You are currently viewing Φάνης Κωστόπουλος: LORD BYRON – Τρεις γυναίκες της ζωής του

Φάνης Κωστόπουλος: LORD BYRON – Τρεις γυναίκες της ζωής του

        

 Δεν είμαι ούτε Ιωσήφ ούτε Σκιπίων, αλλά μπορώ να βεβαιώσω

                         ότι ποτέ στη ζωή μου δεν ξελόγιασα γυναίκα.

                                                                                                             BYRON

 

Είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς αυτό που ισχυρίζεται ο Μπάιρον πιο πάνω για τις γυναίκες, όταν στα λίγα χρόνια που έζησε είχε πολλές ερωτικές κατακτήσεις. Κι όμως, υπάρχουν στιγμές στη ζωή του που μας πείθουν  για του λόγου του το αληθές. Στο πρώτο ταξίδι του στην Ελλάδα   που έκανε με τον φίλο του Χόμπχαουζ, όταν έφτασαν στη Σεβίλλη, που τη βρήκαν όμορφη και καθαρή, έμειναν οι δυο φίλοι στο σπίτι δυο ανύπαντρων Ισπανίδων. Σε μια επιστολή που έστειλε τότε στη μητέρα του λέει για τη διαμονή τους σε αυτή την κατοικία: “ Είναι γυναίκες με χαρακτήρα… Η μεγαλύτερη (που σε άλλο σημείο του γράμματος την αναφέρει ως ‘fine woman’) ετίμησε τον ανάξιο γιο σας με ιδιαίτερη προσοχή… Μου πρότεινε να μοιραστώ το διαμέρισμά της, πράγμα που η αρετή μου (my virtue) με παρότρυνε ν’ αποποιηθώ…’’(2 Ιουλίου 1809).

Μια άλλη στιγμή της ζωής του είναι αυτή που αναφέρει ο Σταντάλ σε κείμενο με θέμα τη γνωριμία του με τον Μπάιρον στο Μιλάνο, που επιγράφεται: Ο Λόρδος Μπάιρον στην Ιταλία: Αφήγηση ενός αυτόπτη μάρτυρα, 1816. Εκεί, στο Μιλάνο, όπου ο Σταντάλ όχι μόνο γνώρισε τον Μπάιρον, αλλά είχε και την ευκαιρία, για ένα αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να τον ζήσει από κοντά, λέει μεταξύ άλλων: «Συχνά, στο τέλος της παράστασης στεκόμασταν στον προθάλαμο του θεάτρου (εννοεί τη Σκάλα του Μιλάνου) για να θαυμάσουμε τις ωραίες γυναίκες που περνούσαν. Ελάχιστες πόλεις είχαν τόσες καλλονές όσες είχε μαζέψει η τύχη στο Μιλάνο του 1817. Πολλοί θα περίμεναν ότι ο Λόρδος Μπάιρον θα ζητούσε να τους συστηθεί. Από περηφάνια ή δειλία ή, μάλλον, εξαιτίας της τάσης του δανδή να κάνει ακριβώς το αντίθετο απ’ αυτό που όλοι περιμένουν, εκείνος απέφευγε πάντα αυτή την τιμή. Προτιμούσε να περνάει τα βράδια του συζητώντας για την ποίηση ή τη φιλοσοφία». Ο Μπάιρον ήταν,  πράγματι,  περίπλοκος χαρακτήρας. Η λαίδη Μπλέσινκτον – που τον συνάντησε στην Ιταλία και είχε αρκετές συζητήσεις μαζί του – λέει, στο ένα από τα δυο βιβλία που έγραψε γι’ αυτή τη συνάντηση, ότι τον άκουσε να λέει για τον εαυτό του: «Είμαι ένα τέτοιο παράξενο κράμα αγαθού και κακού, που θα ήταν δύσκολο να με περιγράψει κανείς» (I am such a strange mélange of good and evil, that it would be difficult to describe me”(The Idler in Italy).

