You are currently viewing Φάνης Κωστόπουλος: Ήρωες  του  μπερντέ

Φάνης Κωστόπουλος: Ήρωες  του  μπερντέ

Κανείς από τους παιδικούς φίλους δεν αμφισβητούσε το ταλέντο του, ενώ όσοι προσπάθησαν να τον μιμηθούν απέτυχαν. Ήταν – χωρίς καμία αμφισβήτηση – ο καλύτερος καραγκιοζοπαίχτης στη γειτονιά. Και χρησιμοποιώντας αυτό τον όρο, δεν εννοώ μόνο πως μπορούσε να φέρει εις πέρας μια παράσταση καραγκιόζη, μιμούμενος άψογα τις φωνές των ηρώων του θεάτρου σκιών, αλλά και ότι μπορούσε να φτιάχνει με το κοπίδι του υπέροχες φιγούρες, που θα τις ζήλευε και ένας επαγγελματίας καραγκιοζοπαίχτης, ο Μόλλας ή ο Σπαθάρης για παράδειγμα.Ναι, δεν ήταν λίγες οι φορές που ο Σπύρος κι εγώ τον βλέπαμε να κάθεται στο σκαλοπάτι της πόρτας του σπιτιού του, λαξεύοντας με τη «σμίλη» του, σαν άλλος Μιχαήλ Άγγελος, μια φιγούρα του καραγκιόζη. Τα σημάδια στο σκαλοπάτι απ’ το κοπίδι του ήταν ανεξίτηλα ακόμα και την ώρα που το ιστορικό για μας εκείνο σπίτι υπέκυπτε στο νόμο της αντιπαροχής. Μικρά παιδιά ήμασταν και ζηλέψαμε. Χωρίς υπερβολή είχαμε χάσει τον ύπνο μας. Οι καραγκιόζηδες του Παύλου είχαν στοιχειώσει το μυαλό μας. Έτσι, κάποια μέρα -δεν πήγαινε άλλο – είπε ο Σπύρος σε μένα ή εγώ στον Σπύρο: «Αφού ο Παύλος μπορεί, μπορούμε κι εμείς».

Εκείνο το φθινοπωρινό πρωινό ήταν Σάββατο και το δημοτικό σχόλασε νωρίς. Βγήκαμε με τον Σπύρο από την πόρτα του σχολείου τρέχοντας και φωνάζοντας χαρούμενα. Πήραμε τον δρόμο με τις πασχαλιές, τη Μιχαήλ Βόδα. Περάσαμε την καθολική εκκλησία και φτάσαμε, λαχανιασμένοι, στην πρώτη κάθετο, στον χωματόδρομο της Λιβανίου, που σήμερα λέγεται Ιουλιανού. Εκεί στρίψαμε δεξιά, γιατί λίγα μέτρα πιο πέρα ήταν το ψιλικατζίδικο-παγοπωλείο του «μουστάκια». Έτσι τον λέγαμε, γιατί ο χοντρός καταστηματάρχης ήταν προικισμένος από τη φύση με ένα τόσο μεγάλο και αρειμάνιο μουστάκι, που θα το ζήλευε  και ο Οδυσσέας  Ανδρούτσος. Μπήκαμε μέσα στο μαγαζί – που είχε να σκουπιστεί από τη Μικρασιατική Καταστροφή – γιατί εκεί θα βρίσκαμε σχέδια για καραγκιόζηδες. Σωστό βασίλειο της σκόνης το μαγαζί, θα ‘λεγε κανείς. Πράγματι, όπου να έστρεφες το βλέμμα σου νόμιζες πως ήσουν στην έρημο Σαχάρα: ουρανός και άμμος· ή, για να είμαστε πιο ακριβείς, ταβάνι και σκόνη -τίποτ’άλλο. Χρειάστηκε, μάλιστα, ο καταστηματάρχης να βρει το μέρος και να ξεθάψει τα σχέδια, για να τα βάλει μπροστά μας να διαλέξουμε. Παρ’ όλα αυτά, η σκόνη δεν είχε φύγει εντελώς και χρειάστηκε να φυσήξουμε κι εμείς, με τη σειρά μας, για να δούμε καλά ποια φιγούρα από τους ήρωες του θεάτρου σκιών κρυβόταν από κάτω.

