You are currently viewing Φανή Κεχαγιά*: Κάριν Μπόγιε, ΣΤΟΝ ΠΥΘΜΕΝΑ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ  Ανθολόγηση ποιημάτων και μετάφραση από τα σουηδικά, Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη  (Εκδόσεις Εντευκτηρίου)

Φανή Κεχαγιά*: Κάριν Μπόγιε, ΣΤΟΝ ΠΥΘΜΕΝΑ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ Ανθολόγηση ποιημάτων και μετάφραση από τα σουηδικά, Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη (Εκδόσεις Εντευκτηρίου)

Η ποίηση της Κάριν Μπόγιε

 

Ο ποιητής και μεταφραστής Κώστας Κουτσουρέλης χαρακτηρίζει το λογοτεχνικό μετάφρασμα ως μία μόνο από τις εναλλακτικές ερμηνείες του πρωτότυπου, που είναι ένα, μοναδικό και αναντικατάστατο, «εξού και είναι δυνατόν να υπάρχουν πολλές καλές μεταφράσεις του ίδιου έργου – με την ίδια ακριβώς έννοια που υπάρχουν πολλές καλές εκτελέσεις του ίδιου μουσικού έργου ή πολλές καλές παραστάσεις του ίδιου δράματος».

Προσωπικά, τρέφω βαθύ σεβασμό προς τους μεταφραστές. Τεράστια η ευθύνη τους. Η Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη, ποιήτρια και η ίδια, δεν περιορίστηκε μόνο στο να ανθολογήσει και να μεταφράσει την Κάριν Μπόγιε. Στις περίπου έντεκα σελίδες της εισαγωγής του βιβλίου ΣΤΟΝ ΠΥΘΜΕΝΑ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ, η Καϊτατζή-Χουλιούμη μάς δίνει πολύτιμες πληροφορίες τόσο για την πολυτάραχη ζωή και το έργο της Σουηδής ποιήτριας όσο και για τους κραδασμούς που επέφεραν οι ποιητικές συλλογές της στους κύκλους των κριτικών, κάτι που φανερώνει την τρυφερότητα με την οποία εντρύφησε στο έργο της Κάριν Μπόγιε και με πόσο σεβασμό επιδόθηκε στη μετάφρασή του.

«Η μετάφραση της ποίησής της, σε σχέση με την ποίηση άλλων συμπατριωτών της, παρουσιάζει μεγαλύτερες δυσκολίες. Αυτό οφείλεται εν μέρει στις αρχαϊκές λέξεις που χρησιμοποιεί στην ποίησή της, κυρίως όμως στο ύφος και στην πυκνή, πολυεπίπεδη και αλληγορική γραφή της», εξομολογείται η Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη. Εξηγεί πως βασική προϋπόθεση της μεταφραστικής της προσπάθειας αποτελεί ο σεβασμός της στο έργο της Κάριν Μπόγιε και η απόδοση με τον καλύτερο δυνατό τρόπο των λέξεων και των σημαινομένων τους, του στίχου και της φόρμας, του ύφους, των θεάσεων, των νοημάτων και των ιδεών που εκφράζονται. Κατόπιν, μας λέει, προσαρμόζει το ποίημα στον δικό της γλωσσικό και πολιτισμικό κώδικα, με την όποια ποιητική δυναμική διαθέτει η ίδια. Το αποτέλεσμα που προκύπτει είναι αναπόφευκτα «ένα μεταποίημα». Θα μπορούσε να πει κανείς πως η Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη μεταφράζοντας δημιουργεί ένα νέο ποιητικό φυντάνι που ξεμυτά από το μητρικό φυτό του πρωτότυπου ποιήματος, απόλυτα εξαρτώμενο από αυτό. Ή ίσως πως το πρωτότυπο και το μετάφρασμά του –τόσο ίδια όσο και διαφορετικά– συνδέονται μεταξύ τους με τον ίδιο αδιάσπαστο τρόπο που συνδέονται τα κεφάλια σιαμαίων στον ίδιο κορμό.