 

Πάντως, οι γυναίκες, όσο κι αν φαίνεται παράξενο σε μερικούς, έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη σύντομη ζωή του Μπάιρον. Λίγο η μία, λίγο η άλλη διαμόρφωσαν τον άνθρωπο και τον ποιητή. Η Μαίρη Τσάγουορθ, η πρώτη του αγάπη στα πιο τρυφερά του χρόνια, του έδωσε το πρώτο ερωτικό μάθημα, όταν την άκουσε να λέει στην καμαριέρα της πως με τίποτα δεν θα μπορούσε να ερωτευθεί αυτό το “σακάτικο παιδί”. Όπως καταλαβαίνετε, η πληγή που του άνοιξε αυτή η φράση ήταν ανεπούλωτη. Μια άλλη, η Ελίζαμπεθ Πάιγκοτ, του υπέβαλε την ιδέα να γίνει μεγάλος ποιητής, όταν, στα χρόνια της εφηβείας, της διάβασε ένα ποίημα που την ενθουσίασε ειλικρινά και την έκανε να εκφράσει, ανεπιφύλακτα, τον θαυμασμό της.  Σιγά-σιγά, όμως, το αγοράκι ξύπνησε και σκλήρυνε τη στάση του στο  ερωτικό παιχνίδι με το γυναικείο φύλο:

                        Τέλειωσε πια ! Δε γεμίζω γοητεία τις ώρες μου,

                           κοιτάζοντας τα μάτια που τόσο αγάπησα !

                          Τέλειωσε, γλυκογελούσα μου Μαίρη !

                              Δεν είσαι πια ο παράδεισος της ζωής μου.

Όλα τούτα δικαιώνουν τον Αndré Maurois, που λέει για τις γυναίκες του Μπάιρον στην περίφημη βιογραφία που έγραψε για τον ποιητή:

                                Τις λάτρευε και τις μισούσε.

                               Τις μισούσε, γιατί τις λάτρευε.

                                                    *

Οι τρεις γυναίκες που θα μας απασχολήσουν εδώ είναι οι ακόλουθες:

πρώτη μια από τις ερωμένες του που τη βρίσκουν συχνά στον δρόμο τους αυτοί που αγαπούν τα σταυρόλεξα, η Καρολίνα Λαμ×  δεύτερη η Αυγούστα,  η ετεροθαλής αδελφή του× και τρίτη  η Λαίδη Μέλμπορν, ένας «αληθινός φίλος θηλυκού γένους», όπως έλεγε ο Μπάιρον.

Στις 10 Μαρτίου του 1812 είδαν το φως της δημοσιότητας τα δυο πρώτα άσματα του Τσάιλντ Χάρολντ, που έφερνε ο Μπάιρον στις αποσκευές του επιστρέφοντας από την Ελλάδα. Η έκδοση αυτή στέφθηκε με μεγάλη επιτυχία. Εξαντλήθηκε μέσα σε τρεις μέρες. Η έκπληξη του Μπάιρον ήταν τόσο μεγάλη, ώστε να πει, χωρίς υπερβολή, ότι η έκδοση του έργου τον έκανε «μέσα σε μια νύχτα» ( overnight) διάσημο. Το όνομά του άρχισε να τρέχει σε όλους τους δρόμους του Λονδίνου μαζί με τη φήμη ότι ο ποιητής του έργου είναι ένας όμορφος λόρδος μόλις εικοσιτεσσάρων ετών. Μεγάλη τρικυμία ξέσπασε τότε στις καρδιές των κυριών της λονδρέζικης αριστοκρατίας. Ήθελαν όλες να τον δεχτούν στο σαλόνι τους. Επίσης πλήθη από διάσημες προσωπικότητες ήθελαν να τον γνωρίσουν. Στη Σαιν  Τζέιμ’ς, μπροστά στο σπίτι του, τα αμάξια που ήταν σταματημένα εμπόδιζαν την κυκλοφορία. Ακόμη και ο Αντιβασιλέας ζήτησε να του παρουσιάσουν τον Μπάιρον. Μίλησε πολλή ώρα μαζί του για την ποίηση και τους ποιητές. Κάθε εποχή, εκείνα τα χρόνια, είχε και τον δικό της λέοντα, έναν λέοντα πολιτικό, στρατιωτικό ή φιλολογικό. Ο Μπάιρον ήταν «ο δίχως αντίπαλο ‘λέων’ των εσπερίδων του 1812». Μια λαίδη, η Λαίδη Ρόσμπερι, που μιλούσε μαζί του στο κατώφλι μιας αίθουσας, ένιωσε ξαφνικά την καρδιά της να  χτυπάει τόσο δυνατά, που μόλις μπορούσε να βγάλει φωνή και ν’ απαντήσει σ’ αυτά που συζητούσαν. Και αυτός, που αμέσως κατάλαβε την εντύπωση που έκανε, δοκίμαζε τη σαγηνευτική δύναμη της λοξής ματιάς του. Στα δείπνα προς τιμή του οι γυναίκες προσπαθούσαν ν’ αλλάζουν θέσεις, για να καθίσουν κοντά του. Η Ελίζαμπεθ Μπάρρετ, η πιο σημαντική αγγλίδα ποιήτρια του 19ου αιώνα, μικρό κοριτσάκι τότε, σκέφτηκε σοβαρά να ντυθεί αγορίστικα και να γίνει ακόλουθος του Λόρδου Μπάιρον.