Φεύγοντας από κει με το σχέδιο που θέλαμε, πήγαμε κατευθείαν στο σπίτι του Σπύρου και πιάσαμε αμέσως δουλειά, έχοντας δίπλα μας ένα ζεστό ποτήρι γάλα, που μας πρόσφερε η κυρία Μαρίνα, η γιαγιά του Σπύρου. Γρήγορα διαπιστώσαμε ότι μας έλειπε καρμπόν. Και το χειρότερο ήταν ότι άλλα λεφτά δεν είχαμε. Η «Επιχείρηση Καραγκιόζης», ελλείψει χρημάτων, θα έπρεπε τώρα ν’ αναβληθεί, πράγμα που δεν το θέλαμε με τίποτα. Μικρά παιδιά ήμασταν και θέλαμε, τώρα, πάνω στην τρέλα μας, να φτιάξουμε καραγκιόζηδες, όπως ο Παύλος. Ή τώρα, λοιπόν, ή ποτέ! Βλέποντας η γιαγιά-Μαρίνα, που μας παρακολουθούσε, τα πρόσωπά μας σκυθρωπά και λυπημένα, έρχεται ξαφνικά, σαν από μηχανής θεά, και μας λέει: «Γιατί δεν κάνετε αυτό που θα σας πω εγώ;». Την κοιτάξαμε και οι δυο σαστισμένοι, λέγοντας την ίδια λέξη: «Τι;» Και είναι αλήθεια πως αυτό που μας είπε έδινε λύση στο πρόβλημα. Κόψαμε τη φιγούρα με το ψαλίδι από το σχέδιο και με αλευρόκολλα που μας έφερε η γιαγιά-Μαρίνα την κολλήσαμε στο χαρτόνι. Την αφήσαμε λίγο να κολλήσει καλά και στη συνέχεια την κόψαμε πάλι με το ψαλίδι. Το «καλλιτεχνικό» αυτό έργο ολοκληρώθηκε ξανά με τη «θεία επέμβαση»της γιαγιάς-Μαρίνας: έραψε με κλωστή τα κομμάτια της φιγούρας και ο καραγκιόζης, που είχαμε αγοράσει, ήταν, χάρη στα φανταχτερά χρώματα με τα οποία ήταν χρωματισμένος στο σχέδιο, πιο ωραίος και πιο ζωντανός από εκείνους του  Παύλου με το καρμπόν.

Ο Σπύρος ενθουσιάστηκε, για να μην πω τρελάθηκε. Πήρε τον καραγκιόζη στα χέρια του και τον σήκωσε ψηλά σαν τ ρ ό π α ι ο. Τον κοίταζε και τον ξανακοίταζε, χωρίς υπερβολή, όπως ο Ιουστινιανός την Αγία Σοφία. Όσο για μένα, περίμενα τη συνέχεια: «Νενίκηκά σε, φίλε Παύλε!». Κάποια στιγμή σηκώθηκε από την καρέκλα και είπε, κρατώντας πάντα το δημιούργημά μας στο χέρι: «Πάμε στον Παύλο!». «Μα τώρα είναι μεσημέρι», του είπα, «και οι άνθρωποι θα τρώνε». «Πάμε στον Παύλο!», είπε ξανά και δεν βαστιόταν με τίποτα. Το σπίτι του Παύλου δεν ήταν μακριά. Ένα λεπτό  δεν κάναμε. Μόλις φτάσαμε εκεί, η συναισθηματική του έξαρση ήταν σε τέτοιο βαθμό, που χτύπαγε, με το ένα χέρι,  ζωηρά την πόρτα, σαν γκεσταπίτης Γερμανός που υποψιάζεται ότι κάποιος Εβραίος  κρύβεται εκεί,και, με το άλλο, κράταγε, θριαμβευτικά,το «έργο τέχνης». «Παύλε, Παύλε!», φώναζε για να τον ακούσουν και να του ανοίξουν πιο γρήγορα. Κάποια στιγμή άνοιξε την πόρτα, με τη μπουκιά ακόμα στο στόμα, η μητέρα του φίλου μας  και ρώτησε φανερά αναστατωμένη:

-Τι είναι, Σπύρο, τι συμβαίνει;

-Τον Παύλο θέλουμε, κυρία Μαρία, τον Παύλο να δει τον καραγκιόζη που φτιάξαμε!

-Δεν έχει δυο  λεπτά που έφυγε για το σχολείο, τώρα που είναι στο Γυμνάσιο, τα Σάββατα είναι μια πρωινός και μια απογευματινός, είπε η γυναίκα και σήκωσε τα μάτια προς τον ουρανό, ψιθυρίζοντας κάτι στον εαυτό της ή στον Μεγαλοδύναμο για την απρόσμενη, σε ακατάλληλη ώρα,«επιδρομή» των πιτσιρικάδων.

-Θα τον προλάβω στον δρόμο, είπε ο Σπύρος, με το παιδικό πείσμα που τον χαρακτήριζε, κι έφυγε τρέχοντας με τον καραγκιόζη στο χέρι. Όσο για μένα, του κουνούσα το μαντίλι… Είχα μόλις εκείνη τη στιγμή καταλάβει το μάταιο των προσπαθειών μας: Ο καραγκιόζης δεν είναι θέατρο χρωμάτων, αλλά θέατρο σκιών. Και οι σκιές δεν παίρνουν μορφή και ζωή στον μπερντέ με χρώματα, αλλά μόνο με το κοπίδι του Παύλου.

 

Φάνης Κωστόπουλος

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.