Η ανθολόγηση περιλαμβάνει πενήντα δύο ποιήματα – διόλου ευκαταφρόνητος αριθμός. Τα πενήντα κατανέμονται σε πέντε ενότητες που αντιστοιχούν σε πέντε ποιητικές συλλογές της Κάριν Μπόγιε, οι οποίες με τη σειρά τους απαρτίζονται από οχτώ έως δεκατέσσερα ποιήματα η καθεμία. Δύο ποιήματα μένουν ανένταχτα, λειτουργώντας ως πόλοι της ανθολόγησης, το ένα –με τίτλο «Προς την Ελλάδα»– ως εναρκτήριος και το άλλο –με τίτλο «Νεκρή Αμαζόνα»– ως επιλογικός πόλος της συλλογής (παράλληλα, το μόνο ποίημα που δεν ανήκει στην Κάριν Μπόγιε, αλλά στον επίσης Σουηδό ποιητή Γιάλμπαρ Γκούλμπερ που το έγραψε προς τιμήν της Μπόγιε). Οι τίτλοι των ενοτήτων ταυτίζονται με τους τίτλους των εκδοθέντων συλλογών: «Σύννεφα» (1922) (δέκα ποιήματα), «Κρυμμένη χώρα» (1924) (οχτώ ποιήματα), «Εστίες» (1927) (δέκα ποιήματα), «Για χάρη του δέντρου» (1935) (δεκατέσσερα ποιήματα) και «Τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα και άλλα εναπομείναντα ποιήματα» (1941) (οχτώ ποιήματα), μία συλλογή που εκδόθηκε μετά τον θάνατο της ποιήτριας.

Προτού εντρυφήσουμε στις πέντε ενότητες –ή, ας τις πούμε, «υπο-ανθολογίες»–, ας αναφερθούμε στα δύο μεμονωμένα «ακρογωνιαία» της όλης ανθολόγησης ποιήματα. Γιατί αυτά ειδικά και γιατί μόνα τους;

Μία εξήγηση μπορεί να βρίσκεται στην ανάγκη της μεταφράστριας να αναδείξει τον μακροχρόνιο έρωτα της Σουηδής ποιήτριας με την αρχαία ελληνική γλώσσα και Ιστορία, στη λατρεία της προς την αρχαία Ελλάδα εν γένει, με ιδιαίτερη αδυναμία στη Σπάρτη. Η Κάριν Μπόγιε μελετά ελληνική γλώσσα, Πλάτωνα, Αλκμάνα, Σαπφώ, ταξιδεύει στην Ελλάδα και αποτυπώνει ημερολογιακά τις ταξιδιωτικές εντυπώσεις της. Στο εναρκτήριο ποίημα «Προς την Ελλάδα» αποκαλεί την Ελλάδα «ιαματική πηγή των αιώνων» και «λευκό όνειρο του γένους» όλων όσοι σαν κλέφτες γλιστρούν προς αυτή. Απευθύνει έναν ύμνο στις ελληνικές ομορφιές με αγωνιώδεις εκκλήσεις σε β΄ πρόσωπο: «Ελλάδα, Ελλάδα, πλύνε τους ματωμένους ώμους», «όρθωσε τις ράχες τις κυρτωμένες από βάρη», «ονειρέψου μας χαμογελαστούς ελεύθερους, / ονειρέψου μας θεούς», «γκρέμισε τα τείχη της φυλακής μας», «λιώσε το βρόμικο», «το τυλιγμένο τσουβάλι αφαίρεσε από τα άκρα των αφυπνισμένων πνευμάτων, / καθάρισέ μας», «εξανάγκασέ μας»· εκκλήσεις που φανερώνουν την πίστη της Μπόγιε στη διαχρονία, στην –εξιδανικευμένη μεν– ισχύ και στο μαγικό φως του αρχαιοελληνικού ιδεώδους. Το επιλογικό ποίημα «Νεκρή Αμαζόνα» του Γιάλμπαρ Γκούλμπερ, από την άλλη, παρότι σε εντελώς διαφορετικό ύφος με το «Προς την Ελλάδα», συνομιλεί άμεσα μαζί του θεματικά, αφού προβάλλει τη δυναμική υπεροχή του ελληνικού πολιτισμού (με αφοριστικούς στίχους, όπως: «η Νίκη δεν έστεψε με στεφάνι θριάμβου / τον Πέρση βασιλιά […]. / η σαρκοφάγος του αποσαθρώνεται ξεχασμένη. / Του Λεωνίδα την ήττα / δοξαστικοί παιάνες θα υμνούν αιώνια»). Σε αυτή τη «συνομιλία» πιθανόν ερμηνεύεται η επιλογή της Καϊτατζή-Χουλιούμη τα δύο ποιήματα –αντικριστά– να στεφανώνουν την αρχή και το τέλος του βιβλίου.