Τέτοια και ακόμα πιο μεγάλη ήταν η τρέλα των γυναικών για τον ποιητή του Τσάιλντ Χάρολντ. Είναι δύσκολο να πει κανείς αν ο μεγάλος αυτός ποιητικός θρίαμβος που αναστάτωσε τον γυναικόκοσμο του Λονδίνου ήταν για την ποίηση ή για τον ποιητή.

Η Λαίδη Καρολίνα Λαμ δεν μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση. Όπως τόσες άλλες κυρίες της αριστοκρατίας, ζήτησε κι αυτή να τον δει από κοντά, έστω κι αν ήταν άσχημος σαν τον Αίσωπο. Τον συνάντησε στο σαλόνι της Λαίδης Γουεστμόρλαντ. Πήγε κοντά στον ποιητή και παρατηρούσε με προσοχή το υπέροχο, νεανικό του πρόσωπο, τα φρύδια με το άψογο τόξο, τα σγουρά μαλλιά και το στόμα με τα χείλη αρχαίου ελληνικού αγάλματος. Κάποια στιγμή τον άκουσε να μιλάει και η φωνή του ήταν γλυκιά, χαμηλή και τόσο μουσική που τα παιδιά έλεγαν γι’ αυτόν: «Ο κύριος που μιλάει σαν μουσική».

Είδε τις γυναίκες που τον περιστοίχιζαν με λατρεία και δεν άντεξε. Έκανε στροφή και απομακρύνθηκε. Της ήτανε αδύνατο να παραδεχτεί ότι είχε υποκύψει στη γοητεία του. Αργά το βράδυ έγραψε στο ημερολόγιό της: «Τρελός, μοχθηρός και επικίνδυνος».

Όταν  ο Μπάιρον επισκέφτηκε, ύστερα από δική της πρόσκληση, πρώτη φορά το Μέλμπορν Xάουζ (Melbourne House), όπου η Λαίδη Καρολίνα Λαμ έμενε με την πεθερά της, τη Λαίδη Μέλμπορν, βρήκε εκεί  δυο φίλους, τον Ρότζερ και τον Μουρ. Η Λαίδη Καρολίνα μόλις είχε γυρίσει από έναν περίπατο ιππασίας και είχε ξαπλώσει σε ένα ντιβάνι, χωρίς ν’ αλλάξει φόρεμα. Όταν ανάγγειλαν τον Λόρδο Μπάιρον, πετάχτηκε από το ντιβάνι και αποσύρθηκε γρήγορα στο δωμάτιό της. Ο Ρότζερ, που παρατήρησε αυτή την κίνηση της Καρολίνας, είπε: «Λόρδε Μπάιρον, είσαι ένας ευτυχισμένος άντρας. Να, η Λαίδη Καρολίνα που είχε μείνει μαζί μας με όλες τις λάσπες της και τον κουρνιαχτό της, το ‘σκασε, μόλις σε αναγγείλανε, για να γίνει όμορφη». Από εκείνη την ημέρα και μετά ο μόνος επισκέπτης στο Μέλμπορν Χάουζ ήταν ο Μπάιρον και κανένας άλλος. Είχε γίνει ο «φίλος του σπιτιού». Όσο για την Καρολίνα, έγραψε στο ημερολόγιό της: «Αυτό το ωραίο, χλομό πρόσωπο είναι η  μοίρα μου» (That beautiful pale face is my fate). H περίπτωση μας θυμίζει Καρυωτάκη:

