πάλι ανάμεσά μας ξαναβρίσκοντας τις συνήθειές του. Ποτέ δεν παραπονέθηκε για τίποτε. Μονάχα που του έλειπε η κόρη του, το μοναχοπαίδι του. Ήταν το αγκαθάκι που πότε-πότε μάτωνε την ψυχή του. Αν και δεν μας το εκμυστηρεύτηκε ποτέ, ζούσε με την προσμονή της. Μέχρι που έκλεισε τα μάτια του. Όποτε περνάω έξω από το μαγαζάκι του, μια δροσιά σταματάει τα βήματά μου. Μια δροσιά ποτισμένη από τ’ αρώματα των μπαχαρικών του με γυρίζει σε κείνη την ανέφελη εποχή.

 

 

 

 

Ο Ευάγγελος Ι. Τζάνος εκδίδει βιβλία πεζογραφίας με εξαίρεση το τελευταίο με τον τίτλο «Γεράσιμος Βώκος. Η ζωή και το έργο του. Η βιβλιογραφία του (1886–2020)». Στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο εκπόνησε τη Μεταπτυχιακή Διπλωματική Εργασία με θέμα: «Η Αγία Γραφή και η μαρτυρία της Ορθοδοξίας στο συγγραφικό έργο του Φώτη Κόντογλου».

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.