Περνώντας στην ανθολόγηση ποιημάτων από την πρώτη συλλογή της Μπόγιε «Σύννεφα» του 1922, κοινά σημεία αναφοράς είναι το ανώνυμο και αόριστο «Εσύ» και η ευθεία απεύθυνση σε β΄ ρηματικό πρόσωπο. Το β΄ πρόσωπο φαίνεται να το αγαπά ιδιαίτερα η Μπόγιε, άλλοτε για να διαλεχθεί και να επικοινωνήσει με τον αναγνώστη («Το καλύτερο του νου σου / δεν μπορεί να το μολύνει τίποτα»), άλλοτε για να εξομολογηθεί στο αγαπημένο πρόσωπο («γιατί η μέρα είσαι εσύ / και το φως είσαι εσύ / και η άνοιξη είσαι εσύ / και όλη η όμορφη, όμορφη / αναμενόμενη ζωή είσαι εσύ!»). Το ζωντανό «εσύ» που γίνεται αποδέκτης της λυγμικής ποιητικής φωνής της Μπόγιε κάνει τους στίχους να πάλλονται από μια λυρική θεατρικότητα. Ο λυρισμός, εξάλλου, είναι ακαμουφλάριστα διάχυτος, σχεδόν κραυγαλέος ως ποιητικό κλισέ, στα ανθολογημένα ποιήματα αυτής της πρώτης συλλογής: «Όπως το μαργαριτάρι μεγαλώνει στο μύδι, / έτσι μέσα μου / βλασταίνει γλυκά η δροσερή ουσία σου», εκμυστηρεύεται το ποιητικό υποκείμενο στο ποίημα «Μνήμη».

Άλλο κοινό –σε αρκετά ποιήματα αυτής της συλλογής– χαρακτηριστικό είναι η θρησκευτικότητα, ευθέως συμβατή με τη χριστιανική ηθική της Παιδαγωγικής Ακαδημίας της Στοκχόλμης στην οποία την περίοδο αυτή φοιτά η Μπόγιε, αλλά ταυτόχρονα σε επώδυνο πόλεμο με το ανορθοδόξο για την εποχή ερωτικό σκίρτημα της ποιήτριας προς μία συμφοιτήτριά της (πιθανόν το «εσύ» που δεν κατονομάζεται). Στο ποίημα «Προς τα έσω», η εσωτερική σύγκρουση γίνεται σχεδόν απτή στους στίχους, «Τον Θεό μου / και την αλήθεια μου / ήπια / τη στιγμή της αγωνία μου» και, παρακάτω, η ποιήτρια επιχειρεί να ορίσει τη συγκαλυμμένη οδύνη της από τη διχαστική μέσα της διαμάχη ανάμεσα στον Θεό και την αλήθεια της: «Ο Θεός μου / ήταν αλμυρό σκοτάδι, / η αλήθεια μου / σκληρό μέταλλο». Παράλληλα, διάσπαρτη είναι και μια απρόσμενα αναδυόμενη αισιοδοξία, αντίστιξη στην υπόκωφη οδύνη: Αν δεν αντέχεις βήμα παραπέρα, αν κάτω από το απελπιστικό γκρίζο λυγίζεις, έχεις ένα μήλο στην τσέπη, ένα βιβλίο με παραμύθια, μικρά περιφρονημένα πράγματα, ωστόσο απαλά στηρίγματα στις νεκρές ώρες, λέει η Μπόγιε στα «Μικρά πράγματα», και στο «Via media» γραπώνεται με απελπισία από την αισιοδοξία: «Όμορφη, όμορφη είναι η χαρά, όμορφη είναι κι η λύπη. / Το πιο όμορφο όμως είναι να στέκεις στου πόνου την αρένα / με γαλήνια διάθεση και να βλέπεις ότι ο ήλιος λάμπει».

Οι επόμενες δύο συλλογές («Κρυμμένη χώρα», 1924, και «Εστίες», 1927) έρχονται μόλις δύο χρόνια και πέντε, αντίστοιχα, χρόνια έπειτα από την πρώτη, με την Μπόγιε να ακροβατεί στις ίδιες περίπου θεματικές γέφυρες: η θάλασσα (κοινή συνισταμένη σε όλες τις ανθολογημένες συλλογές), το «εσύ», η αρχαιολατρία, η εξαναγκασμένη αισιοδοξία ως αντίδοτο στη μελαγχολία και στη θανατολαγνεία, η θρησκευτικότητα, όλα επαναλαμβάνονται, μα αυτή τη φορά με μία δειλή –δοκιμαστική ίσως;– μεταπήδηση από την ατόφυα λυρικότητα προς τη νεωτερικότητα, με την οποία η ποιήτρια φλερτάρει μεν, μα σαν ακόμη συνεσταλμένα.