                      Για να μας δεχτεί μια λαίδη τρυφερά,

                      έδιωξε τους υπηρέτες της ολημέρα.

Η λαίδη Καρολίνα Λαμ είχε συναντήσει για πρώτη φορά τον Ουίλλιαμ Λαμ, που έμελλε να γίνει σύζυγός της, όταν ήταν δεκατριών χρονών και αυτός δεκαοχτώ. Είχε διαβάσει στίχους του και είχε μια τρελή επιθυμία να τον γνωρίσει. Είναι αλήθεια πως μόλις τον είδε, αγάπησε αυτό το παλικάρι με τ’ αστραφτερά μάτια, που ήταν λιγάκι δανδής και που είχε ένα ύφος αφροντισιάς που του πήγαινε θαυμάσια. Το ίδιο και η Καρολίνα άρεσε σ’ αυτόν. Από την ημέρα εκείνη είχε αποφασίσει να την παντρευτεί. Παρ’ όλα αυτά, για καιρό δεν τον ήθελε. «Τον λάτρευα, είπε αργότερα, αλλά ήξερα πως  ήμουν ένα πλάσμα τρομερό και δεν ήθελα να τον κάνω δυστυχισμένο». Εκείνος την κυνηγούσε  μ’ επιμονή και το 1805 πέτυχε τον σκοπό του: Παντρεύτηκε την Καρολίνα Πόνσομπι, κόρη του Λόρδου και της Λαίδης Μπέσμπορο.

Ως τα δεκαπέντε της η Καρολίνα δεν διδάχτηκε  τίποτα. Μετά όμως παρουσίασε μια έφεση για τα λατινικά, τα ελληνικά, τη μουσική, τα γαλλικά, τα ιταλικά, και άρχισε να ζωγραφίζει και να λαμβάνει μέρος σε θεατρικές παραστάσεις.  Σε λίγα χρόνια  έγινε μια από τις πιο καλλιεργημένες, αλλά και πιο ιδιόρρυθμες γυναίκες του Λονδίνου, γιατί είχε, πράγματι, και τις ιδιοτροπίες της: την έπιαναν κρίσεις ασυγκράτητης μανίας, που μερικές φορές νόμιζε κανείς ότι ήταν τρελή. Όσο για την οικογένεια του συζύγου της, οι Λαμ – που έγιναν Μέλμπορν με την ομοτιμία, — ήταν μια οικογένεια νεόπλουτη που το ανέβασμα και το μεγαλείο της ήρθαν φυσιολογικά. Ο πατέρας του Ουίλλιαμ, που κατόρθωσε να κάνει μεγάλη περιουσία, έγινε, σύμφωνα με τους άγραφους νόμους του Βασιλείου, βαρονέτος και παντρεύτηκε μια γυναίκα, εξαιρετικά, ωραία, την Ελίζαμπεθ Μίλμπανκ, αφού πρώτα κατάφερε να μπει στη Βουλή. Ο Πρωθυπουργός, που είχε ανάγκη από πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο, έκανε τον βαρονέτο Λόρδο Μέλμπορν. Με τον τίτλο του συζύγου της η όμορφη Ελίζαμπεθ, η μητέρα του Ουίλλιαμ και πεθερά της Καρολίνας,  έγινε Λαίδη  Μέλμπορν.

