Εκατό και πλέον χρόνια συμπληρώθηκαν από τότε που το μείζον μυθιστόρημα του Μαρσέλ Προυστ, Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο, δημοσιεύτηκε και πήρε τη θέση που του αξίζει στην παγκόσμια λογοτεχνία. Για πολλούς, μάλιστα, είναι το «απόλυτο» μυθιστόρημα και, για τον μεγάλο αμερικανό κριτικό της λογοτεχνίας, τον Χάρολντ Μπλουμ , ανώτερο κι από τον αριστουργηματικό Οδυσσέα του Τζέιμς Τζόις. Δεν υπάρχει, ωστόσο, απαιτητικός αναγνώστης της λογοτεχνίας που να μη θυμάται την πρόταση με την οποία αρχίζει το μείζον αυτό μυθιστόρημα του Μαρσέλ Προυστ: Για χρόνια πλάγιαζα νωρίς (Longtemps je me suis couché de bonne heuer), όπως την απέδωσε εύστοχα στη γλώσσα μας ο Σεφέρης και τη χρησιμοποιεί, τιμητικά, αρχίζοντας την έξοχη μετάφραση του μυθιστορήματος του Προυστ ο Παύλος Ζάννας. Πέρα όμως απ’ αυτά που σχετίζονται με τη δική μας λογοτεχνία, η φράση αυτή – δεν νομίζω πως είναι δύσκολο να το καταλάβει κανείς – μας παραπέμπει όχι μόνο στο κύριο θέμα του μυθιστορήματος, τον χρόνο, αλλά και ίσως – ίσως ,λέω – στον τρόπο που γράφτηκε αυτό το μυθιστόρημα, αν λάβει κανείς υπόψη του ότι ο Προυστ συνήθιζε να γράφει πάνω σε έναν δίσκο και ξαπλωμένος στο κρεβάτι του, ανάμεσα σε πουπουλένια μαξιλάρια. Άλλωστε, ο ίδιος μας βεβαιώνει, στο Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο και σε μετάφραση Παύλου Ζάννα, ότι « τα φουσκωτά μαξιλάρια είναι σαν τα μάγουλα της παιδικής ηλικίας ». (Από τη μεριά του Σουάν, τ. Α ).
Το μυθιστόρημα Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο είναι όχι μόνο καταγραφή, αλλά και μεταμόρφωση των εμπειριών του Προυστ. Οι χαρακτήρες που περνούν μέσα απ’ τις σελίδες του βιβλίου είναι πραγματικά πρόσωπα, όπως πραγματική είναι και η τοπογραφία του. Πράγματι, είναι αδύνατο να μπει κανείς στον κόσμο του Προυστ, αν αγνοεί την ανθρωπολογία και την τοπολογία του βιβλίου του. Ο αναγνώστης δεν μπορεί να ξεχάσει τα πρόσωπα που περνούν μέσα απ’ τις σελίδες του μυθιστορήματος και που με τόση ενάργεια τα περιγράφει ο Προυστ: τον Σουάν και την κόρη του, την πριγκίπισσα ντε Γκερμάντ, τη θεία Λεονί , την Αλμπερτίν , την εταίρα Οντέτ και πλήθος άλλα. Όσο για την τοπογραφία του, αν και έχει περάσει ένας αιώνας από τον θάνατο του συγγραφέα των Pastiches, είναι αδύνατο ο αναγνώστης , αν συμβεί να βρεθεί σε τόπους που περνούν μέσα απ’ τις σελίδες του Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο, να μη θυμηθεί τον σπουδαίο συγγραφέα , όπως , για παράδειγμα , είναι ο πίνακας Η άποψη του Ντελφ του Βερμέερ, αν τύχει να βρεθεί σε αυτή την ολλανδική πόλη.