Στα ποιήματα, ωστόσο, της τέταρτης συλλογής («Για χάρη του δέντρου», 1935), που εκδίδεται αφότου έχουν μεσολαβήσει οχτώ ολόκληρα χρόνια από την προηγούμενη, η θρησκευτικότητα υποχωρεί ολοκληρωτικά, για να αναπνεύσει πλέρια ο απελπισμένος πόθος που κοχλάζει στην ψυχή της ποιήτριας και της γυναίκας που μοιάζει να αποδέχεται πλέον –δίχως τη μέγγενη των πρωτύτερων θεολογικών τύψεων– ότι η φύση της εράται γυναίκες. Ο κόσμος, το σύμπαν, σκοτεινοί μύθοι και θρύλοι, το αρχέγονο, η φωτιά, η γνώση, ο φόβος, εφιάλτες, ο χρόνος και η αιωνιότητα ταλανίζουν την Μπόγιε και κατακλύζουν πλέον τον ποιητικό της τάπητα. Η νεωτερική φωνή ωριμάζει, ελεύθεροι και τολμηροί στίχοι εναλλάσσονται, στροβιλίζονται, αναπνέουν και αποτυπώνουν πρωτοποριακά τα μύχια μιας ψυχής που δεν διστάζει πλέον να αποκαλύψει στο φως το σκοτάδι της. Οι ποιητικές εικόνες χάνουν τη νεανική τους διαύγεια, μεστώνουν μέσα στο θάμπος μιας έντονης εσωτερικότητας, η οποία βέβαια δεν καταβυθίζει τον αναγνώστη στο έξω απ’ αυτόν ατομικό, αλλά ανάγεται στο καθολικό, κάτι που επιτυγχάνεται με τα μόνιμα «εσύ» και «εμείς» στα οποία η Μπόγιε σταθερά μετεωρίζεται. Για παράδειγμα, «αν ευθύς σαν μια σταγόνα / πέσεις να διαλυθείς […] θα ξυπνήσεις με δέρμα από σεντέφι / και πράσινα μάτια / σε λιβάδια όπου βόσκουν ιππόκαμποι / και θα ’σαι γνώση» (ποίημα: «Γνώση») και «Το μυστικό της αρχέγονης ρήσης / το αποκτούμε μέχρι τον θάνατο» (ποίημα: «Άτρωτος»).

Προχωρώντας στην πέμπτη –αυτής της ανθολογίας–, μετά θάνατον εκδομένη, συλλογή «Τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα και άλλα εναπομείναντα ποιήματα» (1941), το πυκνό και αλληγορικό σύμπαν της Μπόγιε μοιάζει πια νηφάλιο, φτάνει συμφιλιωμένο με τον εαυτό του «Στον πυθμένα των πραγμάτων», με μία προφητεία: «Σκέψου τώρα να είσαι νεκρός και να έχεις αφήσει τα πάντα πίσω σου […] Όμως στον πυθμένα των πραγμάτων βρίσκεται κρυμμένη μια μεγαλειώδης δικαιοσύνη. / Όλοι έχουμε να περιμένουμε έλεος – μια δωρεά που κανείς δεν αρπάζει».

Η ελληνολάτρης Κάριν Μπόγιε πεθαίνει αυτόχειρας στις 24 Απριλίου 1941, τη νύχτα που ο χιτλερικός στρατός περνά τις Θερμοπύλες, με στόχο την κατάληψη της Αθήνας και όλης της χώρας που η Μπόγιε αγαπά περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη. Και είναι ακριβώς ο τρόπος και ο χρόνος του θανάτου της που θυμίζουν τη δική μας Πηνελόπη Δέλτα, που τρεις μέρες μετά, στις 27 Απριλίου 1941, ενώ τα γερμανικά στρατεύματα μπαίνουν στην Αθήνα, ανήμπορη να διαχειριστεί τον βιασμό της χώρας που λατρεύει, επιχειρεί να αυτοκτονήσει με δηλητήριο, καταλήγοντας πέντε ημέρες αργότερα, στις 2 Μαΐου 1941. Οι δύο τους, Κάριν Μπόγιε και Πηνελόπη Δέλτα, λυτρωμένες από θεούς, δαίμονες και από τον εαυτό τους, περνούν στην αιωνιότητα.

Όμως, ο επίλογος δεν γράφτηκε με τον θάνατό τους. Τον επίλογο και για τις δύο τον έχει αποτυπώσει πολύ πρωτύτερα η Κάριν Μπόγιε με το ποίημα «Χερουβείμ» (από τη συλλογή «Για χάρη του δέντρου):

Ακόμη κι εσύ, που βασανίζεσαι από τις κατηγορίες όλων,

ακόμη κι εσύ καλείσαι στη θέση σου ανάμεσα στα Χερουβείμ –

με πόδια λιονταριού, με ηλιόφτερα,

με κεφάλι ανθρώπου σεβάσμιου:

ζώο-άγγελος.

Φωνάζουν πίσω σου: «Ακάθαρτη, ακάθαρτη!»

Επειδή αυτούς ποτέ δεν τους άγγιξε η καθαρότητα.

Φλόγα, μάζεψε τους σπινθήρες σου απ’ τις γωνιές,

το καμίνι περιμένει, και το σφυρί που σε σφυρηλατεί αστραπή

θα σου διδάξει της αστραπής τη γρήγορη καθαρότητα

και το όνομά σου ανάμεσα στα Χερουβείμ.

 

 

*Η Φανή Κεχαγιά είναι συγγραφέας, φιλόλογος και επιμελήτρια κειμένων.

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.