Ανάμεσα στους νέους αποδέκτες επιστολών του Μπάιρον είναι, από το καλοκαίρι του 1812,  και η Λαίδη Μέλμπορν, πρόσωπο που εμπιστευόταν απόλυτα και στο οποίο εκμυστηρευόταν κάθε μυστικό της ζωής του. Παρά τη μεγάλη διαφορά ηλικίας που είχαν, στα είκοσι τέσσερα αυτός ,στα εξήντα δύο εκείνη,  συνδέθηκαν με  αληθινή φιλία, στην οποία οφείλουμε μια από τις πιο ελκυστικές αλληλογραφίες του 19ου αιώνα. Η δέσποινα αυτή ήταν το κέντρο ενός από τα πιο περίφημα σαλόνια των Ουίγων.  Στο Σαλόνι της μπήκε ο Μπάιρον τον Μάρτιο του 1812, αλλά πριν συνάψει μαζί της φιλία, είχε ήδη αρχίσει το σούσουρο στο Λονδίνο για τον ερωτικό δεσμό του με τη σύζυγο του γιου της. Ο Μπάιρον, ως εραστής της Καρολίνα Λαμ, απέκτησε, εκείνη την εποχή,  ακόμα έναν «τίτλο ευγενείας», του «Ιερέα των γυναικείων αδύτων». Και αυτό όχι άδικα: Τον ευχαριστούσε να έρχεται κάθε πρωί στο Μέλμπορν Χάουζ κατά τις έντεκα και να μένει για ώρες στο μπουντουάρ και στην προσωπική ζωή μιας παντρεμένης γυναίκας. Την αγαπούσε; Δεν αποκλείεται, μολονότι αργότερα  το αρνήθηκε. Δεν ήταν, είπε, ο τύπος του: Το κορμί της ήταν πολύ λιγνό για τα ανατολίτικα γούστα του και δεν είχε «τα μάτια του ζαρκαδιού και τη δειλία της αντιλόπης», που αυτός αναζητούσε στα παιδικά του χρόνια. Συχνά τον έκανε να  πλήττει, παρά την «απέραντη ζωντάνια» που τη χαρακτήριζε. Η λαίδη Καρολίνα που έγραφε τόσο ωραία γράμματα σε έναν σύζυγο που δεν τον αγαπούσε πια, έγραφε στον Μπάιρον με ένα πάθος σχεδόν ανυπόφορο. Νόμιζε πως με αυτό τον τρόπο θα τον σαγηνεύσει, ενώ στα μάτια του θρεμμένου με τη Βίβλο νεαρού καλβινιστή η λαίδη Καρολίνα δεν ήταν παρά  μια βιβλική  μ ο ι χ α λ ί δ α.  Συχνά οργάνωνε για χάρη του πρωινά και προσκαλούσε τις πιο όμορφες και ενδιαφέρουσες γυναίκες του Λονδίνου. Κάποτε όμως η φλυαρία των σαλονιών και οι κυρίες που τον « φλερτάρανε ξετσίπωτα» κούρασαν τον Προσκυνητή, «που πριν από έξι μήνες κάπνιζε την πίπα του κάτω από έναν γαλάζιο αττικό ουρανό κοιτάζοντας την Ακρόπολη». Όσο για την πεθερά της Καρολίνας, στις 24 Νοεμβρίου του 1813 γράφει ο Μπάιρον στο ημερολόγιο που είχε αρχίσει να κρατάει εκείνο τον μήνα :  «Αν η Λαίδη Μέλμπορν ήταν λίγα χρόνια νεότερη, θα με είχε ξετρελάνει». Η σχέση του με την Κατερίνα είχε γίνει αφόρητη, όταν σ’ ένα χορό στο μέγαρο της Λαίδης Χήθκοκ μπήκε ο Μπάιρον στο δωμάτιο για το σουπέ, έχοντας μια γυναίκα στο μπράτσο του. Η λαίδη Καρολίνα, μόλις αντίκρισε το ζευγάρι, δεν άντεξε και άρπαξε από το τραπέζι ένα μαχαίρι, απειλώντας τον εραστή της. «Εμπρός, αγαπητή μου, εμπρός!»  της είπε  ο Μπάιρον «αλλά, αν θέλετε να παίξετε μια ρωμαϊκή τραγωδία, χτυπήστε την καρδιά σας και όχι τη δική μου. Τη δική μου την έχετε κιόλας μαχαιρώσει». Αυτή, με μάτια που πέταγαν σπίθες θυμού, φώναξε: «Μπάιρον!» και έφυγε από το δωμάτιο με το μαχαίρι. Βούιξε όλο το Λονδίνο …