Το Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο είναι το α ρ ι σ τ ο ύ ρ γ η μ α ε ν ό ς ε σ τ έ τ , γραμμένο σε μια χρονική περίοδο , τη Μπελ Επόκ , που είχε τότε αρχίσει να δύει. Το βιβλίο την ξεπερνά γιατί δεν είναι μόνο ο χρόνος το κύριο θέμα του, αλλά και η τέχνη — και ίσως η τελευταία ακόμη περισσότερο. Οπωσδήποτε βέβαια δεν πρόκειται για μυθιστόρημα διάπλασης ή μαθητείας, όπως βιάστηκαν να το χαρακτηρίσουν στον αγγλόφωνο κόσμο. Εδώ ο κόσμος ανακτάται μέσω της ενεργοποίησης της μνήμης. Η μνήμη μπορεί να είναι εκεί εκούσια αλλά και ακούσια ή «ασύνειδη» , όπως τη λέει ο Μπέκετ στο βιβλίο που έγραψε για τον συγγραφέα με τίτλο Για τον Μαρσέλ Προυστ: «Αλλά η ασύνειδη μνήμη είναι ένας ατίθασος μάγος και δεν θέλει να τον ενοχλούν. Αυτός διαλέγει τον τόπο και τη στιγμή που θα κάνει το θαύμα του. Δεν ξέρω πόσο συχνά το θαύμα αυτό γίνεται στον Προυστ. Θαρρώ δώδεκα ή δεκατρείς φορές. Αλλά η πρώτη φορά ( το περίφημο επεισόδιο της μαντλέν βουτηγμένης στο τσάι ) θα δικαίωνε όλο το βιβλίο του σαν ένα μνημείο της ασύνειδης μνήμης κι ένα έπος της ενέργειάς της» ( εκδ. Γαλαξίας ) . Συμπερασματικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι κανείς δεν απέδωσε την ποιητική των αναμνήσεων όπως ο Μαρσέλ Προυστ.
Ο Όσκαρ Ουάιλντ έλεγε πως η ζωή αντιγράφει την τέχνη. Για τον Προυστ τέχνη και ζωή είναι ένα και το αυτό. Για να το αποδείξει ο συγγραφέας συνδέει την τέχνη με τον έρωτα και τα αισθήματα που μας προκαλεί, όταν ερχόμαστε σ’ επαφή μαζί της. Για παράδειγμα, ο Σουάν , που είναι κριτικός τέχνης, ερωτεύεται την Οντέτ, γιατί στο πρόσωπό της αντικρίζει μια φιγούρα του Μποτιτσέλι: « Όπως κι αν ήταν — κι ίσως επειδή η πληρότητα των εντυπώσεων που είχε πρόσφατα και μ’ όλο που αυτή του παρουσιάστηκε μάλλον με την αγάπη της μουσικής, είχε πλουτίσει ακόμα και την αγάπη του για τη ζωγραφική — η ευχαρίστηση ήταν πιο βαθειά, κι έμελλε να έχει πάνω στον Σουάν μιαν επιρροή με διάρκεια, που την ανακάλυψε εκείνη τη στιγμή στην ομοιότητα της Οντέτ με τη Σεπφώρα αυτού του Σάντρο ντι Μαριάνο που τον αποκαλούν συνηθέστερα με το λαϊκό επώνυμο Μποτιτσέλλι » . ( Από τη μεριά του Σουάν, τ. Β΄,μτφρ. Παύλου Ζάννα ).
Είναι γνωστό ότι ο Μαρσέλ Προυστ δεν άντεχε κανένα θόρυβο, γι’αυτό είχε καλύψει τους τοίχους της κρεβατοκάμαράς του, που ήταν γι’ αυτόν και δωμάτιο εργασίας, με μονωτικά πάνελ, ώστε να γράφει, χωρίς να τον ενοχλεί ακόμα και ο πιο ανεπαίσθητος θόρυβος. Προμήθευσε, μάλιστα , τους ενοίκους του πάνω διαμερίσματος με παντόφλες, για να μην ακούγεται ο παραμικρός θόρυβος ούτε από το ταβάνι. Δεν ήταν αυτό καπρίτσιο, γιατί μόνο σε απόλυτη ησυχία μπορούσε να ακουστεί ο ήχος του χρόνου και να μεταγραφεί σε λέξεις. Και εδώ περνάμε τώρα στο ύφος, δηλαδή, στη γλώσσα του Προυστ, που αφήνει ακόμα και σήμερα έκθαμβους αναγνώστες του έργου του. Προκειμένου να μεταφερθεί η ροή του χρόνου και ο ήχος του, ή αλλιώς η «μουσική» του, ένας τρόπος μόνον υπάρχει : ο εξαιρετικά μακροπερίοδος λόγος του που αναδεικνύει τη μελωδικότητα των λέξεων. Ο μέσος όρος που περιέχει κάθε πρόταση του Προυστ είναι τριάντα., διπλάσιος από τον αντίστοιχο των συγγραφέων της εποχής του. Και ακόμα κάτι: το ύφος αυτό δεν «καταπίνει» τους χαρακτήρες του βιβλίου. Είναι πάντα ζωντανοί, δραστικοί και παρόντες.