Το δεύτερο πρόσωπο που εκτιμούσε ο Μπάιρον, μετά τη Λαίδη Μέλμπορν σε τούτο το σπίτι, ήταν ο σύζυγος της Κατερίνας, ο  Ουίλλιαμ Λαμ, για τον οποίο έλεγε συνήθως: «τόσο ανώτερος από μένα, όσο ο Υπερίων από τον Σάτυρο», ενώ συχνά αναρωτιόταν αν ήταν σωστό ν’ απατήσει τον έξυπνο και ειλικρινή αυτόν άνθρωπο, που του άπλωνε το χέρι μ’ εμπιστοσύνη. Η προδοτική δύναμη των γυναικών τον τρόμαζε. Οι επιστολές του Μπάιρον προς τη Λαίδη Μέλμπορν μοιάζουν με μεγάλες τοιχογραφίες και καλύπτουν μια περίοδο της ζωής του, που τη σημαδεύουν οι ερωτικές του σχέσεις όχι μόνο με τη νύφη της, αλλά και με άλλες Αγγλίδες της υψηλής κοινωνίας, όπως, για παράδειγμα, η ερωτική του σχέση  με τη λαίδη Φράνσις, σύζυγο ενός συμφοιτητή του στο Καίμπριτζ, που έγινε αργότερα ευνοούμενη του Δούκα του Ουέλλινγκτον, του νικητή του Ναπολέοντα στο Βατερλώ. Βαθύτερος ήταν ο ερωτικός δεσμός του με τη  Λαίδη Όξφορντ, που τον γοήτευσε το 1812 όταν αυτή ήταν σαράντα ετών.

Ήταν η μόνη γυναίκα,  που λόγω της σημαντικής διαφοράς  ηλικίας που είχε από τον Μπάιρον, έκαμε τη Λαίδη Μέλμπορν να φοβηθεί ότι θα γίνει και έμπιστη φίλη του. Το  προνόμιο αυτό το ήθελε αποκλειστικά δικό της.

Ο πατέρας του Μπάιρον – που είχε την προσωνυμία « τρελός Τζακ»- ήταν αξιωματικός του στρατού ξηράς. Σπούδασε σε γαλλική στρατιωτική σχολή και υπηρέτησε, πριν γίνει είκοσι χρονών, στην Αμερική. Το κακό είναι ότι δεν πήρε στα σοβαρά  τη στρατιωτική του αποστολή και ρίχτηκε στη ζωή με μόνο σκοπό να τη γλεντήσει.

Ήταν πια είκοσι χρονών, όταν γύρισε στο Λονδίνο – έμπειρος σε κατεργαριές και επιπολαιότητες, γόης και καταχρεωμένος. Βάλθηκε τότε να ξελογιάσει μια πλούσια και πανέμορφη παντρεμένη γυναίκα, τη μαρκησία του Κάρμαρθεν. Ο ήπιος και ευγενικός άντρας της, υψηλός αξιωματούχος της βασιλικής αυλής, της έδωσε το ποθητό διαζύγιο. Ο πατέρας του ποιητή άρπαξε την ευκαιρία και την παντρεύτηκε το 1779. Στη συνέχεια έφυγε μαζί της στη Γαλλία, όπου γεννήθηκε η περίφημη, ετεροθαλής αδελφή του ποιητή Αυγούστα – Μαίρη Μπάιρον ( Augusta-Mary Byron, αργότερα, το 1807, παντρεύτηκε έναν πρώτο της εξάδελφο, τον Mrs. Leigh ). To ίδιο έτος, που στον πρώτο του μήνα γεννήθηκε η Αυγούστα, πέθανε η μητέρα της. Τον Μάιο του1785 ο πατέρας του ποιητή παίρνει γυναίκα του την Κάθριν Γκόρντον Γκάιτ, τη μητέρα του ποιητή, που ανήκε σε μια πολύ παλαιά οικογένεια ευγενών της Σκωτίας.

Ο Μπάιρον είχε βασιλικό αίμα στις φλέβες του, γιατί η μητέρα του καταγόταν από μια κόρη του Ιακώβου Α΄της Σκωτίας, την Anabella  Stuart.

Τα δυο αδέλφια μεγάλωσαν σε διαφορετικό περιβάλλον: με τη γιαγιά της εκείνη, με τη μητέρα του αυτός. Δεν την είχε δει από τότε που γύρισε από το ταξίδι του στην Ελλάδα. Εκείνη ζούσε Στο Σιξ Μάιλ Μπόττομ, σε ένα εξοχικό σπίτι κοντά στο ιπποδρόμιο της Νιουμάρκετ, με τρία παιδιά και μεγάλες οικονομικές δυσκολίες. Ο άντρας της, ο Συνταγματάρχης Λάι, εγωιστής μέχρι ασυνειδησίας, περνούσε τη ζωή του στις κούρσες, όπου γέμιζε χρέη, και κυνηγούσε εύκολες κατακτήσεις. Δεν έβλεπε  σχεδόν ποτέ τη γυναίκα του και δεν έμενε στο σπίτι παρά την εποχή που γίνονταν οι κούρσες. Όταν εκείνη  έγραψε στον αδελφό της ότι οι  οικονομικές δυσκολίες του συζύγου της την ανάγκαζαν να εγκαταλείψει το σπίτι της και ότι θα ερχόταν να μείνει για λίγο στο Λονδίνο, ο Μπάιρον τη δέχτηκε καταγοητευμένος στο σπίτι του, στο διαμέρισμα της Μπεννετ Στρητ.

Το ημερολόγιο εκείνη την ημέρα έδειχνε Κυριακή 27 Ιουνίου 1813. Από την πρώτη στιγμή του άρεσε το παρουσιαστικό της, μολονότι δεν φαινόταν πολύ όμορφη, όταν την κοίταζες χωρίς προσοχή. Σε αυτό έφταιγε το παραμελημένο της ντύσιμο και όχι τα χαρακτηριστικά της που ήταν ωραία. Πιο συγκεκριμένα, θα έλεγε κανείς ότι είχε το προφίλ του Μπάιρον και τη συνήθεια του αδελφού της να μην προφέρει το ρ. Για τον Μπάιρον ήταν ένα ευχάριστο ξάφνιασμα να βρίσκεται το άλλο του εγώ σε μια όμορφη γυναίκα. Ο Μπάιρον κι αυτή, σιωπηλοί και οι δυο  μπροστά στον κόσμο, βρήκαν ξαφνικά μια γλυκύτατη άνεση και έλξη ο ένας αντίκρυ στον άλλο. Από την πρώτη μέρα ο τόνος της συνομιλίας τους ήταν ευχάριστος και ζωηρός. Τι κρίμα που ήταν παντρεμένη! Θα ερχόταν να ζήσει μαζί του, να κρατάει το σπίτι του. Αυτό θα ήταν προτιμότερο, παρά ο γάμος του με μια άγνωστη. Από την άλλη πλευρά, η Αυγούστα είχε, για τον “Baby Byron’’, όπως τον αποκαλούσε, μια μητρική και συνάμα ερωτική τρυφερότητα. Στην αρχή του ζήτησε, από ευγένεια, να της  δείξει καινούργια τραγούδια του.