Είναι αλήθεια ότι έχουν ακουστεί ή γραφτεί χαρακτηρισμοί γι’ αυτό το μυθιστόρημα όπως αυτοί: περίπλοκο, αδιαπέραστο, υπερβολικά εκτενές , ελιτίστικο. Πρόκειται για χαρακτηρισμούς που έχουν δώσει πρόχειρα εκείνοι που δεν είχαν την υπομονή να διαβάσουν το Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο, που είναι μεν περίπλοκο, αλλά διόλου ακατανόητο· εκτενές, αλλά όχι ελιτίστικο. Η ανάγνωσή του είναι αλήθεια ότι απαιτεί χρόνο, γιατί είναι μια περιπέτεια μακράς διαρκείας, που αποκωδικοποιεί, με μαγικό τρόπο, το εφήμερο. Οι συνεχείς μεταμορφώσεις της αφήγησης δεν σημαίνουν ότι δεν υπάρχει στο βιβλίο κεντρικός άξονας. Αυτός είναι, σε αδρές γραμμές, η ιστορία ενός ατόμου (του Προυστ) που ξεκινά από τα παιδικά του χρόνια και προχωρώντας στην περίοδο της ενηλικίωσης και της ωριμότητας, ανακαλύπτει ποια είναι η πραγματική του κλίση: να γίνει συγγραφέας. Αυτή είναι η αναζήτηση, αυτός και ο «χαμένος χρόνος» , που μέσω της αναζήτησης ο χρόνος ξανακερδίζεται.
Το έργο του Προυστ μεταφράστηκε σχεδόν στο σ ύ ν ο λ ό του στη χώρα μας. Σε γενικές γραμμές από καλά ως εξαιρετικά, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά το Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο, που τη μετάφρασή του, τουλάχιστον στο μεγαλύτερο μέρος του, την οφείλουμε στον Παύλο Ζάννα, που την άρχισε το 1969 στη φυλακή, τον καιρό της δικτατορίας, καταδικασμένος σε 10,5 χρόνια φυλάκιση για αντιστασιακή δράση, και τη συνέχισε μετά την αποφυλάκισή του το 1972 και την αποκατάσταση της δημοκρατίας αργότερα. Δεν πρόλαβε να την τελειώσει γιατί πέθανε το 1989 από καρδιακή προσβολή. Την ολοκλήρωση της μετάφρασης του μυθιστορήματος την έκανε αργότερα, με μεγάλη επιτυχία, ο Παναγιώτης Πούλιος – και έτσι το έργο υπάρχει πλήρες και εξαιρετικά μεταφρασμένο στη γλώσσα μας. Δεν πρέπει, όμως, να μας διαφεύγει ότι τη μετάφραση του Ζάννα την οφείλουμε και στην απόφαση και επιμονή του Στρατή Τσίρκα, όταν ο Ζάννας φυλακίστηκε από τη χούντα. Και αυτό που λέω δεν είναι δική μου άποψη. Ο ίδιος ο μεταφραστής το παραδέχεται στην Αυτοβιογραφία του: «Εγώ ήμουν ιδιαίτερα τυχερός», λέει ο Ζάννας με την ειλικρίνεια που τον χαρακτήριζε, «γιατί, σε κάποια επισκεπτήριά της, η γυναίκα μου μού έφερε μια εντολή από τον Στρατή Τσίρκα: να μεταφράσω έναν τόμο από το Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο του Μαρσέλ Προυστ. Η πρώτη μου αντίδραση ήταν αρνητική. Είπα: « Δεν νομίζω ότι είμαι σε θέση να βγάλω εις πέρας ένα τέτοιο εγχείρημα ». Ύστερα από δεκαπέντε μέρες ήρθε πάλι η εντολή του Τσίρκα και μαζί το ερώτημα: «Πού είναι οι πρώτες σελίδες; Τι έγινε; ». Έτσι αποφάσισα σιγά-σιγά να ξεκινήσω αυτή την προσπάθεια. Ήταν ένα βιβλίο που το αγαπούσα πολύ. Μου το είχε δώσει να το διαβάσω η γυναίκα μου και αποφάσισα τελικά να το μεταφράσω. Έθεσα όμως έναν όρο. Να με βοηθήσει ο Τσίρκας. Να ξανακοίταζε, δηλαδή, τα χειρόγραφα, όταν θα έβγαιναν απ’ τη φυλακή, πριν δοθούν στον εκδότη » (Το Δέντρο, τεύχ. 52 ). Κλείνω αυτό το κείμενο, λέγοντας ότι το Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο είναι από τα βιβλία που όταν τα διαβάσεις, ανακαλείς συχνά κάποιες από τις αξιομνημόνευτες στιγμές του. Και αυτό γιατί το βιβλίο του Προύστ δεν γράφτηκε για να διαβαστεί, αλλά για να για ξαναδιαβαστεί.
Φάνης Κωστόπουλος