Ο Μπάιρον απέφυγε το λάθος να την κουράσει με κάποια δικαιολογία. Της άρεσε να παίζει σαν παιδί και, προικισμένη όπως όλοι οι Μπάιρον, με ένα πολύ ζωηρό  αίσθημα του κωμικού, παρίστανε διάφορους τύπους και γοήτευε τον αδελφό της. Είχε ακόμα έναν περίεργο τρόπο στην κουβέντα της: τα γεγονότα τα σκέπαζε με παρενθέσεις, υπαινιγμούς και ασυναρτησίες, ενώ έβγαζε αδιάκοπα επιφωνήματα “ O dear! o dear!” Ο Μπάιρον λάτρευε αυτό τον ασυνάρτητο τρόπο που μιλούσε και τον ονόμαζε “ τα μυστήρια της Αυγούστας”.  Γρήγορα πήρε μαζί της έναν τόνο χαριεντισμού, που ήταν μάλλον ο τόνος ενός εραστή παρά ενός αδελφού. Για τη σχέση του με την αδελφή του πάντα μιλούσε με υπαινιγμούς, αλλά ποτέ ξεκάθαρα. Η Λαίδη Μέλμπορν – που πίστευε, όπως και όλο το Λονδίνο, ότι η σχέση του  Μπάιρον με την Αυγούστα ήταν μάλλον ερωτική και όχι αδελφική – ανησυχούσε περισσότερο για το εμπόδιο που θα ήταν στο γάμο  του Μπάιρον με την ανιψιά της Αναμπέλα Μίλμπανκ, ο δεσμός του με την Αυγούστα, παρά ο δεσμός του με τη γυναίκα του γιου της.

Ενδείξεις για την ερωτική αυτή σχέση υπάρχουν πολλές: Στις επιστολές του ο Μπάιρον μιλάει υπαινικτικά γι΄αυτη τη σχέση. Και αυτό ίσως γιατί δεν ήθελε ή δεν είχε την τόλμη να ομολογήσει ξεκάθαρα αυτό το αμάρτημα της αιμομιξίας. Από την άλλη πλευρά όμως του άρεσε να υποψιάζονται οι άλλοι τον ανίερο αυτό δεσμό του και ενίσχυε αυτή την υποψία με υπαινιγμούς. Το πλήρες όνομα, για παράδειγμα, της νόμιμης κόρης του  ήταν Αugusta  Ada Byron.

Στο έργο του Manfred, η Αστάρτη ( Lady Astarte ) είναι για τον Manfred ό,τι η Αυγούστα για τον Μπάιρον. Στις 15 Απριλίου 1814, ημερομηνία που ρίχνει φως στην ερωτική σχέση του Μπάιρον με την αδελφή του,  γεννιέται η κόρη της Αυγούστας Μεντόρα, που θεωρείται από πολλούς καρπός της ερωτικής της σχέσης με τον Μπάιρον. Η ίδια η Μεντόρα, που αφηγήθηκε  αργότερα την τραγική ιστορία της ζωής της ( Medora Leigh,  A History and an Autobiography ) δεν αμφέβαλλε ποτέ ότι είναι κόρη του Μπάιρον.

Κλείνοντας αυτό το θέμα, θα πρόσθετα ακόμη ότι η Αυγούστα, μια γυναίκα που δεν είχε θέληση ούτε αλαζονεία, ήταν ίσως απ’ όλες τις γυναίκες, με τις οποίες είχε ερωτική σχέση ο Μπάιρον, η πιο ανίκανη να του αντισταθεί. Πάντως, αγαπούσε τον Μπάιρον δίχως την πρόθεση να τον κατέχει. Γι’ αυτό όταν αυτός παντρεύτηκε, ήταν πέρα για πέρα  πρόθυμη να τον αγαπάει σαν αδελφή και μάλιστα με μητρικό ενδιαφέρον για την ευτυχία του.

 

   

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.